Αριθμός 1426/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καρα?σκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 30-8-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2543/2015 μη οριστική και 874/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4283/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 8-10-2018 (αρ. κατ. .../1237/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. υπ' αριθμ. 4283/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του (άρθρα 681Α, 666-667, 670-676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 αρ. 3, 566 αρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 31-7-2014 (αρ. κατ. .../4094/2014) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας (κατόπιν δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Σ. Ζ.), να της καταβάλει ως αποζημίωση, πλην άλλων, για δαπάνες νοσηλείας, το συνολικό ποσό των 42.598,20 ευρώ (=21.648,20+20.950), συνεπεία του τραυματισμού που υπέστη στο τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ. Ζ. (δευτέρου εναγομένου) οδηγού του ζημιογόνου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καλύφθηκαν από την ασφαλιστική της εταιρία με τη επωνυμία "…". Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 874/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, σε σχέση με το προαναφερθέν κονδύλιο, που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, κρίθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται σωρευτικής απόληψης τόσο της παροχής εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας "…" όσο και αποζημίωσης εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας υπόχρεης ως έχουσας ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημα. Κατά της ως άνω απόφασης η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-10-2018 έφεση. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 4283/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, ως προς το ζήτημα της αθροιστικής απόληψης του άνω κονδυλίου από την αναιρεσίβλητη, κρίθηκε ότι, δεν επήλθε υποκατάσταση της ασφαλιστικής εταιρίας "…", λόγω ελλείψεως αναγγελίας και, συνεπώς, εδικαιούτο η ενάγουσα να εισπράξει αθροιστικά το άνω ποσό, τόσο από την "…" όσο και από την αναιρεσείουσα, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της τελευταίας, περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, ως προς το άνω κονδύλιο των 42.598,20 ευρώ (που είχε απορριφθεί σιγή με την πρωτόδικη απόφαση) και το συναφή πρώτο λόγο της έφεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αυτός, αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. ΓΓ αυτό, όταν εξ αυτού προκύπτει και κάποια ωφέλεια, τελούσα σε αιτιώδη προς τούτο σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ότι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Από αυτή τη γενική αρχή εισάγει εξαίρεση η διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 ΑΚ, κατά την οποία επί θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η προς αποζημίωση αξίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος υποχρεούται σε αποζημίωση ή διατροφή του αδικηθέντος, υπό την έννοια ότι δικαιούται αυτός να απαιτήσει αμφότερες τις παροχές, δηλαδή τη ζημία και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός (Ολ. ΑΠ 807/1973). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 του Ν. 2496/1997, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ανωτέρω νόμου, που αφορά την ασφάλιση ατυχημάτων και ασθενειών, στην παράγραφο 1 αυτού ορίζει, ότι "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας", ενώ στην παράγραφο 3 αυτού ορίζει ότι "μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου είτε στα τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών. Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου". Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν. 2496/1997 "αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεται ευθύνη των υπόχρεων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή". Με τις διατάξεις αυτές στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας, καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού. Έτσι, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 31 Ν. 2496/1997, αν με την ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενειών συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 14 παρ.1 του ιδίου νόμου, λειτουργεί δηλαδή ο μηχανισμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή και του υποχρέου τρίτου και περιέχεται σ' αυτόν η αξίωση, στην έκταση του ποσού που κατέβαλε για τις συγκεκριμένες άμεσης ζημίες. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από το νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια η από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης του λήπτη της ασφάλισης. Τέλος, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 930 παρ.3 ΑΚ, 31 παρ.1 και 3, 14 παρ.1 και 3 του Ν. 2496/1997, συνάγεται, ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστού στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από τον ασφαλιστή. Έτσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως του άρθρου 14 παρ.3 του Ν. 2496/1997 (πρώην διάταξη του αριθ. 210 του Ε.Ν.). Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ και έχει τον χαρακτήρα "εκχωρήσεως εκ του νόμου". Στην υποκατάσταση δε αυτή δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, εφόσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 903/1996, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρθρου 210 Ε.Ν.). Στην περίπτωση δηλαδή αυτή (της ασφαλίσεως προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα), δεν έχει εφαρμογή, μετά την ισχύ του, ως άνω, Ν. 2496/1997, η διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, κατά την κρατούσα τότε στη θεωρία και νομολογία άποψη, προ της θέσεως σε ισχύ του ασφαλιστικού αυτού νόμου, ο ασφαλισμένος εδικαιούτο, αν δεν είχε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, να εισπράξει, αθροιστικώς, αφενός το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή και αφ' ετέρου αποζημίωση από τον ζημιώσαντα τρίτο (ΑΠ 1449/2007, ΑΠ 1411/2006). Επομένως, ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημιώσεως, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως τούτου, εφ' όσον, καταβάλλοντος στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου, στον πραγματικό δικαιούχο της απαιτήσεως ασφαλιστή (ΑΠ 1334/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 216/2021). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, σε σχέση με την επιμέρους αξίωση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Γ., για καταβολή δαπάνης νοσηλίων (ιατρικές αμοιβές, φυσιοθεραπείες κλπ), συνολικού ποσού 42.598,20 (21.648,20 + 20.950) ευρώ, συνεπεία των σωματικών βλαβών, που υπέστη στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης να αξιώσει το άνω ποσό, δεχόμενο ότι, λόγω ελλείψεως αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, της επελθούσης υποκατάστασης της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "….", μετά την καταβολή, δυνάμει σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης, απ' ευθείας του άνω ποσού στην ενάγουσα, δικαιούται η ενάγουσα σωρευτικής απόληψης του άνω κονδυλίου, μετά ταύτα δε, έκρινε ότι, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε σιγή τον ως άνω ισχυρισμό ορθά έκρινε και, ακολούθως, απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης, ως μη νόμιμο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά το ένδικο κονδύλιο, ύψους 42.598,20 (21.648,20+20.950) ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 31 παρ.1 και 3, 14 του ν. 2496/1997, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, υπό τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι το άνω ποσό νοσηλίων της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης καλύφθηκε από την ασφαλιστική της εταιρία, με την επωνυμία "…", σε εκπλήρωση συμφωνίας καταρτισθείσης μεταξύ της τελευταίας και της ενάγουσας, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ζωής και, της, εκ του λόγου τούτου, αυτοδίκαιης ex lege υποκατάστασης της "..." στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της ενάγουσας και ότι μόνη δυναμένη (η "..."), να αξιώσει το εν λόγω ποσό είναι η ίδια (και όχι η ενάγουσα), καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 460, 488 και 930 παρ.3 ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον μετά την καταβολή της άνω παροχής εκ μέρους της "..." στην ασφαλισμένη της αναιρεσίβλητη, επήλθε αυτοδικαίως υποκατάσταση της ασφαλιστικής εταιρίας ("..."), και δεν υπήρχε ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, εφόσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σχετικό κεφάλαιο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 παρ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο και να αναιρεθεί ως προς αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το πιο πάνω μέρος της, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, αφού, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση και δεν υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης αυτής ως προς το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο (περί αναγνωρίσεως επιδίκασης υπέρ της αναιρεσίβλητης για νοσήλια ποσού 42.598,20 ευρώ), πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον πρώτο λόγο αυτής ως και ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το άνω κεφάλαιο και, εν συνεχεία, να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το κονδύλιο των νοσηλίων, ποσού 42.598,20 ευρώ. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης ως ηττώμενης, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 178 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4283/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της. Δέχεται τυπικά και κατ'ουσίαν την από 3-10-2018 έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΑΕ" κατά της υπ' αριθ. 874/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερθέν στο σκεπτικό κεφάλαιο. Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο. Δικάζει επί της από 31-7-2014 αγωγής της Ε. Γ. κατά το κεφάλαιο, που αφορά αξίωση αποζημίωσης για νοσήλια, ποσού 42.598,20 (21.648,20+20.950) ευρώ. Απορρίπτει την αγωγή κατά το άνω κεφάλαιο, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ