Αριθμός 1321/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείου-κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση, για αναίρεση της 51948/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1928/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967 "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους, εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφ' ής κατέστησαν απαιτητές προς τους άνω οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δραχμών". Εξ άλλου κατά την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου "όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών". Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού του ΙΚΑ που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 55575/1965 απόφαση του Υπουργού Εργασίας χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με το άρθρ. 1 αρ. 168 του Ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επομένου μηνός από το χρόνο ο οποίος έχει ορισθεί. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτόν εργαζομένους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικόν οργανισμόν, στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξ άλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Κατ' ακολουθίαν για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του Α.Ν.. 86/1967 αποφάσεως, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών διατάξεων να περιέχονται σ' αυτή τα για την θεμελίωση των δύο παραπάνω αξιόποινων πράξεων κρίσιμα περιστατικά που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στο άνω Ταμείον προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, που βάση των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ταμείο ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρεκράτησε. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής (Ολ. ΑΠ 1/1996). ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνουν την αιτιολογίαν της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποίαν στήριξε στα λεπτομερώς κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, που διατηρούσε επιχείρηση ( Νυκτερινό κέντρο ) με την επωνυμία " ..... Ε.Ε." της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, ενώ απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο από το μήνα Νοέμβριο του έτους 1998 έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 1999, με σχέση εργασίας ,19 μισθωτούς, με σύνολο αποδοχών 5.569.648 δ.ρ.χ., που ήταν ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α ,δεν κατέβαλε μέσα στη μηνιαία προθεσμία, αφότου ήταν απαιτητές προς το Ι.Κ.Α α) ποσόν 1.836.466 δ.ρ.χ., που αφορούσε εργοδοτικές εισφορές που βάρυναν τον ίδιο και β) παρακράτησε ποσόν 918.233.δ.ρ.χ., που αφορούν εργατικές εισφορές των προσώπων που εργάσθηκαν στην επιχείρησή του χωρίς να τις αποδώσει στο Ι.Κ.Α. Οι ισχυρισμοί του ότι είχε υπεκμισθώσει το κέντρο σε τρίτα πρόσωπα, που είχαν αναλάβει με ιδιωτικό συμφωνητικό την υποχρέωση, να πληρώσουν τα ποσά, αυτά στο Ι.Κ.Α, εκτός από το ότι δεν προέκυψε, από την αποδεικτική διαδικασία (δεν προσκομίσθηκαν σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά) δεν ενδιαφέρει, αφού αυτό αφορά ιδιαίτερη συμφωνία αστικής φύσεως και δεν τον απαλλάσει από την υποχρέωσή του προς το Ι.Κ.Α με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας στην οποία εργάζοντο οι μισθωτοί. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του αν.ν. 86/1967 με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β του Π.Κ. και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών την οποίαν μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού υφίσταται ασάφεια αναφορικά με το ύψος των επί μέρους κατά μήνα καταβλητέων εργατικών και εργοδοτικών εισφορών και ως προς τον χρόνον απασχολήσεως των επί μέρους μισθωτών. Ειδικότερα ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως το προσωπικό απασχολήθηκε στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 1998 έως και το μήνα Μάρτιο 1999 και ότι αυτός ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του κάθε μήνα, στη συνέχεια η απόφαση δέχεται ότι οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις της μη καταβολής των επιδίκων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών τελέσθηκαν απ' αυτόν την 12-4-2000 χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται περί μιας ή περισσοτέρων πράξεων ενός κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικοτέρας πράξεως ούτε επίσης να προσδιορίζονται τα επί μέρους ποσά των κατά μήνα καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών και ο χρόνος καταβολής αυτών. Υπάρχει επομένως ασάφεια και έλλειψη στην αιτιολογία της αποφάσεως τόσον αναφορικά με τα χρηματικά ποσά των επί μέρους κατά απασχοληθέντα μισθωτόν οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών όσον και αναφορικά με τον χρόνον καταβολής αυτών και εκείνου της τελέσεως των επί μέρους πράξεων που είναι κρίσιμος εν προκειμένω, γιατί λόγο του χαρακτήρος των τελεσθεισών πράξεων ως πλημμελημάτων, υποκειμένων με συνυπολογισμόν και του χρόνου της τριετούς αναστολής σε συνολική παραγραφή οκτώ ετών συντρέχει περίπτωση εξαλείψεως του αξιοποίνου ορισμένων από τις μερικότερες πράξεις με παραγραφή. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία είναι βάσιμος και πρέπει ν' αναιρεθεί η απόφαση .. Μετά ταύτα η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση ( άρθρο 519 Κ.Π.Δ.), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας ως αλυσιτελούς των υπολοίπων λόγων της υπό κρίση αιτήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 51948/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ