Αριθμός 522/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., έως και 19) Σ. Ψ. του Ι., κατοίκου ... . Οι υπό στοιχεία 1, 2, 4, 6, 7, 9, 10, 11, 12, 14, 16, 18 αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 3, 5, 8, 13, 15, 17, 19 αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17/4/2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 603/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3134/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/11/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 17/5/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της από 28/11/2011 αιτήσεως της Δ.Ε.Η., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../2-2-2012, .../2-2-2012 και .../2-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η συζήτηση της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έγινε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον οι από αυτές Ε. Γ., Α. Κ., Μ.-Π. Κ., Ά. Π., Α. Τ., Π. Τ. και Σ. Ψ., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, κατά την νόμιμα ορισθείσα δικάσιμο και την από τη σειρά του οικείου πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ). Κατά το άρθρο 16 παρ. 5 εδ. πρώτο του Συντάγματος, η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα, που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση ..., κατά δε την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, η επαγγελματική και κάθε άλλη εκπαίδευση παρέχεται από το κράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές. Με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις καθιερώνεται η διάκριση της ανώτατης από την ανώτερη επαγγελματική εκπαίδευση από τις οποίες η πρώτη έχει ως αποστολή την προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης με την έρευνα και τη διδασκαλία, ενώ η δεύτερη αποσκοπεί στη μετάδοση ειδικών γνώσεων και εμπειριών κατάλληλων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος. Εξάλλου, ο κοινός νομοθέτης, εξειδικεύοντας τους ορισμούς του Συντάγματος για την επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση, προέβλεψε με το ν. 576/1977 την ίδρυση των Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως (Κ.Α.Τ.Ε.Ε), τα οποία συγκροτούσαν περισσότερες Ανώτερες Τεχνικές και Επαγγελματικές Σχολές (άρθρο 27). Αυτά καταργήθηκαν με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 1404/ 1983, ο οποίος ίδρυσε τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.) και τα οργάνωσε ως σχηματισμούς της προβλεπόμενης από το άρθρο 16 παρ. 7 του Συντάγματος ανώτερης εκπαιδεύσεως. Ειδικότερα, ο νομοθέτης (άρθρο 1 παρ.1 ν 1404.1983) όρισε ότι τα Τ.Ε.Ι. είναι ν. π. δ. δ. αυτοδιοικούμενα στα πλαίσια του ν. 1404/1983, η δε κρατική εποπτεία επ' αυτών ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Περαιτέρω στον ίδιο νόμο, ορίστηκε ότι τα Τ.Ε.Ι. είχαν ως αποστολή, μεταξύ άλλων, να παρέχουν θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση για την εφαρμογή επιστημονικών, τεχνολογικών, καλλιτεχνικών ή άλλων γνώσεων και δεξιοτήτων στο επάγγελμα και ότι, εκ της ανωτέρω αποστολής τους "τα Τ.Ε.Ι., διακρίνονται σαφώς, ως προς το ρόλο και την κατεύθυνση των ιδίων και των αποφοίτων τους και ως προς το περιεχόμενο και τους τίτλους σπουδών, από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα" (άρθρο 1 παρ.2). Ακολούθως, δημοσιεύθηκε ο ν.2916/2001" Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι "α) Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: αα) τον πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά . Ιδρύματα. Β) Τα ιδρύματα των δύο τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης λειτουργούν συμπληρωματικά, με διακριτές φυσιογνωμίες και ρόλους, σκοπό και αποστολή που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον πανεπιστημιακό τομέα και τον τεχνολογικό τομέα, γ) όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο όρος " Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα" νοούνται τα ιδρύματα που ήδη λειτουργούν, τα οποία ανήκουν στον πανεπιστημιακό τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και θα αποκαλούνται εφεξής "Πανεπιστήμια" ....". Με το άρθρο δε 5 παρ. 12 περ. γ' του ιδίου νόμου προστέθηκε παράγραφος 3 στο άρθρο 25 του ν. 1404/1983, με την οποία ορίζεται ότι "το πτυχίο που χορηγείται από τμήματα Τ.Ε.Ι. είναι βασικός τίτλος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών σε ελληνικά ή ξένα Πανεπιστήμια, με τις προϋποθέσεις που εκάστοτε ισχύουν για τους πτυχιούχους ανώτατης εκπαίδευσης". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις (του ν. 2916/2001) προκύπτει ότι με το νόμο αυτόν ορίστηκε η διάρθρωση της ανώτατης εκπαιδεύσεως η οποία πλέον αποτελείται από δύο, σαφώς διακρινόμενους μεταξύ τους, παράλληλους τομείς, τον πανεπιστημιακό, που συναπαρτίζει όλα τα υφιστάμενα Α.Ε.Ι. και τον τεχνολογικό μη πανεπιστημιακό, που περιλαμβάνει τα Τ.Ε.Ι. Η υπαγωγή δε των τελευταίων στην ανώτατη εκπαίδευση συνδέθηκε με τη συμμόρφωση προς τις αντίστοιχες συνταγματικές επιταγές, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την πλήρη αυτοδιοίκηση των ιδρυμάτων, το καθεστώς του Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. και τα θέματα σπουδών και δεν σκόπευε στην πλήρη εξομοίωση αυτών με τα Α.Ε.Ι. Έτσι, ο χαρακτηρισμός πλέον των πτυχίων των Τ.Ε.Ι. ως βασικών τίτλων σπουδών ανώτατης εκπαιδεύσεως δε συνεπάγεται και την ισοτιμία αυτών με τα πτυχία των Α.Ε.Ι. ιδιαίτερα ως προς τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων. Τούτο συνάγεται σαφώς α) από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 12, όπου προσδιορίζεται και η συνέπεια του χαρακτηρισμού αυτού, που είναι η "δυνατότητα προσβάσεως των πτυχιούχων Τ.Ε.Ι σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών σε ελληνικά ή ξένα πανεπιστήμια", την οποία δεν είχαν πριν από το 2916/2001, προσδιορισμός που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν περιττός, β) από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 6 περίπτωση β' του ιδίου νόμου, κατά την οποία τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τα ΤΕΙ μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού είναι τα ίδια με αυτά που καθορίζονται με τα προεδρικά διατάγματα, που έχουν εκδοθεί κατά ειδικότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου γ' της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1404/1983 και γ) από την εισηγητική έκθεση, στην οποία γίνεται σαφής αναφορά ότι με το νόμο αυτόν "δεν επιχειρείται διαφοροποίηση μεταξύ των παλαιών και νέων πτυχίων Τ.Ε.Ι. που είναι μεταξύ τους ισότιμα, όπως ακριβώς τα ίδια παραμένουν και τα επαγγελματικά δικαιώματα των παλαιών και νέων πτυχιούχων Τ.Ε.Ι.". Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά. Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μία άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος την οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ.ΑΠ 4/2004). Η εν λόγω δε αρχή καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ αφού και οι όροι αυτοί έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1876/ 1990. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/7-12-1974 και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό αυτής κατατάσσεται σε Κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, οι οποίες υποδιαιρούνται σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και συγκεκριμένος αριθμός οργανικών θέσεων. Κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό Κλιμάκιο, Βαθμίδα, Κατηγορία και Κλάδο, για πλήρωση οργανικής θέσης. Οι Κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού σύμφωνα με το είδος της απασχόλησης του. Η Κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων, που χαρακτηρίζεται από γενικά προσόντα της ίδιας ή και διαφορετικής εκπαιδευτικής στάθμης και που έχει μισθολογική εξέλιξη η οποία σχετίζεται, κατά βάση και κατά περίπτωση, με τη στάθμη του τυπικού προσόντος (στοιχειώδης, βασική, μέση, ανώτερη και ανώτατη). Έτσι, στον Κλάδο των Τεχνικών περιλαμβάνεται και η Κατηγορία Τ2- Πτυχιούχοι θετικών Επιστημών, με προσόντα "δίπλωμα Θετικών Επιστημών Ανώτατης Σχολής ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής", στον Κλάδο του Διοικητικοοικονομικου ανήκει και η κατηγορία ΔΟΙ-Πτυχιούχοι, με προσόν "πτυχίο Ανώτατης Σχολής ημεδαπής κατεύθυνσης συναφούς προς τις διοικητικοοικονομικές και εμπορικές επιστήμες ή ισότιμο αλλοδαπής" και στον Κλάδο των Υγειονομικών περιλαμβάνεται και η κατηγορία Υ3-Υγειονομικοί Τεχνολόγοι, με προσόντα "πτυχίο αναγνωρισμένης Ανώτερης Σχολής Υγειονομικής Κατεύθυνσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής". Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 του ΓΚΠ/ ΔΕ-Η, το Δ.Σ. της ΔΕΗ χορηγεί, με την επιφύλαξη των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, ειδικά επιδόματα σε ορισμένες κατηγορίες ή ειδικότητες προσωπικού, που έχει ιδιαίτερα προσόντα ή προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ορισμένη θέση ή κάτω από ειδικές συνθήκες ή σε ορισμένο τόπο και εφόσον διαρκεί η παροχή αυτή των υπηρεσιών του. Μεταξύ των επιδομάτων αυτών, είναι τα επιδόματα "Στάθμης Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης" και "Ανώτερης Εκπαίδευσης", που προβλέπονται από την από 4-3-1982 ΕΣΣΕ μεταξύ της ΔΕΗ και των εργαζομένων της. Τα επιδόματα αυτά μετά τη δημοσίευση του 2916/2001, μετονομάστηκαν σε "Επίδομα Στάθμης Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης Πανεπιστημιακού Τομέα" και "Επίδομα Στάθμης Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης Τεχνολογικού Τομέα", σύμφωνα με τη διάκριση των δύο τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως αυτή γίνεται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του παραπάνω νόμου. Στους εργαζομένους που ανήκουν στις κατηγορίες ΔΟΙ και Τ2 και είναι πτυχιούχοι Α.Ε.Ι. χορηγείται το επίδομα Στάθμης Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης, ανερχόμενο, μετά από αναπροσαρμογές, σε 42% επί του μισθού τους, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 33/15-2-2000 απόφαση του ΔΣ της εφεσίβλητης. Στους εργαζομένους της κατηγορίας Υ3, που είναι πτυχιούχοι Τ.Ε.Ι. ή σχολών ισότιμων με αυτά, στους οποίους ανήκουν και οι ενάγουσες, χορηγούταν το επίδομα Στάθμης Σπουδών Ανώτερης Εκπαίδευσης, σε ποσοστό 33% επί του μισθού τους, από 1-7-2000, το οποίο από 1-2-2004, με την υπ' αριθμόν 17/13-1- 2004 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΗ μετονομάστηκε σε επίδομα Στάθμης Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης Τεχνολογικού Τομέα και αυξήθηκε σε ποσοστό 40% επί του μισθού τους. Η παροχή των ως άνω επιδομάτων και οι σχετικές, κατά τα άνω, αναπροσαρμογές αυτών έγιναν από ελευθεριότητα της εναγομένης και κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 του ως άνω Κανονισμού, η οποία και διατήρησε το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ή τροποποιήσει, μερικά ή ολικά, κατά την κρίση της, οποτεδήποτε το θεωρήσει σκόπιμο (πρβλ. Α.Π. 452/2010). Επομένως, το επίδικο επίδομα αφορά σε οικειοθελή παροχή της εναγομένης-εφεσίβλητης, σε δύο διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών της, οι οποίες διακρίνονται ανάλογα με το τυπικό προσόν του πτυχίου που κατέχουν. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, οι ενάγουσες εκθέτουν ότι κατέχουν πτυχίο των ΤΕΙ και εργάζονται στην εναγομένη, ως Νοσηλεύτριες, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η εναγομένη, μετά τη δημοσίευση του ν. 2916/2001, με τον οποίο τα ΤΕΙ εντάχθηκαν στην ανώτατη εκπαίδευση, αρνείται να τους καταβάλει το σχετικό επίδομα, εκ ποσοστού 42% επί του μισθού των πτυχιούχων ΑΕΙ (αντί ποσοστού 33% και, στη συνέχεια, 40%, που τους καταβάλλει), το οποίο, σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωμένη να το καταβάλλει με βάση την αρχή της ισότητας. Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη. Από τις ενάγουσες ασκήθηκε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και, περαιτέρω, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, ως διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και καταβλητέου σ' αυτούς, ως άνω επιδόματος. Έτσι όπως έκρινε το εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ν. 2916/2001 και τις εκδοθείσες με βάση αυτόν ΣΣΕ, άρθρων 4, 16 παρ. 5 και 22 του Συντάγματος, 288 ΑΚ, άρθρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, άρθρ. 9 ΓΚΠ/ΔΕΗ, άρθρ. 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, τα πτυχία των αποφοίτων ΤΕΙ δεν είναι ισότιμα με αυτά των αποφοίτων των ΑΕΙ, ιδιαίτερα ως προς τα επαγγελματικά τους δικαιώματα, ούτε συντρέχει περίπτωση παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού πρόκειται για οικειοθελή παροχή προς εργαζομένους ορισμένης κατηγορίας, που παρέχουν συγκεκριμένη εργασία, με διαφορετικέ, όμως, προϋποθέσεις, δηλαδή με διαφορετικά τυπικά προσόντα, που αποτελούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ειδικό λόγο, που επιβάλλει τη διαφορετική αντιμετώπιση των πτυχιούχων ΑΕΙ συναδέλφων των εναγουσών, έναντι αυτών. Επομένως, η μη χορήγηση στις ενάγουσες του συγκεκριμένου επιδόματος, αλλά εκείνου, που αντιστοιχεί στα δικά τους τυπικά προσόντα, δεν εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενέστερη μισθολογική μεταχείριση σε βάρος τους, αλλά παρίσταται, ενόψει των προαναφερομένων, δικαιολογημένη και, συνεπώς, σύμφωνη με το Σύνταγμα και το νόμο. Συνακόλουθα, δεν πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, σε βάρος των εναγουσών ούτε για δικαιολόγητο πλουτισμό της, που επήλθε από τη μη χορήγηση του ίδιου επιδόματος, η καταβολή, άλλωστε, του οποίου, δεν είχε νόμιμη αιτία (βλ. και Α.Π. 2028/2006). Επομένως η ένδικη αίτηση, κατά τον πρώτο λόγο αυτής, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Επειδή, ο Οργανισμός Ασφαλίσεως Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), που είχε συσταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999 (Α' 286) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σκοπό είχε την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού και ασκούσε την κύρια και την επικουρική ασφάλιση καθώς και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του (όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου διατάξεις), την οποία ασκούσε η ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η.. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12 και 13 του ν. 2773/1999, 2 παρ. 3, 3, 4 παρ. 3, 7 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 5 του π.δ. 51/2001 (Α' 41), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, και τις διατάξεις της Φ.50/οικ. 1030/11.7. 2001 κοινής αποφάσεως των Υφυπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 945), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, συνάγεται ότι ο ανωτέρω Οργανισμός κατέστη εκ του νόμου οιονεί καθολικός διάδοχος της Δ.Ε.Η. σε όλα τα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως του προσωπικού και των συνταξιούχων της, υποχρεούμενος, κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 5 της συμβάσεως που κυρώθηκε με την παράγραφο 12 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, να καλύπτει και να εξασφαλίζει όλες τις κάθε είδους υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Δ.Ε.Η. με την ιδιότητα του ασφαλιστικού φορέα, ακόμη δηλαδή και υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη λειτουργίας των οργάνων και υπηρεσιών του Οργανισμού ή και τη σύσταση αυτού. Για να μπορέσει δε ο Οργανισμός αυτός να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του-εν όψει του ότι δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτόν η εξυπηρετούσα τον καταργούμενο ασφαλιστικό φορέα της Δ.Ε.Η. περιουσία, αλλά παρέμεινε ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η.- θεσπίστηκε υποχρέωση του Κράτους να καλύπτει με τις αναγκαίες καταβολές όλες τις οικονομικές ανάγκες του νέου Οργανισμού (ακόμη και τις έκτακτες). Εξάλλου, με κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Φ.50/οικ. 1030/2001 ορίσθηκε ως ημερομηνία ενάρξεως της λειτουργίας του μεν Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ασφαλίσεως Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η.) η 1η Αυγούστου 2001, των δε υπηρεσιών του εν λόγω Οργανισμού η 1η Ιανουαρίου 2002. Περαιτέρω, με την παράγραφο 7 του άρθρου 34 του Ν. 2773j 1999, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 26 του Ν. 2919/2001, ορίσθηκε ότι "το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη λειτουργίας του ΟΑΠ/ΔΕΗ στη Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ αποσπάται αυτοδίκαια στον ΟΑΠ/ΔΕΗ, χωρίς χρονικό περιορισμό...Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας καθώς και οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη βαρύνουν τον Οργανισμό, για όσο χρόνο οι ανωτέρω παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αυτόν". Στην προκειμένη Περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν, μεταξύ άλλων, δεκτά τα εξής: Ότι οι αναιρεσίβλητοι αποσπάθηκαν αυτοδικαίως από τη Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ στον Ο.Α.Π.-ΔΕΗ, από τον οποίο και από Μ-2003_μισθοδοτούνται, έκτοτε δε κατέστη αυτός εκ το νόμου διάδοχος εργοδότης της αρχικής εργοδότριάς τους ΔΕΗ, ο οποίος βαρύνεται πλέον έναντι αυτών για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων τους ... . Στη συνέχεια το εφετείο, δέχθηκε ότι για το μέχρι την 1-1-2003 χρονικό διάστημα είναι υπόχρεη η αναιρεσείουσα έναντι των αναιρεσιβλήτων, για καταβολή σ' αυτούς των πάσης φύσεως αποδοχών (μεταξύ των οποίων και το επίδικο επίδομα). Έτσι όπως έκρινε το εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολο της, ως παθητικά ανομιμοποίητη έναντι αυτής, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού οι αναιρεσίβλητοι μέχρι το ως άνω χρονικό διάστημα μισθοδοτούνταν από την αναιρεσείουσα, η δε υποχρέωση προς καταβολή σ' αυτούς των κάθε μορφής αποδοχών τους εκ μέρους του ΟΑΠ/ΔΕΗ άρχισε από 1- 1-2003. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τα ανωτέρω, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3134/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ