Αριθμός 2233/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ", που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο Ζωγράφου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α., 2) Κ. Ζ., 3) Α. Θ., 4) Α. Κ., 5) Α. Κ., 6) Κ. Λ., 7) Δ. Λ., 8) Β. Μ., 9) Ε. Μ., 10) Κ. Μ., 11) Μ. - Μ. Σ., 12) Β. Τ. και 13) Α. Χ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 1ου αναιρεσιβλήτου που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος Ν. Α. απεβίωσε στις 4-9-2007 και κληρονομήθηκε από τους, α) Α. Α. του Ν. και ) Π. Α. του Ν., ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ν. Α., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1237/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4712/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-7-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 1-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 6-7-2012 αίτησης, για αναίρεση της 4712/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 466/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 6-7-2012 με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 90/2012 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται και κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ν. Α. ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος Δήμου κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, αντί του προαναφερθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο οι: α) Α. Α. του Ν. και ) Π. Α. του Ν. Οι ανωτέρω δήλωσαν, δια του πληρεξουσίου τους, ότι συνεχίζουν την δίκη στην θέση του ως άνω αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου, που πέθανε στις 4-9-2007 ως κληρονόμοι του, ιδιότητα με την οποία παρίστανται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο πιο πάνω αρχικός διάδικος απεβίωσε πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησε πλησιέστερους συγγενείς του, τους πιο πάνω αναφερόμενους, οι οποίοι είναι πράγματι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα: Ο Ν. Α. απεβίωσε στις 4-9-2007 και άφησε νόμιμους κληρονόμους του τα ως άνω τέκνα του Α. και Π. Α. του Ν., ως και τη σύζυγο του Ε. Α., η οποία αποποιήθηκε την κληρονομία εκείνου, πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης. Τα ανωτέρω προκύπτουν από: α. τη με αριθμ. πράξεως 47/5.9.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος πατέρα τους, β. το με αριθμ. πρωτ. 7033/1.10.2008 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Απολλωνίων Λευκάδος, γ. το με αρ. πιστ. 52387/2013 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) τη με αριθμ. 5229/11-10-2007 έκθεση αποποίησης κληρονομίας. Οι προαναφερόμενοι, με την πιο πάνω ιδιότητά τους, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ., επαναλαμβάνουν την, εξαιτίας του θανάτου του αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου, βιαίως διακοπείσα δίκη με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα και το πιο πάνω διακοπτικό της δίκης γεγονός, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου περί γνωστοποίησης στον αναιρεσείοντα Δήμο του θανάτου αυτού, κατά το προ της άσκησης της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων Δήμος δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω κληρονόμους τους. Η διάταξη του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια Διοίκηση. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, με τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικώς με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου, (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση". Ακολούθως, με το άρθρο 14 ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", το οποίο έχει ως τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), συνολικά 70 και πλέον, σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004), σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου (ν. 3205/2003) ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του. Ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 ορίσθηκε ότι, "Ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 2, υπό τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", του Ν. 3336/2005 ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, δέχθηκε: Ότι η επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες των μισθωτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και ανεξάρτητα από το φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Συνακόλουθα, καθίσταται σαφές ότι η με γενικότητα χορήγηση της εν λόγω παροχής σε ευρύτατο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο, ΟΤΑ και σε Ν.Π.Δ.Δ. και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση, αποτελεί στην πραγματικότητα μια γενική αύξηση, που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτών και κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Επομένως, εφόσον εξέλιπε τελικώς - κατά την κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου - ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) χορηγήσεως της επίδικης παροχής σε συγκεκριμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων και κατέστη, αντιθέτως, κανόνας η χορήγησή της, αποτελούσα έτσι προσαύξηση του καταβαλλόμενου μισθού, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνον κατηγορίες εργαζομένων και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος Ν. 3205/2003) οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Η άνιση δε και αδικαιολόγητη δυσμενής αυτή μεταχείριση διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του Ν. 3205/2003, διότι, ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 4 του νόμου αυτού καταργήθηκε, από 1-1-2004, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, ωστόσο το άρθρο 24 παρ. 2 του ίδιου Ν. 3205/2003 διατήρησε την επίδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, έτσι ώστε να μη μειωθεί το εισόδημα των υπαλλήλων που την ελάμβαναν έως 31-12-2002, εκτός αν αποδειχθεί ότι λαμβάνουν κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή ή τους χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε κίνητρο απόδοσης. Με βάση δε την ως άνω ερμηνεία, έκρινε στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι από 1-9-1993 μετατάχθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ "Δημοτικοί Παιδικοί Σταθμοί Δήμου Ζωγράφου" (στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος ο αναιρεσείων "Δήμος Ζωγράφου"), από το "Ίδρυμα Βρεφονηπιακών Σταθμών Αθηνών", όπου υπηρέτησαν ως υπάλληλοι, από της προσλήψεώς τους (ήτοι από 27-11-1989 ο πρώτος... 8-12-1989 η δεύτερη... 10-3-1969 η τρίτη... 10-11-1986 η τέταρτη... 8-12-1999 η πέμπτη... 17-6-1981 η έκτη... 23-2-1981 η έβδομη... 15-10-1987 η όγδοη... 7-10-1988 η ένατη... 18-9-1972 η δέκατη... 7-11-1985 η ενδέκατη... 1-9-2000 η δωδέκατη... και 20-8-1979 η δέκατη τρίτη...), συνδεόμενοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, με την αναφερόμενη ειδικότητα ο καθένας εξ αυτών, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και Ν. 3205/2003 από 1-1-2004), δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, εφόσον από μισθολογικής απόψεως δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο αυτό μισθολογικό καθεστώς και η ένδικη παροχή έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και ν.π.δ.δ. χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή εύρος της παρεχόμενης εργασίας, πληρούν δηλαδή τη μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της και η οποία χορηγήθηκε ήδη σε άλλους μισθωτούς που τελούσαν υπό όμοιες πραγματικές συνθήκες εργασίας με τους ενάγοντες την οποία και οι ίδιοι οι ενάγοντες ελάμβαναν προ της ρηθείσας μετατάξεως τους. Κατέληξε δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην κρίση, ότι η μη χορήγηση της παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και σ' αυτούς (ενάγοντες), από 1-9-2003 και μετέπειτα, οι οποίοι πληρούσαν τη μόνη προϋπόθεση για την χορήγησή της (υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης), συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), προς άρση της οποίας πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της εν λόγω μηνιαίας ειδικής παροχής και στους ενάγοντες. Έκρινε επίσης ότι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, β) το επίδομα των εξόδων κίνησης και γ) το επίδομα του κινήτρου απόδοσης συνιστούν ειδικές επιδοματικές παροχές, που άπτονται των ιδιαίτερων εργασιακών συνθηκών του προσωπικού του εναγομένου νπδδ, τα ποσά των οποίων δεν είναι συμψηφιστέα με την επίδικη ειδική παροχή, καθώς τα ανωτέρω επιδόματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και της φύσης των καθηκόντων τους και τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδή με την επίδικη και συνεπώς δεν είναι επιδεκτικά αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού με αυτή, η οποία δεν συναρτάται με ειδικές συνθήκες εργασίας αλλά συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, χορηγούμενη σε όλους τους υπαλλήλους με τις παραπάνω προϋποθέσεις - χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη - απορρίπτοντας κατόπιν αυτών την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. ένσταση συμψηφισμού και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 1237/2008 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), που είχε δεχθεί (εν μέρει) την ένδικη αγωγή των εργαζομένων και είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να τους καταβάλει την επίδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 μέχρι 16-5-2005 (για τον πρώτο), από 1-9-2003 μέχρι 16-6-2005 (για την 2η και 6η), από 1-9-2003 μέχρι 10-3-2006 (για την 3η), από 1-9-2003 μέχρι 30-6-2006 (για τον 4ο, 5η, 7η μέχρι και την 12η), και από 1-9-2003 μέχρι 6-10-2005 (για τη 13η). Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον με τους συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003. Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (τις υπ' αριθμ. 93/2009, 574/2009, 946/2010, 1723/2010, 306/2011, 495/2011, 1557/2011, 22/2013, 84/2013 του Β1' Πολιτικού Τμήματος και 754/2010 του Β2' Πολιτικού Τμήματος) δέχθηκε ότι με την χορήγηση της επίμαχης παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως πρόσθετων μισθολογικών παροχών και αφετέρου ευρίσκοντο σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως. Ως εκ τούτου, κατά τις ανωτέρω αποφάσεις, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου αυτού δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την επίδικη παροχή, την οποία μόνον από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο αποδόσεως. Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 38/2011 και 304/2011 αποφάσεις του Β1' Πολιτικού Τμήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ρητώς απαγορεύεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σωρευτικώς με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ότι, ως εκ τούτου, υπουργική απόφαση, με την οποία είχε χορηγηθεί η επίδικη παροχή σε υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνουν προβλεπόμενη από άλλη διάταξη ειδική αμοιβή ή την λαμβάνουν μειωμένη, εκδόθηκε εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, δεν αντίκειται δε στην αρχή της ισότητας για το λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ' αριθμ. 95/2013 απόφαση, δέχθηκε, ότι προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγησή της σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ. Και ότι από την συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απορρέει, πάντως, υποχρέωση της Διοικήσεως να επεκτείνει την χορήγηση της επίδικης παροχής, η οποία, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις. Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής (176 ευρώ) σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγηση της, εξομοιούμενης (της παροχής αυτής), με προσαύξηση του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη υπαλλήλους και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγηση της εξαρτάται και από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003, μη εξομοιούμενη με μισθό, το οποίο (ζήτημα) είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων. Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", επιφυλάσσεται δε, κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο, καθόσον αφορά τη βασιμότητα του τελευταίου λόγου της αιτήσεως, (τρίτου), κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στη Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους: πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναιρέσεως (από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) της από 6-7-2012 αιτήσεως του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Δήμος Ζωγράφου", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4712/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιφυλάσσεται καθόσον αφορά τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ