Αριθμός 781/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E. E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου Αλμπανίδου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Β., κατοίκου ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τη δικαστική συμπαραστάτρια Χ. σύζυγο Χ. Κ., κάτοικος ..., 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Σ. Α. του Π., συζύγου Α. Σ., κατοίκου ..., 7) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Β. Θ. του Α., συζύγου Μ. Χ., κατοίκου ..., 9) Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 10) Β. Γ. του Κ., κατοίκου τ.κ. ..., 11) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... και 12) Ο. συζύγου Ε. Μ., το γένος Γ. Α., κατοίκου .... Οι 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., οι 7ος και 8η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, η οποία ανακάλεσε την από 27-1-2023 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2017 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 5ος, 6η, 7ος και 8η αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των 7ου και 8ης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1182/2021). Περαιτέρω από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σε αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και ορίζει ότι αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, συνάγεται ότι αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον οι συνδεόμενοι με τέτοιο δεσμό είτε αναιρεσείοντες είτε αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και κάποιος ή κάποιοι από αυτούς δεν παρίστανται και δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες με πληρεξούσιο δικηγόρο τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους, τότε η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους (ΑΠ 1106/2015). Οι περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας προβλέπονται στο άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο οποίο ορίζεται ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της εκδοθησομένης αποφάσεως εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών, οι πράξεις καθενός απ` αυτούς ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, οι δε νομίμως μετέχοντες της δίκης ή προσεπικληθέντες ομόδικοι, απολειπόμενοι, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους. Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ υπάρχει και στην περίπτωση που ο δανειστής, απαιτών τη διάρρηξη, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, απαλλοτριώσεως, που έγινε προς βλάβη αυτού από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο, προς τον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, καθόσον δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ως άνω ομοδίκων, ήτοι του οφειλέτη του δανειστή και του τρίτου, με τον οποίο συμβλήθηκε ο οφειλέτης (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 1092/2019, ΑΠ 1736/2009). Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α`48) ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, δηλαδή μέχρι και τις 5-4-2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου. Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ` αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ` αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 2/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Κ. Τ. του Εφετείου Ευβοίας ως προς την τέταρτη έκθεση και Ε. Μ. του Εφετείου ... ως προς τις λοιπές εκθέσεις, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 30/7/2019 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της 12-4-2021 και κλήση για συζήτηση στην δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτη, ένατη, δέκατη, ενδέκατο και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως. Κατά την ορισθείσα αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με βάση σχετική ΚΥΑ των Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" (ΦΕΚ Α` 55), η οποία Πράξη κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.4862/2020, επαναπροσδιορίστηκε δε, αυτεπαγγέλτως, η συζήτηση για την δικάσιμο της 13/12/2021, με την από 12-5-2021 πράξη του προέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με αριθμό 37, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ενώ προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο αυτή (13-12-2021) η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (30-1-2023), κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι ανωτέρω δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, ένατη, δέκατη, ενδέκατος και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων και επίσης δεν εμφανίστηκε και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, για τον οποίο η επισπεύδουσα την συζήτηση της αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει έκθεση επίδοσης, αλλά μόνο μία βεβαίωση της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Μ., ότι δεν επέδωσε και σε αυτόν την αίτηση αναίρεσης, γιατί πληροφορήθηκε ότι έχει αποβιώσει. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι αντικείμενο της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι η επικουρική βάση της από 7/5/2007 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτή ζητεί την διάρρηξη ως καταδολιευτικών, κατά το άρθρο 939 ΑΚ, των δικαιοπραξιών, με τις οποίες οι οφειλέτες της τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, μεταβίβασαν κατά κυριότητα στους λοιπούς αναιρεσίβλητους περιουσιακά τους στοιχεία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, ειδικά δε ως προς τον απόντα πρώτο αναιρεσίβλητο αναφέρεται ότι αυτός μεταβίβασε λόγω πωλήσεως με τρία νομίμως μεταγεγραμμένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια στους δέκατη, ενδέκατο και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα ιδιοκτησίας του. Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη οι απόντες δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, ένατη, δέκατη, ενδέκατος και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων έχουν κληθεί νόμιμα για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, γιατί κλήθηκαν νόμιμα από την αναιρεσείουσα για την αρχική δικάσιμο, ο δε αυτεπάγγελτος νέος προσδιορισμός της υπόθεσης μετά την ματαίωσή της και η εγγραφή της στο πινάκιο της δικασίμου της 13/12/2021 ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ενώ ως κλήτευση όλων των διαδίκων αποτελεί κατά το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (30-1-2023), αντίθετα δε δεν υπάρχει νόμιμη κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν έχει κλητευθεί από την αναιρεσείουσα. Περαιτέρω όμως, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας με τους δέκατη, ενδέκατο και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων, στους οποίους κατά την ένδικη αγωγή μεταβίβασε τα ακίνητα ιδιοκτησίας του με δικαιοπραξίες, των οποίων ζητεί την διάρρηξη η αναιρεσείουσα, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της δίκης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης όχι μόνο ως προς τον μη κλητευθέντα πρώτο αναιρεσίβλητο, αλλά και ως προς τους δέκατη, ενδέκατο και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων, που έχουν κλητευθεί νόμιμα, με την διευκρίνηση ότι ως προς την δέκατη αναιρεσίβλητη κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση μόνο ως προς την προς αυτήν μεταβίβαση ακινήτων από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, μεταβίβαση ακινήτου προς αυτήν, της οποίας ζητείται η διάρρηξη, έχει γίνει και από δεύτερο αναιρεσίβλητο, ενώ το δικαστήριο πρέπει ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των δεύτερου, τρίτου, τέταρτης, ένατης και δέκατης των αναιρεσιβλήτων (για την τελευταία ως προς την προς αυτήν μεταβίβαση ακινήτου από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο), αφού αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του. Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018). Περαιτέρω από τις διατάξεις του ν.1386/1983 "για τις προβληματικές επιχειρήσεις και τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" και των άρθρων 44 παρ.1, 46 παρ.1 και παρ.5 και 46α παρ.2 εδ. β` του ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη", που καταργήθηκαν με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), αλλά ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, προβλέπεται διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν σοβαρά, οικονομικά προβλήματα, όπως αυτά εξειδικεύονται στις εν λόγω διατάξεις. Για τη θέση επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση πρέπει να εκδοθεί απόφαση του (πολιτικού) εφετείου της έδρας της, ύστερα από αίτηση μέρους των πιστωτών αυτής (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 521/2015). Ειδικότερα, ο σκοπός που επιδιωκόταν με την υπαγωγή προβληματικής επιχείρησης στις ρυθμίσεις του ν. 1386/1983 ήταν, κυρίως, η εξυγίανσή της και η εξασφάλιση της βιωσιμότητάς της και, αν αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί, η εκκαθάριση της επιχείρησης και η από το προϊόν της εκκαθάρισης ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, με βάση τον πίνακα που συνέτασσε ο εκκαθαριστής (ΑΠ 49/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990 "Συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης, περιλαμβανομένης σε μια από τις περιπτ. α, β, γ ή δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης, εφόσον: α) οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και τον ισολογισμό της τελευταίας πριν από τη σχετική συμφωνία εταιρικής χρήσης, β) συναινούν γραπτά οι εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, γ) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης, με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης (παρ. 1). Υφιστάμενες εγγυήσεις, υποθήκες, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση, διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την κατά την πρώτη παράγραφο συμφωνία, αν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πιστωτής δεν συμφώνησε διαφορετικά (παρ. 2)". Από τις ανωτέρω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις προκύπτει ότι, εάν η (υπερχρεωμένη) επιχείρηση συμφωνήσει με πιστωτές της τον περιορισμό των χρεών της κατά τους όρους και υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, επικυρωθεί δε η σχετική συμφωνία από το αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), αφενός μεν η συμφωνία δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σ` αυτή και τους μη μετασχόντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφετέρου δε οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβήνονται οριστικώς και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών. Αναβίωση δε των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών δεν επέρχεται, παρά μόνον αν στη συμφωνία για τον περιορισμό τους έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση, η οποία στη συνέχεια πληρούται, ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση (ΑΠ ΑΠ 49/2021, ΑΠ 1848/2014, ΑΠ 1475/2013, ΑΠ 897/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τη διάταξη του άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και ορίζει ότι για την σύμβαση και αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι ο όρος που περιέχεται στην ανωτέρω κατά το άρθρο 44 Ν. 1892/1990 συναπτόμενη σύμβαση μεταξύ της προβληματικής επιχείρησης και των πιστωτών της, σύμφωνα με τον οποίο η ισχύς της συμφωνίας τελεί υπό την αίρεση της προσήκουσας και εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, που ανέλαβε η επιχείρηση έναντι των πιστωτών της, αποτελεί αναμφίβολα παρεμβολή στη σύμβαση διαλυτικής αίρεσης, η πλήρωση της οποίας επέρχεται, όταν περάσει άπρακτη η προθεσμία μέσα στην οποία όφειλε η επιχείρηση να ενεργήσει και έχει ως αποτέλεσμα, κατά τη βούληση των μερών, που σαφώς εκφράστηκε και είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 202 του ΑΚ, να ανατρέπεται η όλη σύμβαση με την έννοια ότι παύει αυτή να ισχύει και να επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση (πρβλ ΑΠ 64/2022, ΑΠ 580/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα), δυνάμει της υπ' αριθ. ... συμβάσεως, που κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Κ. Α. Ε. Κ. Β. Ε.", χορήγησε στην τελευταία πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 3.600.000 ευρώ, το ύψος της οποίας αυξήθηκε στη συνέχεια με ταυτάριθμες αυξητικές συμβάσεις μέχρι του ποσού των 6.500.000 ευρώ. Στις εν λόγω συμβάσεις (αρχική και μεταγενέστερες αυξητικές) συμβλήθηκαν οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι (ήδη τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες την εκπλήρωση των οφειλών της παραπάνω πιστούχου-πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, παραιτηθέντες της ενστάσεως της διζήσεως και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853 επ. ΑΚ. Στις 30-11-2006 η ενάγουσα κατήγγειλε μερικώς την παραπάνω σύμβαση και έκλεισε μερικώς οριστικά το λογαριασμό, ο οποίος κατά την εν λόγω ημερομηνία εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο ύψους 4.789.010,47 ευρώ. Συγχρόνως με την από 30-11-2006 επιστολή της κάλεσε τους υπόχρεους, μεταξύ των οποίων και τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους, να προβούν σε άμεση εξόφληση του προαναφερόμενου ποσού. Όμως, οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους, και έτσι κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε εις βάρος τους (της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών, τεσσάρων πρώτων εναγομένων) η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με βάση την οποία υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να της καταβάλουν το προαναφερόμενο ποσό των 4.789.010,47 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ακριβές αντίγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, επέδωσε στους τέσσερις πρώτους εναγομένους η ενάγουσα στις 5-12-2006, όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθμ.... επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ... Ρ. Π., πλην όμως και πάλι οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο καθένας από τους τέσσερις πρώτους των εναγομένων εγγυητών είχαν στην κυριότητά τους τα ακίνητα, που θα αναφερθούν πιο αναλυτικά παρακάτω. Αυτοί στο χρονικό διάστημα από 24 έως 29 Νοεμβρίου 2006, δηλαδή, καθ' ον χρόνο η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας από την προαναφερόμενη σύμβαση παροχής πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό ανερχόταν στο ποσό των 4.789.010,47 ευρώ, μεταβίβασαν κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως τα παρακάτω ακίνητα στους υπόλοιπους εναγομένους (ήδη πέμπτο έως και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων) με τα πιο κάτω συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ... Θεανώς Ζάγουρα, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Συγκεκριμένα: Α. ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) μεταβίβασε δυνάμει: 1) του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στους ενδέκατο και δωδέκατη των εναγομένων (ήδη ενδέκατο και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων) ...2) του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στην δέκατη εναγομένη (ήδη δέκατη αναιρεσίβλητη), 3) του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στην δέκατη εναγομένη... Β. ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) μεταβίβασε δυνάμει: 1) του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στους πέμπτο και έκτη των εναγομένων (ήδη πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων) το υπό στοιχείο Α4 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου οικοδομής στην οδό ... στη Λάρισα εμβαδού 32,60 τ.μ, αντί του αναγραφομένου τιμήματος ποσού 54.990,50 ευρώ, 2) του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στους έβδομο και όγδοη των εναγομένων (ήδη έβδομο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων) το υπό στοιχείο A 1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας εμβαδού 45,92 τ.μ αντί του αναγραφόμενου τιμήματος των 77.459 ευρώ, 3) του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στη δέκατη εναγομένη, έναν αγρό έκτασης 11.759 τ.μ που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του ΔΔ Μαρμάρινης του Δήμου Λακέρειας Ν.... αντί του αναγραφόμενου τιμήματος των 5.409,14 ευρώ, Γ. ο τρίτος εναγόμενος (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος) μεταβίβασε δυνάμει του υπ'αριθμ. ...6 συμβολαίου στους πέμπτο και έκτη των εναγομένων το υπό στοιχείο A 5 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της προαναφερθείσας πολυκατοικίας, εμβαδού 34,97 τ.μ αντί του αναγραφόμενου τιμήματος των 58.988,27 ευρώ, Δ. η τέταρτη εναγομένη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) μεταβίβασε δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου στην ένατη εναγομένη (ήδη ένατη αναιρεσίβλητη) το υπό στοιχείο Ε 2 διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου της ίδιας ως ανωτέρω πολυκατοικίας, εμβαδού 148,10 τ.μ αντί του αναγραφόμενου τιμήματος των 138.783,92 ευρώ... Στις 10-9-2007 καταρτίσθηκε μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Κ. Α. Ε. Κ. Β. Ε." και διαφόρων δανειστών αυτής, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, συμφωνία ρύθμισης των οφειλών αυτής και πληρωμής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν.1892/1990. Με την εν λόγω συμφωνία η ως άνω απαίτηση της ενάγουσας περιορίστηκε σε ποσοστό 40%. Επίσης συμφωνήθηκε να εξοφληθούν τα χρέη της ανωτέρω εταιρίας προς τους δανειστές της και ειδικότερα και προς την ενάγουσα σε 10 χρόνια μετά από διετή περίοδο χάριτος, αρχόμενη αυτή (περίοδος χάριτος) από την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, που επικυρώνει τη σχετική συμφωνία και ειδικότερα σε 20 εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι καταβλητέα σε έξι (6) μήνες μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος. Ρητά συμφωνήθηκε δε ότι σε περίπτωση που η ανωτέρω συμφωνία δεν επικυρωθεί από το δικαστήριο ή η οφειλέτρια εταιρία δεν τηρήσει τους όρους της συμφωνίας, τότε αυτή (συμφωνία) δεν θα παράγει έννομες συνέπειες και θα ανατρέπονται οι ρυθμίσεις αποπληρωμής των χρεών, τα οποία θα αναβιώνουν στα προ της συμφωνίας ποσά. Η παραπάνω συμφωνία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 175/2008 απόφαση του Εφετείου .... Εκ του σχετικού ως άνω περιεχομένου της κατά το άρθρο 44 του Ν.1892/1990 καταρτισθείσας συμφωνίας, προκύπτει ότι ο ποσοτικός, κατά ποσοστό 40%, περιορισμός της απαίτησης της ενάγουσας κατά της οφειλέτριας εταιρίας, και κατ' επέκταση και κατά των εις ολόκληρον ευθυνομένων εγγυητών, τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της προσήκουσας και εμπρόθεσμης εκπλήρωσης της υποχρέωσης της πρωτοφειλέτριας και ειδικότερα της εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων της, κατόπιν ποσοτικού περιορισμού, τελικής οφειλής. Επίσης από το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας προκύπτει, ότι καθ'ον χρόνο ισχύει αυτή οι υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας εταιρίας καθορίζονται και ρυθμίζονται από την συμφωνία αυτή. Η δικαστική απόφαση επικύρωσης της παραπάνω συμφωνίας κατά το άρθρο 44 του Ν.1892/1990 δημοσιεύθηκε στις 27-2-2008. Η περίοδος χάριτος, καθορισθείσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, έληγε στις 27-2-2010. Η πρώτη δόση της κατά τη συμφωνία περιορισθείσας απαίτησης της ενάγουσας έπρεπε να καταβληθεί μετά την παρέλευση της περίοδο(υ) χάριτος και επιπλέον και την παρέλευση έξι μηνών από τη λήξη της περιόδου χάριτος και συγκεκριμένα έπρεπε να καταβληθεί στις 27-8-2010, γεγονός που δεν συνέβη, με αποτέλεσμα να μην ισχύει έκτοτε η ανωτέρω συμφωνία μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και της ενάγουσας δανείστριας και συνακόλουθα να αναβιώνει η απαίτηση της ενάγουσας στο προ της συμφωνίας ποσό οφειλής, ήτοι το ποσό των 4.789.010,47 ευρώ. Η ανατροπή της ισχύος της παραπάνω συμφωνίας ρύθμισης και αποπληρωμής της οφειλής της πρωτοφειλέτριας έναντι (και) της ενάγουσας επήλθε από και με την άπρακτη παρέλευση της ημερομηνίας καταβολής της πρώτης δόσης της οφειλής. Ωστόσο όμως, η ένδικη αγωγή της ενάγουσας, με την οποία αυτή επιδιώκει τη διάρρηξη των ως καταδολιευτικών φερομένων δικαιοπραξιών για την ικανοποίηση της απαίτησής της, συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 1-12-2009, χρονικό σημείο κατά το οποίο η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, καθώς καθίστατο ληξιπρόθεσμη στις 27-8-2010. Επομένως το επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής, περί διάρρηξης των δικαιοπραξιών μεταβίβασης των ακινήτων ως καταδολιευτικών, είναι ουσιαστικά αβάσιμο και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί αυτή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής της, με την οποία ζήτησε τη διάρρηξη των ένδικων δικαιοπραξιών, δια των οποίων οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων μεταβίβασαν περιουσιακά τους στοιχεία στους λοιπούς (πέμπτο, έκτη, έβδομο, όγδοη, ένατη και δέκατη) αναιρεσιβλήτους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά των δευτέρου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 1-12-2009, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 και 202 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καταρτισθείσα μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και δανειστών αυτής και επικυρωθείσα από το εφετείο από 10-9-2007 συμφωνία ρύθμισης των οφειλών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν.1892/1990, η οποία τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της προσήκουσας και εμπρόθεσμης εκπλήρωσης της υποχρέωσης της πρωτοφειλέτριας και δη της εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων της τελικής οφειλής, ανατράπηκε αυτοδικαίως στις 27-8-2010 με την πλήρωση της ως άνω διαλυτικής αίρεσης, λόγω μη καταβολής από την πρωτοφειλέτρια της πρώτης δόσης της συμφωνίας ρύθμισης, η οποία έπρεπε να καταβληθεί την ως άνω ημερομηνία, και έτσι η συμφωνία αυτή έπαυσε να ισχύει εξ αρχής, με συνέπεια να αναβιώσει η αρχική απαίτηση της αναιρεσείουσας στο προ της συμφωνίας ποσό οφειλής, ήτοι το ποσό των 4.789.010,47 ευρώ, η οποία (απαίτηση) είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν τη συζήτηση της αγωγής (στις 1-12-2009) και συγκεκριμένα από 30/11/2006, οπότε η αναιρεσείουσα, κατά τις ίδιες παραδοχές, κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και έκλεισε οριστικά το σχετικό τηρούμενο λογαριασμό. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το εξεταζόμενο μέρος της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Πρέπει δε να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθούν οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, πέμπτος, έκτη, έβδομος, όγδοη, ένατη και δέκατη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τους πρώτο, ενδέκατο και δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ως προς τη δέκατη των αναιρεσιβλήτων, μόνο όμως κατά το μέρος, που αφορά την προς αυτήν μεταβίβαση ακινήτων από τον πρώτο αναιρεσίβλητο. - Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους. - Αναιρεί την υπ' αριθ. 160/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομο, όγδοη και ένατη των αναιρεσιβλήτων και επίσης ως προς την δέκατη των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που αφορά την προς αυτήν μεταβίβαση ακινήτου από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. - Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση. - Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και - Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, για τους οποίους έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ