Αριθμός 1487/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Κασιμάτη και Αγγελική Γιαννάκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από ...-2012 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-2-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 107/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ'ουσίαν έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 159/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, ώστε από την εσφαλμένη αναγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα κυριότητάς του επί του συγκεκριμένου ακινήτου και είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική) η κύρια παρέμβαση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για τη διόρθωση της ίδιας εγγραφής. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων εξαφανίσθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος ως προς την επικουρική της βάση, κρατήθηκε και δικάσθηκε από το ίδιο η κύρια παρέμβαση ως προς την επικουρική της βάση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του. Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019). Για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής, όπως και οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου πρέπει αυτό εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής, όπως και της κύριας παρεμβάσεως δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1072 ΑΚ, το οποίο αποδίδει προϊσχύον Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (7 παρ. 5, ν. 20 παρ. 1, ν. 56 παρ. 1 πανδ. (41.1), ν. 6 παρ. 4 Βασ. 50 παρ. 1, ν. 1 παρ. 1-4, 7 πανδ. (43.12) και 23 Εισ. 2.1) "η κοίτη ποταμού μη πλευσίμου που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων". Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι " το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος". Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 116/1975, ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 172/20.8.1975, άρθρο 2) ορίζεται ότι "Η εν ποταμώ μη πλευσίμω συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων αναφανείσα νήσος ή εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού μη πλευσίμου ανήκουν εις το Δημόσιον". Η τελευταία αυτή διάταξη περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις εγκατάλειψης της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού εξαιτίας της εκτέλεσης τεχνικών έργων, η οποία οπωσδήποτε έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του αμέσως πιο πάνω νόμου, δηλαδή μετά τις 20.8.1975. (ΑΠ 588/2021). Συνεπώς από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου (Ολ. ΑΠ 46/1990, ΑΠ 750/2022, 588/2021, 594/2020, 915/2015) Περαιτέρω από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου κώδικα, σαφώς συνάγεται ,ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, που ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε. Ως "εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, κατά την αληθή έννοια του ανωτέρω άρθρου 1072 ΑΚ, νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της κοίτης αυτού, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας, και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού, που συχνά δεν έχει διάρκεια. Μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου, χωρίς να απαιτείται κάποια ενέργεια του κυρίου του παραποτάμιου κτήματος ή πράξη της Πολιτείας, η κυριότητα περιέρχεται αυτοδικαίως στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων, των οποίων αποτελεί προσαύξημα, ανεξάρτητα αν η εγκατάλειψη οφείλεται σε φυσικά αίτια ή σε τεχνικά έργα που εκτελούνται νόμιμα εκτός αν, στην περίπτωση των τεχνικών μόνο έργων, η εγκατάλειψη της κοίτης εξαιτίας των έργων αυτών έλαβε χώρα από τις 20.8.1975 και μετέπειτα οπότε, κατά τα προεκτιθέμενα, ενόψει των άνω διατάξεων των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ, ανήκει στο Δημόσιο. Με βάση τα παραπάνω, εφόσον οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ της ισχύος του ως άνω Ν. 116/1975 από τεχνικά έργα του Δημοσίου, για το ορισμένο της διεκδίκησης από το Δημόσιο τμήματος εγκαταλειμμένης κοίτης ποταμού εξαιτίας διενέργειας τεχνικών έργων, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό του, ότι τα συγκεκριμένα τεχνικά έργα εκτελέστηκαν μετά τις 20.8.1975. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων επιλαμβανόμενο λόγου εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψη ως αόριστης της κύριας βάσης του δικογράφου της κύριας παρέμβασής του, με την οποία το ίδιο, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, για την διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία επεδίωκε από την εσφαλμένη αναγραφή σε αυτά της ένδειξης "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του συγκεκριμένου ακινήτου, διέλαβε στις παραδοχές του τα εξής: "... το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως αόριστη την ... κύρια παρέμβαση του Δημοσίου, ως προς την κύρια βάση της, με την οποία διεκδικείται η επίδικη, εγκαταλειμμένη, λόγω τεχνικών έργων, κοίτη του ποταμού Άραχθου, επειδή δεν αναφέρεται, όπως, πράγματι, από το δικόγραφο της προκύπτει, ο χρόνος εκτέλεσης των τεχνικών έργων, σωστά τις παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και το δικόγραφο της παρέμβασης αυτής εκτίμησε ...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας ως προς το ζήτημα αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση, ως απαράδεκτη, κατά την κύρια βάση της, λόγω αοριστίας, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του ως άνω αναιρετικού λόγου αιτιώμενο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε έπρεπε να δεχθεί ως ορισμένη και παραδεκτή την κύρια παρέμβασή του, επειδή το ίδιο αναφέρθηκε στο χρόνο εκτέλεσης τεχνικών έργων στην κοίτη του ποταμού Άραχθου με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του, συμπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την κύρια παρέμβασή του, είναι αβάσιμος. Επιπροσθέτως, κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 974, 976 έως 979, 1045 και 1051 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του. Στην περίπτωση που ο αιτών θεμελιώνει το δικαίωμα κυριότητάς του στην έκτακτη χρησικτησία του Αστικού Κώδικα και ζητεί τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής του επιδίκου ακινήτου ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με βάση τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεώς του ότι επί εικοσαετία και μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο ακίνητο συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλ. να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επ'αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του προορισμό του ακινήτου. Επί πλέον, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Τέλος, ο κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά τη κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανωτέρω ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης έρευνας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού αυτό μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης. Συνεπώς κατά την εκούσια διαδικασία δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 8, 11,12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της τελεσίδικης 107/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: " ... Το επίδικο, εδαφική δηλαδή έκταση 5.171 τετ. μέτρων στη θέση "... της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Άρτας, με όρια αγροτικό δρόμο, Ά ποταμό και ιδιοκτησίες Θ. Χ., Χ. Ρ. και Δ. Α. ήδη δε Λ. κ ‘Π. Δ., Θ. κ ‘Κ./νου Μ. και Χ. Μ., αποτελεί τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου... ποταμού Ά, η οποία εγκαταλείφθηκε οριστικά, μόνιμα, πλήρως και ολοκληρωτικά περί το έτος 1964, από φυσικά αίτια και, συγκεκριμένα, λόγω υποχώρησης των υδάτων που από το έτος 1955 περίπου, λόγω των πολλών και ισχυρών βροχοπτώσεων της περιόδου εκείνης, το είχαν κατακλύσει. Εξαιτίας των παραπάνω φυσικών αιτίων, το σύνολο των υδάτων του Ποταμού μετατοπίστηκε δυτικότερα σε σχέση με τη μέχρι τότε θέση τους και σχημάτισαν στην καινούργια θέση νέα κοίτη με τη μορφή που έχει αυτή σήμερα. Τμήματα της κοίτης που εγκαταλείφθηκε, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, ενώθηκαν με ακίνητο περίπου 2.200 τετ. μέτρων, κυριότητας, κατοχής και νομής του Π. Χ., το οποίο εφαπτόταν στο σημείο εκείνο του ποταμού και έτσι προστέθηκαν στο ακίνητο αυτό, το οποίο και προσαύξησαν, με συνέπεια,.. ο Π. Χ. να καταστεί πρωτότυπα κύριος των τμημάτων αυτών και, επομένως και του επιδίκου. Έκτοτε, ήτοι από το έτος 1964, επελήφθη της νομής και κατοχής του επιδίκου ο πατέρας του εφεσιβλήτου Α. Ρ., ο οποίος το είχε στη νομή και κατοχή του συνεχώς μέχρι και το έτος 1977 και ασκούσε σ'αυτό, σόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή του να είναι κύριός του και, συγκεκριμένα, το περιέφραξε με ξύλινη περίφραξη, συντηρούσε την περίφραξή του αυτή, το καλλιεργούσε με γρασίδι και έβοσκε μέσα σ'αυτό τα ζώα του. Το έτος 1977 ο ανωτέρω Α. Ρ. μεταβίβασε άτυπα το επίδικο, με αιτία τη δωρεά και το παρέδωσε στον εφεσίβλητο γιό του, ο οποίος έκτοτε, συνεχώς δε μέχρι και σήμερα το έχει στη νομή και κατοχή του και ασκεί σ'αυτό, σ'όλο το χρονικό τούτο διάστημα, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή του να είναι κύριός του και, συγκεκριμένα, μέχρι το έτος 1983 το καλλιεργούσε με γρασίδι που χρησιμοποιούσε για τη βόσκηση των ζώων του, το παραπάνω έτος το φύτεψε με 237 περίπου μανταρινιές, τις οποίες καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται έκτοτε μέχρι και σήμερα, εγκατέστησε σ' αυτό σύστημα άρδευσης από ηλεκτροκίνητη αντλία και λαστιχένιους σωλήνες, ενώ κατασκεύασε εντός αυτού αποθήκη από τσιμεντόλιθους και στέγη από λαμαρίνα , στην οποία στεγάζει το συγκρότημα άρδευσης που προαναφέρθηκε και έτσι έγινε κύριος του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Τέλος, δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της κοίτης του ποταμού Α, η οποία αποκαλύφθηκε λόγω των τεχνικών έργων του Φράγματος το έτος 1974, ούτε εξαιτίας οιονδήποτε άλλων τεχνικών έργων οποτεδήποτε μετά ή πριν το παραπάνω έτος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, στην κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα, η οποία, χωρίς να αναιρείται, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο ενισχύεται: α) από τις φωτογραφίες του επιδίκου, από τις οποίες προκύπτει η σημερινή του μορφή, όπως αυτή αναφέρθηκε ειδικότερα παραπάνω, καθόσον, αν ήταν αληθινοί οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εκκαλούντος, οπωσδήποτε τούτο δεν θα επέτρεπε στον εφεσίβλητο να διαμορφώσει εντός του επιδίκου την παραπάνω μακροχρόνια κατάσταση, αλλά θα το διεκδικούσε νωρίτερα και όχι, όπως πράπει, με αφορμή στην αίτηση του αντιδίκου του για διόρθωση του κτηματολογίου, β) Από την από ...2013 έκθεση του γεωπόνου Γ. Ζ., για την παραπάνω σημερινή κατάσταση του επιδίκου, ως προς την οποία ισχύουν όσα αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκαν, γ) από το 38681/1953 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας και την 103/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας, για την, κατά τα παραπάνω, παραποτάμια ιδιοκτησία του Π. Χ.. δ) Από το 406/7-5-1990 έγγραφο της 1ης ΔΕΚΕ Περιφέρειας Ηπείρου, σύμφωνα με το οποίο, οπωσδήποτε, μέχρι το έτος 1984 δεν είχαν εκτελεστεί στην περιοχή του επίδικου έργα του νόμου 550/1915, όπως αυτά αναφέρθηκαν ειδικότερα παραπάνω, παρά μόνο έργα προστασίας των οχθών του ποταμού για την αποτροπή διάβρωσης τους και καταστροφής των πορτοκαλεώνων. ε) από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 και το απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη της ΓΥΣ έτους 1945 της ευρύτερης περιοχής του επιδίκου για τα αίτια και το χρόνο αποκάλυψης του επιδίκου και για την ύπαρξη της παραπάνω παραποτάμιας ιδιοκτησίας, Και στ) από την από ...2013 έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ε. Φ. και τις αεροφωτογραφίες και τα λοιπά έγγραφα που τη συνοδεύουν, από τα οποία προκύπτουν όλα όσα αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκαν... η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε: α) από την από ...-2012 έκθεση της τοπογράφου μηχανικού ΤΕ Β. Κ., καθόσον αναφέρεται γενικά και αόριστα στην αποκάλυψη του επιδίκου, ως τμήματος μεγαλύτερης έκτασης, λόγω αντιπλημμυρικών, κατά καιρούς, έργων διευθέτησης της ροής του ποταμού Α και της κατασκευής των φραγμάτων Πουρναρίου, χωρίς να αναφέρονται, πλην άλλων, πρωτίστως, οι πηγές και τα στοιχεία από τα οποία αντλήθηκαν τα παραπάνω συμπεράσματα, ούτε να προσδιορίζονται, ως προς τα αντιπλημμυρικά έργα, σε τι ειδικότερα συνίστανται αυτά, όπως και ο χρόνος εκτέλεσής τους. β) Από το …/...-2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Άρτας, σύμφωνα με το οποίο και μετά από έλεγχο των ορθοφωτοχαρτών έτους 1945 το επίδικο βρισκόταν το έτος αυτό μέσα στην κοίτη του ποταμού Ά κρίση η οποία και αν ακόμη είναι ορθή, δεν αναιρεί τα παραπάνω κρίσιμα για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς περιστατικά. Και γ) από την από ...1979 αναφορά - έκθεση προς το ΝΣΚ του δικαστικού αντιπροσώπου του Α. Τ., από την οποία, ανόψει των διαπιστώσεών της για αποκάλυψη τεραστίων εκτάσεων, λόγω αλλαγής διακίνησης των υδατίνων όγκων, αλλεπαλλήλων προσχώσεων, εκτέλεσης προστατευτικών και άλλων έργων και αυθαίρετης απόρριψης υλικών εκσκαφών, μάλλον η παραπάνω κρίση ενισχύεται και όχι οι ανωτέρω αντίθετες θέσεις του εκκαλούντος, αφού δεν αναφέρεται, ούτε επιβεβαιώνει κάποια από αυτές..." Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 5.171 τ.μ. στη θέση "... της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Άρτας, αποτελεί τμήμα της όχθης του μη πλεύσιμου ποταμού Ά, η οποία εγκαταλείφθηκε μόνιμα, οριστικά, πλήρως και ολοκληρωτικά το έτος 1964, από τα εκτιθέμενα ως άνω φυσικά αίτια. 2) ότι τμήματα της κοίτης που εγκαταλείφθηκε στα οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο ενώθηκαν με παρακείμενο παραποτάμιο ακίνητο κυριότητας, νομής και κατοχής του Π. Χ. στο οποίο προστέθηκαν και το προσαύξησαν, καθισταμένου αυτού με πρωτότυπο τρόπο κυρίου και του επιδίκου ακινήτου. 3) ότι το έτος 1977 το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο από άτυπη προς αυτόν δωρεά εκ μέρους του πατέρα του, Α. Ρ., ο οποίος είχε επιληφθεί της νομής και κατοχής του ήδη από το έτος 1964, ασκώντας σε αυτό με διάνοια κυρίου όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τη μορφολογία του, από της περιελεύσεως δε του επίδικου ακινήτου στον αναιρεσίβλητο ο ίδιος συνέχισε να ασκεί με διάνοια κυρίου τις ίδιες πράξεις νομής επί αυτού όπως και ο δικαιοπάροχός του μέχρι το έτος 1983, έκτοτε δε τις επεξέτεινε με την καλλιέργεια και εκμετάλλευση μανταρινιών και την εγκατάσταση συστήματος αρδεύσεως και συνέχισε να τις ασκεί ανενόχλητα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία καθιστάμενος κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, 4) ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα της κοίτης του ποταμού Α, η οποία αποκαλύφθηκε λόγω τεχνικών έργων του Φράγματος Πουρναρίου το έτος 1974, ούτε εξαιτίας οιωνδήποτε άλλων τεχνικών έργων οποτεδήποτε μετά ή πριν το παραπάνω έτος. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, αποφαινόμενο εν τέλει ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της κοίτης του ποταμού Α, η οποία εγκαταλείφθηκε πλήρως και οριστικά λόγω φυσικών φαινομένων το έτος 1964, περιελθόν έκτοτε στην κυριότητα του παραποτάμιου ιδιοκτήτη Π. Χ. και εν συνεχεία με έκτακτη χρησικτησία στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για δική του κυριότητα σε αυτό και δεχόμενο ακολούθως την αίτηση διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων αυτού, επικυρώνοντας ως προς τα παραπάνω την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1072, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό για την έκβαση της δίκης, ο οποίος δεν είχε προταθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ήτοι τον ισχυρισμό ότι αυτός κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα με το άρθρο 1072 ΑΚ και εν συνεχεία με έκτακτη χρησικτησία, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω οικεία νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου εκδικάσθηκε κατά τις διατάξεις της εκούσας δικαιοδοσίας, και συνεπώς δεν πλήττεται με αυτόν τον αναιρετικό λόγο. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 24.2.2016 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 107/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24.2.2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 107/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ