Αριθμός 655/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης", που εδρεύει στη Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά. Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Κ. Α. Π. - Δ. και Β. Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Αντωνίου Βεκρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3170/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 894/2019 μη οριστική και 6124/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη από 14-05-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ.6124/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.3170/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 15.07.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.2, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθ.83 του ν.4790/2021 και 25 του ν.4792/2021). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ προκύπτει ότι ο νομέας αλλοτρίου πράγματος, αν ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς ν'αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία (ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 707/2016). Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως όχλησης προς απόδοση και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής. Ωφελήματα δε είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρ.962 ΑΚ). Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ` άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα ( ΑΠ 822/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ. 914 ΑΚ). Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα. Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ. 1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη. Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ). Δικαιούχος δε της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014, ΑΠ 599/2013). Εξάλλου, ο Ν 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος επανέλαβε κατ? αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχε ο ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1-1-2015 Ν 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης -εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 § 1 και 91 εδ. α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 § 1, 141 του Ν 4270/2014) τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 § 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", β) το άρθρο 90 § 2: Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη, από της καταβολής. Για τα τελωνειακά έσοδα ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 1165/1918 του Τελωνειακού Κώδικα, όπως ισχύει. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και επί ποσών που εισπράττονται από το Δημόσιο για λογαριασμό τρίτων, γ) το άρθρο 91 εδ. α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής", δ) το άρθρο 94 εδάφιο δ?: "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Όσον αφορά στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ. α', β' και 276 § 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται" (ΑΠ 1484/2021). Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 516 Κ.Πολ.Δ, ο νικητής διάδικος έχει δικαίωμα να προσβάλλει την απόφαση με έφεση εφόσον στοιχειοθετεί έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος μπορεί να ασκήσει έφεση μόνον εφόσον υφίσταται βλάβη από την απόφαση, και ειδικότερα να ασκήσει έφεση, αν η αγωγή εσφαλμένα απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (λ.χ αοριστία, έλλειψη έννομου συμφέροντος), ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, δηλαδή ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, πράγμα που είχε ζητήσει (ΑΠ 2/2006). Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της εφέσεως δικαστήριο (ΑΠ 1037/2010). 3. Στην προκείμενη περίπτωση,από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 15-7-2016 αγωγή της κατά του εναγομένου Δήμου και ήδη αναιρεσείοντος, ισχυρίστηκε ότι αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση κυρία των αναφερομένων υπό στοιχεία Κ1, Κ2, Κ3 ακινήτων, που βρίσκονται στην περιφέρεια του Δήμου Βούλας και ότι ο εναγόμενος Δήμος από το έτος 2001 έως τις 6-4-2012, όταν και απεβλήθη από τα εν λόγω ακίνητά της, κατέλαβε αυτά και ανήγειρε εντός του Κ3 ακινήτου κέντρο αναψυχής, το οποίο εκμίσθωσε σε τρίτο, εισπράττοντας μηνιαίο μίσθωμα, που για την περίοδο από 1-1-2011 και εφεξής ανερχόταν στο ποσό το 15.000 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει α) το ποσό των 240.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα που εισέπραξε κατά το διάστημα από 1-1-2011 έως 6-4-2012, ως κακόπιστος νομέας των ακινήτων της, β) το ποσό των 1.200.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μίσθωμα ή αποζημίωση χρήσης το οποίο με βεβαιότητα θα κατέβαλλε για να μισθώσει ανάλογο χώρο ή σε κάθε περίπτωση στο ποσό που θα εισέπραττε αυτός αν εκμεταλλευόταν το χώρο, που υπολογίζεται σε 1.000.000€ ετησίως και γ) το ποσό των 1.530.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγομένου ο οποίος, και μετά την αποβολή του στις 6.4.2012 από τα ακίνητα της, εμμένει στην πολιτική της απαξίωσης της περιουσίας της προκειμένου να επιτύχει ωφελήματα από αυτήν, χωρίς να καταβάλει το παραμικρό αντίτιμο και δ) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη. Επικουρικά ζήτησε την καταβολή του ποσού των 1.200.000 ευρώ κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Με την υπ'αριθμ. 3170/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη μόνον καθ' ο μέρος ζητήθηκε με αυτήν η απόδοση των ωφελημάτων που αποκόμισε ο εναγόμενος από τη χρήση των επιδίκων ακινήτων, ήτοι το μίσθωμα που εισέπραξε από την εκμίσθωσή τους καθ' ον χρόνο τα νεμόταν χωρίς δικαίωμα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 962, 974, 1094, 1096, 1098, 1113, 1116, 1193, 1198, 1199, 741, 742, 765, 777, 778, 340, 345, 346 ΑΚ. Αντίθετα, ως προς τα λοιπά αιτήματά της, κρίθηκε μη νόμιμη και απορριπτέα, με την αιτιολογία ότι "εφ' όσον γίνεται επίκληση της απόληψης από τον εναγόμενο των παραπάνω ωφελημάτων, η ενάγουσα δεν μπορεί να ζητήσει νομίμως για τον ίδιο χρόνο και την ωφέλεια του εναγομένου από τη ιδιόχρηση των ακινήτων, η οποία αφορά την περίπτωση που ο νομέας χρησιμοποιεί ο ίδιος το ακίνητο, αποφεύγοντας έτσι δαπάνες για τη μίσθωση άλλου όμοιου, ενώ εν προκειμένω, η χρήση των επιδίκων από τον εναγόμενο συνίστατο ακριβώς στην εκμίσθωσή του και στην είσπραξη των μισθωμάτων". Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 30-10-2017 έφεσή του, με την οποία, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής καθ'ολοκληρία. Ειδικότερα, με τον πέμπτο λόγο εφέσεως ζήτησε την απόρριψη της αγωγής διότι "η παράλληλη αναζήτηση των ίδιων ή άλλων ποσών, που πάντως αντιστοιχούν σε ωφελήματα εξαχθέντα ή μη εξαχθέντα, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι μη νόμιμη", ενώ με τον ίδιο λόγο εφέσεως ζήτησε την απόρριψη της αγωγής διότι "η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, στο μέτρο που στηρίζεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, πέραν του ότι είναι νόμω αβάσιμη, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, τυγχάνει εν πάση περιπτώσει παραγεγραμμένη για τα έτη 2011- 2012 δυνάμει του άρθρου 48 § 2 ν.δ. 496/1974,σύμφωνα με το οποίο η αξίωση παραγράφεται μετά τρία έτη", ισχυρισμό που είχε προτείνει και πρωτοδίκως. Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.6124/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, απέρριψε αυτήν κατ' ουσία, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, εξετάζοντας αυτόν και ως προς τα δύο σκέλη (αν και η -επικουρική- βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού αφορούσε μόνο το κονδύλιο των 1.200.000 ευρώ, το οποίο απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνολικά και ως προς τις δύο βάσεις του, κύρια και επικουρική, ως νόμω αβάσιμο και όχι και αυτό των 240.000 ευρώ για το οποίο έγινε δεκτή), τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής, {την οποία εξέτασε υπό το άρθρο 90 § 1 του Ν. 2362/1995 (πενταετής παραγραφή) και όχι υπό το άρθρο 90 § 2 του Ν. 2362/1995 (τριετής παραγραφή-αντίστοιχο του άρθρου 48 § 2 ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ"), παρότι ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο εφέσεώς του, όπως και πρωτοδίκως, αναφέρονταν σε αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και σε τριετή παραγραφή}, την αντένσταση διακοπής της, που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη, ως βάσιμη κατ' ουσία. Ειδικότερα, διέλαβε σχετικά στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "...Σύμφωνα με τα ανωτέρω και ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή της εφεσίβλητης κατά την κύρια βάση της, την απόδοση των ωφελημάτων από το νομέα ή κάτοχο των επιδίκων ακινήτων, στην ενάγουσα, της οποίας αναγνώρισε την κυριότητα, δεσμευόμενη από το δεδικασμένο προηγούμενων αποφάσεων και δεχόμενη ως βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής δεν ασχολήθηκε με την επικουρική βάση της, που ερείδεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και ορθά απέρριψε αυτή σιωπηρά. Για τον ίδιο λόγο απορριπτέα είναι η ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης κατά το σκέλος αυτής που εδράζεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις...". Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη διότι έπρεπε να απορρίψει τον παραπάνω λόγο ως απαράδεκτο, καθόσον η -επικουρική- βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού αφορούσε μόνο το κονδύλιο των 1.200.000 ευρώ, το οποίο απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνολικά ως νόμω αβάσιμο και όχι και αυτό των 240.000 ευρώ το οποίο κρίθηκε νόμω και ουσία βάσιμο στηριζόμενο στις προαναφερόμενες διατάξεις και ως προς το οποίο είχε έννομο συμφέρον να παραπονεθεί με την έφεσή του ο αναιρεσείων. Σε κάθε περίπτωση, εάν υποτεθεί ότι η ένσταση παραγραφής, επαναφερθείσα με τον ως άνω πέμπτο λόγο έφεσης, αφορούσε την αξίωση των 240.000 ευρώ, αυτή ήταν, όπως προβλήθηκε, απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι επρόκειτο για εξαχθέντα ωφελήματα (μισθώματα) που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 06.04.2012 και η ένδικη αγωγή, όπως ομολογεί στα σχετικά δικόγραφα ο ίδιος ο αναιρεσείων, ασκήθηκε εντός του 2016 (δεν προσκομίζεται έκθεση επιδόσεως), ήτοι πριν την πάροδο πενταετίας από τότε που γεννήθηκε η εν λόγω αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (01.01.2012-31.12.2016, ειδικότερα, για τα ωφελήματα του 2011), με συνέπεια να μην έχει συμπληρωθεί ο ως άνω αναφερόμενος νόμιμος χρόνος παραγραφής. Kατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 30/1998). Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την προβληθείσα με τον πέμπτο λόγο έφεσης ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το παραδεκτό της προβολής και ως προς το ορισμένο του πέμπτου λόγου εφέσεως, με τις πιο πάνω, αντιστοίχως, αναφερόμενες επάλληλες αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ και οι δύο λόγοι αναίρεσης, που αφορούν την απόρριψη του πέμπτου λόγου εφέσεως περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου. 4. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-05-2021 αίτηση του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης για αναίρεση της υπ' αριθμ.6124/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ