Αριθμός 1314/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Ι., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ιωάννου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καγκελάρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4539/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8922/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση, αναίρεση κατά της 8922/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφτηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, αρχικά εναγόμενου. Η αγωγή είχε ασκηθεί από τον ήδη αναιρεσίβλητο, που ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος είναι ο φυσικός του πατέρας, πράγμα που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδή ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βασικές σχέσεις, την άσκηση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν, αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν, ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ. Α.Π.36/1988, Ολ. Α.Π.4/2006). Με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (Α.Π. 821/2002, Α.Π. 1267/2002, Α.Π.720/2003, Α.Π. 463/2004). Δεν έχει όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 383/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Α.Π.24/1992, Α.Π.1547/1995). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1483 παρ. 1 Α.Κ., "το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου αποσβήνεται, όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό. Το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται, ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του..." Δηλαδή, με την πιο πάνω διάταξη, τάσσονται αποσβεστικές προθεσμίες, με τις οποίες ο νομοθέτης επιδιώκει την, κατά το δυνατόν, ταχύτερη εκκαθάριση των οικογενειακών σχέσεων (Α.Π. 1688/2005). Για τις προθεσμίες αυτές, ισχύει, κατά το άρθρο 279 Α.Κ., αναλόγως, η εφαρμογή των για την παραγραφή διατάξεων, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 255 εδ. β' Α.Κ. (Α.Π.493/2003, Α.Π.1372/2002), κατά την οποία η παραγραφή αναστέλλεται, για όσο χρόνο ο δικαιούχος, μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, εμποδίστηκε από τον υπόχρεο, με δόλο, να ασκήσει την αξίωσή του. Απαιτείται, δηλαδή, δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου, ενέργεια εσκεμμένη, η οποία να κατευθύνεται στην απραξία του δικαιούχου και τη συμπλήρωση της παραγραφής της αξίωσής του (Α.Π.13/1989), πρέπει δε να αναφέρεται ο χρόνος της δόλιας ενέργειας (Α.Π.819/1984). Η δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου ουδόλως είναι ανάγκη να αναφέρεται και να προκύπτει σε απ' ευθείας επαφή του με τον δικαιούχο, αλλά, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, μπορεί να υπάρχει, όταν ο υπόχρεος την μετέρχεται και μέσω τρίτου προσώπου, φθάνει να επέρχονται τα παραπάνω αποτελέσματα, δηλαδή της αποτροπής της άσκησης του δικαιώματός του. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η μητέρα του ενάγοντος, Α. Δ. και ο εναγόμενος γνωρίσθηκαν, κατά το έτος 1977 και ανέπτυξαν αρχικά φιλικές σχέσεις, οι οποίες, όμως, στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε ερωτικές σχέσεις. Ο εναγόμενος επισκεπτόταν τη μητέρα του ενάγοντος στην οικία της, στο …και συνευρισκόταν με αυτή. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1980, ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, διέσπασε την έγγαμο συμβίωση (την 17-9-1980) και εγκαταλείποντας την μέχρι τότε συζυγική στέγη, όπου κατοικούσε με τη σύζυγό του και τα τέκνα του, στους …, εγκαταστάθηκε, μαζί με τα τέκνα του, σε ιδιόκτητη κατοικία του, δίπλα στην οικία των γονέων του, στην περιοχή …, ενώ εξακολούθησε να διατηρεί ερωτική σχέση και να έρχεται σε σαρκική επαφή με τη μητέρα του ενάγοντος, από την οποία η τελευταία έμεινε έγκυος, περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1980 και την 23-4-1981, εγέννησε (πρόωρα) τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος δεν επισκέφθηκε τη μητέρα του ενάγοντος στο Μαιευτήριο, ισχυριζόμενος ότι φοβόταν μήπως η εν διαστάσει σύζυγός του πληροφορηθεί ότι απέκτησε εξώγαμο τέκνο και ζητήσει να ανατεθεί σ' εκείνη η επιμέλεια των εκ του γάμου τέκνων του. Υποσχόταν, όμως, στη μητέρα του ενάγοντος, ότι θα ζητήσει διαζύγιο και ότι θα αναγνωρίσει τον εναγόμενο. Επειδή, όμως, ο χρόνος περνούσε χωρίς αποτέλεσμα, ο θείος του ενάγοντος Λ. Δ. (αδελφός της μητέρας του) επισκέφθηκε τον εναγόμενο, τον Σεπτέμβριο του 1982 και αξίωσε από τον τελευταίο να τακτοποιήσει το θέμα. Τον Φεβρουάριο του 1983, ο εναγόμενος έπεισε την μητέρα του ενάγοντος να υπογράψει και να του παραδώσει μία υπεύθυνη δήλωση (από 15-12-1983), όπου εκείνη εδήλωνε ότι το αβάπτιστο τέκνο της, γεννηθέν την 23η Απριλίου 1981 (δηλ. ο ενάγων), ουδεμία σχέση έχει με τον Γ. Ι., λέγοντάς της ότι αυτό θα τον διευκόλυνε στην έκδοση του διαζυγίου του, αφού η σύζυγός του δεν θα μπορούσε να του καταλογίσει υπαίτιο λόγο διαζυγίου. Στη συνέχεια, άσκησε την από 1-10-1984 αγωγή διαζυγίου, η οποία είχε ως βάση την τετραετή διάσταση. Πλην, όμως, ο εναγόμενος άρχισε να απομακρύνεται από τη μητέρα του ενάγοντος, υποσχόμενος, όμως σ' αυτήν, όποτε του έθετε θέμα, ότι θα αναγνωρίσει τον υιό τους και αποτρέποντας έτσι αυτήν να ασκήσει αγωγή περί αναγνώρισης της πατρότητας, ενώ με την πάροδο του χρόνου διέκοψε τις σχέσεις μαζί της. Η τελευταία, από αξιοπρέπεια και για να μην διαταράξει τις σχέσεις του με τα εκ του γάμου τέκνα του, αλλά και πιστεύοντας τις διαβεβαιώσεις του ότι θα αναγνωρίσει το εξώγαμο τέκνο της, δεν άσκησε αγωγή περί αναγνώρισης πατρότητας. Όταν ο ενάγων ενηλικιώθηκε, κατά το έτος 1998, ζήτησε από τη μητέρα του να τον φέρει σε επαφή με τον πατέρα του, για να τον συναντήσει, ώστε να αξιώσει πλέον ο ίδιος από αυτόν να προβεί σε αναγνώριση της πατρότητας. Η μητέρα του του είπε ότι ήλθε εκείνη σε επαφή με τον εναγόμενο, ο οποίος, δια μέσου αυτής, διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι "πριν πάει στρατιώτης θα τον αναγνωρίσει, ώστε να μην έχει ψυχολογικά προβλήματα". Με τον τρόπο αυτόν ο εναγόμενος απέτρεψε τον ενάγοντα, να ασκήσει εγκαίρως την αγωγή, περί αναγνώρισης της πατρότητας, καθόσον ο ενάγων, έδωσε πίστη στις υποσχέσεις του εναγομένου, ο οποίος, όμως, όπως προκύπτει από τη μετέπειτα συμπεριφορά του, δεν είχε αληθή πρόθεση να προβεί σε αναγνώριση της πατρότητας, αλλά με τον τρόπο αυτόν προσπαθούσε να καθυστερήσει τον ενάγοντα από την άσκηση του δικαιώματός του. Έτσι ο ενάγων, βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου, τις οποίες του διαβίβασε δια μέσου της μητέρας του, παρέλειψε, ειδικώτερα κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, να ασκήσει το δικαίωμά του και τελικά άσκησε την υπό κρίση αγωγή τέσσερις (4) μήνες μετά τη συμπλήρωση της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας, από την ενηλικίωσή του, που ορίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1483 εδ. β Α.Κ. και αφού πλέον διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν ειλικρινής στις υποσχέσεις του, αλλ' απλώς προσπαθούσε να τον καθυστερήσει στην άσκηση του δικαιώματός του, ώστε να παρέλθει η νόμιμη προθεσμία. (Ο ενάγων, γεννηθείς την 23-4-1981, ενηλικιώθηκε την 23-4-1999 και η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο την 21-8-2000). Όσον αφορά την διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη (ανάλυση DNA) πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 615 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., η άρνηση, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, του εναγομένου, που φέρεται σαν πατέρα, να ανεχθεί τη διατασσόμενη αιματολογική εξέταση, σε δίκη αναγνώρισης πατρότητας, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο όχι ως προς την πατρότητα, αλλά ως προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς το τεκμήριο αυτό εκτιμάται ελευθέρως, κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ. Τεκμαίρεται δηλαδή αμάχητως, από την αδικαιολόγητη άρνηση του ανωτέρω, ότι, εάν η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη είχε διεξαχθεί, θα κατέληγε σε συμπέρασμα, για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων, τα οποία, κατά την επιστήμη, καθιστούν πολύ πιθανή την πατρότητα αυτού, ότι δηλαδή εάν η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε, είχε διενεργηθεί κανονικά, θα περιείχε την ευνοϊκή για τον αντίδικο του φερομένου ως πατέρα απάντηση... ή ό,τι ευνοϊκό για τον αντίδικό του θα περιείχε η έκθεση των γιατρών, αν η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε ενεργούνταν κανονικά... Στην προκειμένη περίπτωση, η διαταχθείσα, με την υπ' αριθμ. 4539/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ιατρική πραγματογνωμοσύνη, δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο εναγόμενος αρνήθηκε αδικαιολόγητα να υποβληθεί στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις (λήψη δείγματος αίματος, ή λήψη δείγματος σιέλου ή τριχών, αντί αίματος). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 1-7-2002 δήλωση του εναγομένου, την οποία επέδωσε προς την ορισθείσα ως πραγματογνώμονα βιοχημικό Ι. Σ. (υπ' αρ. .../2-7-02 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά …), σε απάντηση της κλήσης, που του είχε αποστείλει εκείνη, ο εναγόμενος δηλώνει ότι δεν θα προσέλθει για να δώσει δείγμα του αίματός του "αφενός μεν προς αποφυγή της ταλαιπωρίας του και της απώλειας μιάς ημέρας εκ της εργασίας του ... και αφετέρου διότι έχει προσωπικό πρόβλημα εκ της λήψεως δείγματος αίματος, λόγω ασθενείας του, που εμποδίζει το εύκολο κλείσιμο της πληγής και το σταμάτημα της αιμορραγίας", χωρίς όμως να αναφέρει από ποια συγκεκριμένη ασθένεια πάσχει και χωρίς να επικαλείται ή να προσκομίζει οποιοδήποτε σχετικό πιστοποιητικό, για να δικαιολογήσει την άρνησή του αυτή. Το γεγονός της άρνησής του να προσέλθει για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης βεβαιώνεται και στην προσκομιζόμενη από 25-7-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ως άνω διορισθείσης πραγματογνώμονος, στην οποία, μάλιστα, αναφέρεται επί πλέον ότι, μετά την άρνησή του, η πραγματογνώμων κάλεσε τον εναγόμενο εκ νέου, για μεταγενέστερη ημερομηνία (την 8-7-2002), γνωρίζοντάς του συγχρόνως ότι αντί λήψεως αίματος, η εξέταση είναι δυνατόν να γίνει και με τη λήψη δείγματος σιέλου ή τριχών. Ωστόσο εκείνος, ούτε και τη δεύτερη φορά εμφανίσθηκε, ούτε ειδοποίησε σχετικά την πραγματογνώμονα, για ενδεχόμενη αλλαγή της ημερομηνίας. Μετά ταύτα, ευλόγως η άρνηση του εναγόμενου κρίνεται ως αδικαιολόγητη. Περαιτέρω δε και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, (άρθρ. 615 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο ότι εάν η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη είχε διεξαχθεί κανονικά, θα κατέληγε σε συμπέρασμα ευνοϊκό για τον ενάγοντα. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή αποδεικνύεται ως κατ' ουσία βάσιμη, όπως επίσης βάσιμη κατ' ουσία αποδεικνύεται και η αντένσταση του ενάγοντος...". Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση: Α) Διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της, εφ' όσον: 1) Δέχεται ότι ο αναιρεσείων είχε σαρκικές επαφές με την μητέρα του αναιρεσιβλήτου και ότι από τις επαφές αυτές "η τελευταία έμεινε έγκυος περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1980 και την 23-4-1981 εγέννησε (πρόωρα) τον ενάγοντα". 2) Δέχεται πως οι δόλιες ενέργειες του αναιρεσείοντος, προκειμένου να αποτρέψει τον αναιρεσίβλητο, από την άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του, έλαβαν χώραν το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, προσδιορίζοντας, έτσι, χρονικά, τις ενέργειες αυτές. Εφ' όσον δε δέχτηκε, ότι οι σχετικές, για αναγνώριση της πατρότητας διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντα, έγιναν προς την μητέρα του, η οποία τις διαβίβασε στον αναιρεσίβλητο, πρόδηλα έκρινε, πως και μέσω τρίτου προσώπου, μπορούσαν να γίνουν οι σχετικές ενέργειες, και, έτσι απάντησε στο σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. 3) Γίνεται δεκτό, πως οι δόλιες ενέργειες του αναιρεσείοντος, έλαβαν χώρα το πιο πάνω χρονικό διάστημα. Και από την επισκόπηση των δικογράφων των διαδίκων, και εκτίμηση των σ' αυτά αναφερόμενων, εξάγεται πως τούτο (αναστολή της παραγραφής), αναφέρθηκε κατά τρόπο σαφή, έστω και αν δεν μνημονεύεται συγκεκριμένη ημερομηνία ενεργειών, οι οποίες πάντως οριοθετούνται εντός του συγκεκριμένου χρόνου. Κατά ταύτα οι, δεύτερος, τρίτος, και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 19 και 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες και υποστηρίζοντας τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Εξ άλλου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, αφού μνημονεύει όλα τα σχετικά για την εφαρμογή τους στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα (άρθ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, εκτός των άλλων, με τον παραπάνω λόγο, πλήττεται το παραδεκτό της προβολής νέων ισχυρισμών (Ολ. Α.Π. 2/2005, Α.Π. 1654/2005) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα, η λήψη υπόψιν του αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 853/2006, Α.Π. 1072/2005, Α.Π. 694/2003, βλ. και Α.Π. 918/2006). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζει δεσμευτικά για το δικαστήριο, ο νόμος (Α.Π. 30/2005, Α.Π. 189/2006, Α.Π. 540/2006). Δεν ιδρύεται, όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας ελεύθερα αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα ισοδύναμα, κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1225/2002, Α.Π. 30/2005). Εδώ η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, έκανε ειδική, αναλυτική και εμπεριστατωμένη μνεία, όσον αφορά την (κριθείσα αδικαιολόγητη) μη προσέλευση του αναιρεσείοντος ενώπιον του πραγματογνώμονος, για σύμπραξη στην διενέργεια εξέτασης DNA, ως προς τον έλεγχο της πατρότητας. Αναφέρεται δε, ο σχετικός χρόνος δήλωσης της άρνησης του παραπάνω διαδίκου, και το ότι η πραγματογνωμοσύνη ουδέποτε έλαβε χώρα. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, προβαλλόμενος υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11, 12, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. και έχων (κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου) το νόημα ότι το Εφετείο μη νόμιμα έκρινε αδικαιολόγητη την μη προσέλευση του αναιρεσείοντος στον πραγματογνώμονα και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τα προσαχθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, ερείδεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το ότι δεν αναφέρθηκε με πανηγυρικό τρόπο, ότι η σύλληψη του αναιρεσίβλητου έγινε μεταξύ της 300ης και 180ης ημέρας προ του τοκετού, δεν καθιστά, αναιτιολόγητη την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, κατά τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της, δέχεται την πατρότητα του αναιρεσείοντος, με σαφή και επαρκή αιτιολογία, καθώς και ότι αυτός συνελήφθη "περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1980". Επομένως, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Εξάλλου, ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη επειδή δεν αναφερόταν σ' αυτή, ότι η σύλληψή του είχε γίνει μεταξύ της 300ης και 180ης ημέρας προ της γεννήσεώς του (την 23-4-1981) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην αγωγή αναφέρεται ως χρόνος σύλληψης του αναιρεσιβλήτου "τα τέλη Σεπτέμβρη 1980". Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να επιβληθεί δε στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ο οποίος καταθέτει περαιτέρω (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση του Ι. Γ. προς αναίρεση της με αριθμό 8922/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ