Αριθμός 1581/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων : 1.Κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ-ΑΤΤΙΚΗ ΔΙΟΔΟΣ ΑΤΕ" (πρώην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΟΜΗ ΑΤΕ-WALL TΕΧΝΙΚΗ ΑΕ") που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2 Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ", η οποία εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΤΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΟΜΗ ΑΤΕ", ως μέλους της άνω Κοινοπραξίας και 3. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΔΙΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΗ ΔΙΟΔΟΣ ΑΤΕ" που εδρεύει στο δήμο …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "WALL Τεχνική Ανώνυμος Εταιρεία", ως μέλους της ως άνω κοινοπραξίας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΗΣ ΑΕ (ΔΕΠΟΣ ΑΕ)", που εδρεύει στην …και 2. Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α)Οικονομικών και β) Υποδομών-Μεταφορών & Δικτύων. Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντζελίνα Κουτσουγερα, το δε δεύτερο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α) 18-12-2007 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, β)την από 20-6-2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και γ) την από 5-9-2008 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 4405/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-4-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π.7/2006, 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν.1418/1984, όπως οι παρ. 1 και 3 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 παρ.3α του ν.3481/2006, ορίζονται τα εξής : "Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Kώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου (παρ.1). Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο (παρ.2 εδ. α). Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου. Εάν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, η αίτηση για τον καθορισμό του αρμόδιου εφετείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλεται μέσα στην ίδια δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή ή δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για άσκηση προσφυγής αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου. Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης (παρ.3). Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας...(παρ.6 εδ. α)". Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σ' αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (Α.Ε.Δ. 18/2009, 13/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι' ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007, 10/2003, 3/1999). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση με αντικείμενο την κατασκευή δημοσίου έργου, η οποία συνάπτεται κατά τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ. 29/2011, 3/1999, 8/1992, 45/1991, 10/1987). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 446/1976 "Περί συστάσεως Δημοσίας Επιχειρήσεως Πολεοδομήσεως, Οικισμού και Στεγάσεως", όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ. 811/1980 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 του ν. 949/1979 "Περί οικιστικών περιοχών", συνεστήθη "Δημοσία Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στεγάσεως", (πρώτη αναιρεσίβλητη) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου των ως άνω νομοθετημάτων, αυτή αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους, το δε Δημόσιο παρέχει σε αυτήν την πλήρη συμπαράσταση και εγγύηση αυτού για την επιτυχία των σκοπών της. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου πρώτου του π.δ. 158/1997, που εκδόθηκε σε εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών", το ως άνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία. Με το άρθρο δεύτερο του ιδίου Δ/τος εγκρίθηκε το καταστατικό αυτής. Με τις οικείες ρυθμίσεις του ως άνω καταστατικού ορίσθηκε ότι συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δημοσία Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στέγασης Ανώνυμη Εταιρεία (ΔΕΠΟΣ Α.Ε.)", η οποία θα λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για την κοινή ωφέλεια κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του κράτους, που ασκείται από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2414/1996 (άρθ. 1 παρ. 1), ότι το μετοχικό αυτής κεφάλαιο ύψους 3.031.599.986 δραχμών αντιστοιχεί σε μία μετοχή που ανήκει στο κράτος και έχει εξ ολοκλήρου καλυφθεί από αυτό (άρθ. 4 παρ. 1) και ότι αυτή απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων, σαν να είναι το Δημόσιο (άρθ. 29 παρ. 1). Τέλος, μεταξύ των σκοπών της ΔΕΠΟΣ ΑΕ, περιλαμβάνονται, και η εκπόνηση μελετών και η κατασκευή έργων, τα οποία χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή κοινοτικούς ή άλλους πόρους και εντάσσονται σε ολοκληρωμένα προγράμματα Υπουργείων κλπ, ως και η ανάληψη επιτελικού και εποπτικού ρόλου για λογαριασμό του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ ή άλλων Υπουργείων με στόχο την αποτελεσματική υλοποίηση προγραμμάτων και έργων που υλοποιούνται από το Δημόσιο κλπ (άρθρο 2 παρ. 7 και 8 του καταστατικού). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη υπόθεση μέρος τους τα εξής: "Δυνάμει της από 15-5-2002 προγραμματικής σύμβασης μελετών και έργων των αναπλάσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ του προγράμματος "ΑΘΗΝΑ 2004" που καταρτίστηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΔΕΠΟΣ ΑΕ έγιναν αμοιβαίως αποδεκτά και τα ακόλουθα: ότι το ΥΠΕΧΩΔΕ είναι ο φορέας χρηματοδότησης του έργου, δια των οικονομικών της ΣΑΗ 012 και ΣΑΕ 12. Η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. ορίστηκε ως φορέας μελέτης και υλοποίησης των έργων της ΣΑΜ 012 και ΣΑΕ 012 με κωδικούς ΣΑΜ 012... 2001 ΣΜΟ 1200005 "μελέτη ανάπλασης στον περιβάλλοντα χώρο και στην πρόσβαση του Ολυμπιακού Χωριού προϋπολογισμού 733.676 ευρώ και ΣΑΕ Ο12...2001 ΣΕΟ 12000013" ανάπλαση στον περιβάλλοντα χώρο και στις προσβάσεις του Ολυμπιακού Χωριού Προϋπολογισμού 4.548.000 ευρώ. Περαιτέρω ορίστηκε ότι κύριος και χρηματοδότης του έργου είναι το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ ενώ η ΔΕΠΟΣ ΑΕ ως φορέας μελέτης και κατασκευής των έργων θα λάβει τις εκεί αμοιβές (για μελέτες και εκτέλεση έργου). Ακολούθως η ΔΕΠΟΣ ΑΕ υπό την ως άνω ιδιότητά της το 2003 προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό για την ανάδειξη αναδόχου για την εκτέλεση του έργου "ανάπλαση περιβάλλοντα χώρου Ολυμπιακού Χωριού - φύτευση και άρδευση Λεωφόρου Κύμης, τον οποίο (όπως καθ' υποφορά συνομολογείται από τις προσφεύγουσες), κύριος του έργου είναι το ΥΠΕΧΩΔΕ και φορέας κατασκευής η αναθέτουσα αρχή η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. Στο διαγωνισμό αυτό μετείχε και η πρώτη προσφεύγουσα κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΟΜΗ ΑΤΕ - WALL ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." και κοινοπρακτούντα μέλη τις λοιπές, η οποία αναδείχθηκε μειοδότης. Κατόπιν αυτών με το από 24-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό (σύμβαση εργολαβίας διεπόμενη από το Ν. 1484/1984 Π.Δ. 609/1985, 301/2001 κλπ) η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. ανέθεσε στην προσφεύγουσα την εκτέλεση του έργου. Ενόψει των προαναφερθέντων και κατ' ακολουθίαν όσων διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας με την υπό κρίση προσφυγή εισάγεται προς επίλυση διαφορά που πηγάζει από σύμβαση δημόσιου έργου, η οποία (σύμβαση) έχει διοικητικό χαρακτήρα (άρθρα 1 § 1 και 2 εδ. 1 και 9 εδ. γ Ν 1406/1983) αφού περαιτέρω αυτή αποβλέπει στο δημόσιο συμφέρον δηλαδή στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος των πολιτών. Πρέπει συνεπώς, κατά τη βάσιμη ένσταση της καθής η προσφυγή, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και πριν από το παραδεκτό της προσφυγής (τήρηση της προδικασίας του άρθρου 12 Ν. 1484/1864) να απορριφθεί η υπό κρίση προσφυγή για το λόγο αυτό...". Με βάση την ανωτέρω αιτιολογία το Εφετείο ήχθη στην απόρριψη της ενδίκου προσφυγής, που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΠΟΣ Α.Ε." για πληρωμή οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής, ύψους 1.094.009,55 ευρώ , βάσει του 6ου και 7ου λογαριασμού. Η συγκεκριμένη διαφορά όμως, που γεννήθηκε κατά την εκτέλεση συμβάσεως κατασκευής δημοσίου έργου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της καθ' ης η προσφυγή ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, ανωνύμου εταιρείας ΔΕΠΟΣ, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, κατά τα προλεχθέντα, και της πρώτης προσφευγούσης και ήδη πρώτης αναιρεσειούσης εργοληπτίας κοινοπραξίας, δεν έχει διοικητικό χαρακτήρα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και κατά συνέπεια δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αφού συμβαλλόμενο μέρος δεν ήταν το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά έχει ιδιωτικό χαρακτήρα και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος. Είναι δε αδιάφορο το ότι η ΔΕΠΟΣ ΑΕ λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για την κοινή ωφέλεια, ότι αυτή ανήκει καθ' ολοκληρίαν στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι απολαύει όλων των διοικητικών οικονομικών και δικαστικών ατελειών και προνομίων σαν να ήταν το Δημόσιο. Επίσης στερείται για το υπό εξέταση ζήτημα, εννόμου επιρροής το ότι η προειρημένη εργολαβική σύμβαση αφορούσε την κατασκευή έργου εξυπηρετούντος δημόσιο σκοπό και είχε συναφθεί κατά τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων και το ότι αυτή καταρτίσθηκε στα πλαίσια της ως άνω από 15-5-2002 προγραμματικής συμφωνίας μεταξύ της ΔΕΠΟΣ ΑΕ και του Ελληνικού Δημοσίου για την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό ορισμένων περιοχών με χρηματοδότηση της πρώτης από το δεύτερο, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αφού το Ελληνικό Δημόσιο δεν μετείχε ως συμβαλλόμενο μέρος κατά την σύναψη της ενδίκου, από 24-10-2003, εργολαβικής συμβάσεως μεταξύ της ΔΕΠΟΣ ΑΕ και της εργοληπτρίας κοινοπραξίας και μάλιστα ευρισκόμενο βάσει του διέποντος τη σύμβαση κανονιστικού πλαισίου ή βάσει ρητρών που εμπεριέχονται στη σύμβαση, σε υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλομένης κοινοπραξίας. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της ενδίκου προσφυγής, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αυτές του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως διατείνονται οι αναιρεσείουσες με τον αντίστοιχο μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεώς των. Πρέπει συνεπώς κατά παραδοχήν του λόγου τούτου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ` αριθ. 4405/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών εκ τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ