ΑΡΙΘΜΟΣ 248/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1. Θ. Θ. του Κ. και 2. Σ. Π. του Γ., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στον Συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1007/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρείας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρείας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 785/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα με αριθμό 237/13-11-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας - σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, τις από 29-5-2012 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Θ. Θ. του Κ., κατοίκου ... και β) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που ασκήθηκαν με δήλωση του έχοντος ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα δικηγόρου τους, Αποστόλου Μπανιώτη, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της υπ' αριθμ. 1007/1-11-2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξάνδρειας και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, καθώς και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά της υποκείμενης σε έφεση αποφάσεως, έστω και αν αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προς έφεση προθεσμίας. Και τούτο διότι, εφόσον παρέχεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, με το οποίο μπορεί ο δικαιούχος να πετύχει τη νομική και ουσιαστική επανεξέταση της υποθέσεώς του από ανώτερο δικαστήριο, στο ένδικο αυτό μέσο πρέπει κατά πρώτο λόγο να προσφύγει και όχι στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 584/2011, ΑΠ 724/2009, ΑΠ 2567/2008). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκείνος που καταδικάστηκε έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση: α) ... β) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε σε φυλάκιση πάνω από τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1007/1-11-2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξάνδρειας οι ήδη αναιρεσείοντες Θ. Θ. και Σ. Π. καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση πέντε μηνών, με τριετή αναστολή, και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ (ο καθένας) για παράβαση των άρθρων 1 εδ. δ', 2 παρ. 1,3,4 παρ. 1 εδ. α', γ' Ν. 3037/2002. Κατά της αποφάσεως αυτής που ήταν εκκλητή, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση. Αυτοί όμως άσκησαν κατ' αυτής τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον οι αναιρέσεις στρέφονται εναντίον αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω το Δικαστήριό Σας: Α) Να απορρίψει ως απαράδεκτες τις από 29-5-2012 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Θ. Θ. του Κ., κατοίκου ... και β) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ...), κατά της υπ' αριθμ. 1007/1-11-2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξάνδρειας Και Β) Να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 13-11-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Κων. Δασούλας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 28/5/2012 δηλώσεις αναιρέσεως των Θ. Θ. του Κ. και Σ. Π. του Γ., επιδοθείσαι στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29/5/2012 στρεφόμεναι κατά της αυτής αποφάσεως, υπ' αριθμ. 1007/2011 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρείας, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας. Κατά την διάταξη του άρθρου 504§1 Κ.Π.Δ. "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε την διάταξη του άρθρου 489§1 ιδίου Κώδικος, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκείνος που καταδικάστηκε και ... έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση ...", στοιχ. β' "κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου ... αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ...". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 ΚΠΔ "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται" ... ή σε κάθε άλλη περίπτωση για την οποία ο νόμος προβλέπει ρητώς ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, ανεξαρτήτως εάν η επιτρεπομένη έφεση δεν ησκήθη και παρήλθεν άπρακτη η οριζομένη προθεσμία για την άσκησή της, ή εάν ησκήθη και απερρίφθη είτε για τυπικούς, είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1007/1-11-2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρείας, οι αναιρεσείοντες κατεδικάσθησαν εις φυλάκιση πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ έκαστος, για παράβαση του Ν. 3037/2002. Κατά της τοιαύτης αποφάσεως επιτρέπεται έφεση κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 489 Κ.Π.Δ., αφού η επιβληθείσα ποινή εις τους αναιρεσείοντες υπερβαίνει τους τρεις μήνες, εντεύθεν η προσβαλλομένη ως άνω απόφαση, υποκειμένη κατά την έκδοσή της εις έφεση, δεν προσβάλλεται με αναίρεση, και οι κρινόμενες δηλώσεις αναιρέσεως, ασκούμενες εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρ. 513§1 εδ.α' Κ.Π.Δ.), καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476§1, 583§1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 28/5/2012 δηλώσεις των Θ. Θ. του Κ. και Σ. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1007/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρείας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) έκαστον. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ