Αριθμός 1389/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Φωτοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. συζ. Σ. Π., το γένος Ε. και Ε. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπουρμά, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2012 μη οριστική, 342/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 29-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 258/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 25-6-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 342/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με την τελευταία αυτή απόφαση και αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η 41/2012 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, έγινε δεκτή η από 30-12-2009 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κυρία ενός αγροκτήματος εμβαδού 3.169,07 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Π." περιφέρειας Δ. Χαλκίδας και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Χαλκίδας, στα οποία καταχωρήθηκε το ακίνητο ως ανήκον στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 314/2021, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 51/2023, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1293/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι έναντι του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του, αλλά και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ότι κατέστη ο ίδιος κύριος του επιδίκου ακινήτου, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 74 στρεμμάτων, με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα από κληρονομιά του θετού του πατέρα Κ./νου Τ., που απεβίωσε στις 26-8-1976 και του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκε με την .../1999 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου … Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, προσκομίζοντας ενώπιον του Εφετείου τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις, που συνιστούν τους τίτλους κτήσης επί του επιδίκου του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του, άμεσου και απώτερων προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Ότι, τον ισχυρισμό αυτό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε καθόλου ως προς τη βασιμότητά του και δεν τον έλαβε υπόψη, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί άρνηση της βάσης της αγωγής σχετικά με την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο και συνεπώς δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε σιωπηρά, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, καθώς δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις κατωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ ΑΠ 8/2005, Ολ ΑΠ 12/2005, ΑΠ 64/2019). Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με τις προτάσεις του: 1) την, μετά από την από 7-3-1983 αίτηση της μητρός του για το χαρακτηρισμό ολόκληρου του αγρού, στον οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ως γεωργικής έκτασης και την οριοθέτησή του από τις γύρω δημόσιες εκτάσεις, εκδοθείσα Ζ1643/26-4-1983 απόφαση του Δασάρχη Χαλκίδας, μετά του συνημμένου επ' αυτής αποσπάσματος του χάρτη της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο απεικονίζεται με χρώμα καφέ ολόκληρο το ακίνητό του μετά του επιδίκου τμήματος, 2) την υπ' αριθμ. πρωτ. Ζ/2866/17-7-2008 βεβαίωση του Δασάρχη Χαλκίδας μετά του συνοδεύοντος αυτήν από 17-7-2008 αποσπάσματος κτηματολογικού πίνακα διανομής του αγροκτήματος Δ. Χαλκίδας, 3) τη με αριθμό πρωτ. Ζ/4518/15-12-2010 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως του Δασάρχη Χαλκίδας, 4) το με αριθμό πρωτ. Ζ/4528/15-12-2010 έγγραφο του ίδιου Δασάρχη, 5) την με αριθμό πρωτ. Ζ/494/11-3-2011 βεβαίωση του ίδιου Δασάρχη, 6) τις από 10-4-1997 και 2-5-2005 δηλώσεις στοιχείων ακινήτων του (Ε9), 7) τις με αριθμ. πρωτ. 2584586/66/2006, 9123211/15-5-2007, 17277869/14-5-2008, 4510283/1-5-2009, 87810/28-4-2010 και 4508214811/12-5-2011 ενιαίες δηλώσεις του εκμετάλλευσης - αιτήσεις ενιαίας ενίσχυσης και λοιπών καθεστώτων στήριξης, 8) τα από 11-1-2007 και 13-9-2007 - 21-9-2007 έντυπα επιτόπιου πρωτοβάθμιου ελέγχου εκμετάλλευσης, 9) το με αριθμό 68294/10-3-2009 πρακτικό εκδίκασης διοικητικής πράξης-ένστασης δικαιούχων πληρωμών έτους 2007, 10) τα αποσπάσματα των χαρτών από ΟΣΔΕ, των ετών 2009, 2010, 2011, 2012 και 2013, όπου το επίδικο απεικονίζεται ως ελαιώνας και 11) την υπ' αριθμ. πρωτ. ΟΣΔΕ 4508214811/12-5-2011 ενιαία δήλωση καλλιέργειας-εκτροφής ΕΛΟ.ΓΑ. του ΟΓΑ, τα οποία έγγραφα αποδεικνύουν τη συνεχή και αδιάλειπτη διατήρηση του επιδίκου ακινήτου υπό την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του από την περιέλευση του στον ίδιο. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την κτήση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων..., από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών εκ των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές θα εκτεθούν στη συνέχεια, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../16-4-1981 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου … Τ. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, περιήλθε στην ενάγουσα αρχικώς κατά ψιλή κυριότητα, της επικαρπίας παρακρατηθείσης από τη δικαιοπάροχο μητέρα της, μετά δε το θάνατο της τελευταίας, κατά πλήρη κυριότητα, ένας αγρός κείμενος στη θέση Π. της περιφέρειας Δ. Χαλκίδας "εκτάσεως ενός στρέμματος έγγιστα, συνορευόμενος γύρωθεν με δρόμο και με κτήμα Εκκλησίας η Κοίμησης Θεοτόκου". Στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας μητέρας της Ε. χήρα Ε. Λ., το ως άνω ακίνητο περιήλθε λόγω πωλήσεως δυνάμει του υπ' αριθμ. .../15-5-1958 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Ν. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, από τους Χ. και Β. Τ.. Στους τελευταίους το ως άνω ακίνητο περιήλθε στον μεν Χ. Τ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. 8462/27-4-1939 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Ν. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, από την Ι. Π. Χ., ενώ στην τελευταία περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κληρονομίας του πατέρα της Π. και του αδελφού της Ν., καθώς και με δωρεά εν ζωή από τη μητέρα της δυνάμει του υπ' αριθμ. …/27-4-1939 δωρητηρίου συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, στη δε Β. Τ., το γένος Π. Χ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κληρονομίας του πατέρα της Π. και του αδελφού της Ν., καθώς και με δωρεά εν ζωή από τη μητέρα της, δυνάμει του υπ' αριθμ. …./27-4-1939 δωρητηρίου συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας. Μετά την κήρυξη της περιοχής του Δήμου Χαλκίδας υπό κτηματογράφηση, η ενάγουσα υπέβαλε στο κτηματολογικό γραφείο Χαλκίδας την υπ' αριθμ. πρωτ. 28237/5-10-1999 δήλωση ιδιοκτησίας της προσκομίζοντας τον προαναφερόμενο τίτλο ιδιοκτησίας της, ήτοι το υπ' αριθμ. .../16-4-1981 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου … Τ. Α., σύμφωνα δε με το απόσπασμα Β' ανάρτησης, η δηλωθείσα ιδιοκτησία έλαβε προσωρινό ΚΑΕΚ ...101034 και καταχωρίστηκε ως γεωτεμάχιο εμβαδού 2.983 τ.μ. Κατόπιν ενστάσεως του εναγομένου, η δευτεροβάθμια επιτροπή του κτηματολογικού γραφείου Χαλκίδας με την υπ' αριθμ. 12162/3/52/66355/11-1-2004 απόφασή της έκρινε ότι το δηλωθέν με την υπ' αριθμ. 28237/5-10-1999 δήλωση της ενάγουσας ακίνητο αποτελεί τμήμα του ΚΑΕΚ ...101027 ακινήτου του εναγομένου. Το τμήμα αυτό, το οποίο έχει σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου, έκταση κατόπιν πρόσφατης ακριβούς καταμέτρησης 3.169,07 τ.μ., εμφαίνεται στο από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ./νου Λ. με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-1, συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης γραμμής πλευρών 1-2 μήκους 2,63 μ., 2-3 μήκους 9,10 μ., 3-4 μήκους 15,71 μ., 4-5 μήκους 21,47 μ., 5-6 μήκους 21,32 μ., 6-7 μήκους 8,65 μ., 7-8 μήκους 13,20 μ., 8-9 μήκους 8,60 μ., 9-10 μήκους 6,15 μ., 10-11 μήκους 5,26 μ., 11-12 μήκους 4,43 μ., 12-13 μήκους 6,16 μ., 13-14 μήκους 7,00 μ., 14-15 μήκους 9,46 μ., 15-16 μήκους 14,35 μ., 16-17 μήκους 27,09 μ., 17-18 μήκους 25,83 μ. και 18-19 μήκους 2,93 μ. με αγροτικό δρόμο πλάτους 4,50 μ. κατά μέσον όρο, ανατολικά επί ευθείας γραμμής πλευράς 19-20 μήκους 10,18 μ. με το με ΚΑΕΚ ...101027 αγρόκτημα του εναγομένου, νοτίως επί τεθλασμένης γραμμής πλευρών 20-21 μήκους 16,81 μ., 21-22 μήκους 134,98 μ. και 22-23 μήκους 48,76 μ. με την με ΚΑΕΚ ...101033 χέρσα ασκεπή έκταση φερόμενης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και δυτικά επί ευθείας γραμμής πλευράς 23-1 μήκους 7,25 μ. με την ίδια πιο πάνω έκταση. Η ως άνω έκταση καταχωρίστηκε τελικώς στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Χαλκίδας ως τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 52.705 τ.μ. με ΚΑΕΚ ...101027/0/0 με κύριο τον εναγόμενο δυνάμει της υπ' αριθμ. .../31-3-1999 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου … Σ. Κ.. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η επίδικη αυτή έκταση περιλαμβάνεται στον τίτλο της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού, Δ. Μ., αλλά και από το γεγονός ότι η επίδικη έκταση κατά τον έλεγχο της υπ' αριθμ. 28237/5-10-1999 δήλωσης ιδιοκτησίας της ενάγουσας είχε εντοπισθεί στη θέση του επιδίκου και μόνο μετά την υποβολή της ένστασης του εναγομένου καταχωρίστηκε αυτή με φερόμενο ιδιοκτήτη τον εναγόμενο, με την αιτιολογία ότι κατά τη δήλωση της ενάγουσας φερόταν η δηλωθείσα από αυτήν έκταση να βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία όμως (εκκλησία) δεν βρίσκεται στην περιοχή με αποτέλεσμα να θεωρηθεί από την αρμόδια επιτροπή το δηλωθέν από την ενάγουσα ακίνητο ως ανεντόπιστο και για το λόγο αυτό να καταχωριστεί αυτό (επίδικο) ως τμήμα του μείζονος ακινήτου με ΚΑΕΚ ...101027/0/0. Ειδικότερα, στο τοπογραφικό διάγραμμα της διανομής του Δ. του 1958 που συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Τοπογραφικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και τροφίμων, το όλο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...101027/0/0 φέρεται να αποτελεί τμήμα του τεμαχίου με αριθμό 71 συνολικού εμβαδού 88.667 τ.μ. που διασχίζεται από τον αγροτικό δρόμο (ο οποίος αποτελεί και το βόρειο όριο του επιδίκου τμήματος) και χωρίζει το τεμάχιο με αριθμό 71 στο βορείως του δρόμου κείμενο τμήμα και στο νοτίως του δρόμου κείμενο τμήμα, αποτελεί δε το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...101027/0/0 το νοτίως του δρόμου κείμενο τμήμα του υπ' αριθμ. 71 τεμαχίου. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ενώ τα δύο τεμάχια (άνωθεν και κάτωθεν της αγροτικής οδού) φαίνονται ως δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του 1958, στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα του 1958 φέρεται το τεμάχιο 71 ως "ιδιοκτησίες διαφόρων", επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το νοτίως της αγροτικής οδού κείμενο τμήμα του τεμαχίου 71 (το οποίο όπως προεκτέθηκε έχει καταχωριστεί στο κτηματολογικό γραφείο ως ιδιοκτησία του εναγομένου με ΚΑΕΚ ...101027), αποτελεί μία (τη δική του) ιδιοκτησία αποδεικνύεται αβάσιμος. Η κρίση δε αυτή, ήτοι ότι το νοτίως της αγροτικής οδού κείμενο τμήμα του τεμαχίου 71 που έχει ήδη λάβει ΚΑΕΚ ...101027/0/0 δεν είναι μία αυτοτελής ιδιοκτησία ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αεροφωτογραφίες της Γ.Υ.Σ. των ετών 1945 και εξής και φωτογραφίες της ευρύτερης περιοχής της επίδικης έκτασης, από τις οποίες προκύπτει διαφορετικότητα στην καλλιέργεια κατά τη διάρκεια των ετών, καθώς και η ύπαρξη απορριμμάτων στο ανατολικό όριο του επιδίκου τμήματος, το οποίο (απόρριψη απορριμμάτων) οπωσδήποτε δεν θα συνέβαινε αν επρόκειτο πράγματι για μία ενιαία ιδιοκτησία όπως διατείνεται ο εναγόμενος. Είναι δε προφανές ότι η αναφορά στη δήλωση ιδιοκτησίας της ενάγουσας "δίπλα στην εκκλησία Κοιμήσεως της Θεοτόκου" υπονοεί δίπλα σε ιδιοκτησία της ως άνω εκκλησία, η οποία (εκκλησία) πράγματι φέρεται να είχε ιδιοκτησία στη θέση αυτή. Συνεπώς, εφόσον η επίδικη έκταση περιέχεται στον τίτλο της ενάγουσας, κατέστη η ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε πράξη νομής του εναγομένου στην επίδικη έκταση. Αντιθέτως δε αποδείχθηκε ότι τουλάχιστον από το έτος 1981 οπότε καταρτίστηκε το υπ' αριθμ. .../1981 προικοσύμφωνο συμβόλαιο η υπέρ ης η συσταθείσα προίκα ενάγουσα και ο προικολήπτης σύζυγός της παρέλαβαν το επίδικο ακίνητο στη νομή τους, ασκώντας επί αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ο σύζυγός της καλλιεργούσαν την επίδικη έκταση με μονοετείς κυρίως καλλιέργειες και φρόντιζαν τα ελαιόδεντρα που είχε φυτέψει η προικοδότρια μητέρα της ενάγουσας ήδη πριν την κατάρτιση του προικοσυμφώνου παράλληλα και σε επαφή με τον αγροτικό δρόμο στα βόρεια της επίδικης έκτασης, τα οποία (ελαιόδεντρα) είναι εμφανή στην με αριθμό 54323 αεροφωτογραφία του έτους 1971 της Γ.Υ.Σ., ενώ μετά το έτος 1984 προέβησαν οι ίδιοι (η ενάγουσα και ο σύζυγό της) στην δενδροφύτευση επιπλέον ελαιοδένδρων, τα οποία είναι εμφανή στην με αριθμό 201928 αεροφωτογραφία του έτους 1990 της Γ.Υ.Σ., φρόντιζαν αυτά και συνέλεγαν τους καρπούς τους. Κατά το έτος 1998 προέβησαν στην κατασκευή στο νότιο μέρος της επίδικης έκτασης ισόγειας αποθήκης, εμβαδού 40,80 τ.μ. από τσιμεντόλιθους, εντός της οποίας φύλασσαν ζωοτροφές και αγροτικά εργαλεία, την αποκλειστική χρήση της οποίας εξακολουθεί να έχει η ενάγουσα. Εξάλλου, στην επίδικη έκταση υπάρχει σύστημα άρδευσης με κύριο αγωγό που ξεκινά από πηγάδι που βρίσκεται εντός της παρακείμενης ιδιοκτησίας της ενάγουσας, όπου και η κατοικία της και σε απόσταση 150 μ. περίπου δυτικά του επιδίκου. Στις ως άνω πράξεις νομής προέβαιναν η ενάγουσα και ο σύζυγός της και πριν από αυτούς η μητέρα της ενάγουσας χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από οιονδήποτε. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, αφού νεμόταν αυτό τουλάχιστον από το 1981 και κατ' ακολουθία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από τις αιτιολογίες της παρούσας, ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης με παράγωγο τρόπο δεν έσφαλε και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για έλλειψη αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, διατείνεται, α) ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιγραφή της επιφάνειας, της θέσης και των ορίων του μεταβιβασθέντος με τα αναφερόμενα συμβόλαια επιδίκου ακινήτου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η παραδοχή της ότι οι τίτλοι κυριότητας της ενάγουσας αφορούν το επίδικο, β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου σε σχέση με τους τίτλους της ενάγουσας, βασίστηκε αποκλειστικά στα έωλα συμπεράσματα της 3/19-2-2013 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να αιτιολογήσει το γιατί δεν δέχθηκε το συμπέρασμα της από Νοεμβρίου 2017 έκθεσης τεκμηρίωσης και διαπιστώσεων-επισημάνσεων-αντιρρήσεων του τοπογράφου Ν. Κ., την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε και η οποία κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί τη μεγάλη απόκλιση σε σχέση, αφενός με το εμβαδόν του επιδίκου ακινήτου, όταν στο μεν τίτλο κτήσης της ενάγουσας αναφέρεται περί το ένα στρέμμα, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι έχει έκταση, μετά από πρόσφατη καταμέτρηση, 3.163,07 τ.μ., αφετέρου δε με τα όρια αυτού, που δεν συμπίπτουν με τα όρια που αναφέρονται στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας, δ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "Είναι δε προφανές ότι η αναφορά στη δήλωση ιδιοκτησίας της ενάγουσας ?δίπλα στην εκκλησία Κοιμήσεως της Θεοτόκου? υπονοεί δίπλα σε ιδιοκτησία της ως άνω εκκλησίας, η οποία (εκκλησία) πράγματι φέρεται να είχε ιδιοκτησία στη θέση αυτή", πλην όμως η τελευταία αυτή παραδοχή είναι εντελώς αναιτιολόγητη και δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων κατέληξε στην παραδοχή αυτή, παρά το γεγονός ότι το όριο αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας κατά το μέτρο που προσδιορίζει τα όρια του επιδίκου ακινήτου και ε) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου και τις πράξεις νομής επ' αυτού ότι "η ενάγουσα και ο σύζυγός της προέβησαν το έτος 1998 στην κατασκευή στο νότιο μέρος του ακινήτου μιας αποθήκης, εμβαδού 40,80 τ.μ. από τσιμεντόλιθους, εντός της οποίας φύλασσαν ζωοτροφές και αγροτικά εργαλεία, την αποκλειστική χρήση της οποίας εξακολουθεί να έχει η ενάγουσα", χωρίς να αιτιολογεί την κρίση της αυτή και να αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία κατέληξε σε αυτή, ενόψει του προβληθέντος ισχυρισμού του ότι ο ίδιος κατασκεύασε την αποθήκη αυτή. Επί των αιτιάσεων αυτών κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την πρώτη και την τρίτη αιτίαση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της απόφασης, αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία, τα οποία, κατά τον τίτλο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης, προσδιορίζουν κατά θέση, έκταση και όρια το επίδικο ακίνητο. Ως προς δε την αιτίαση για το εμβαδόν του ακινήτου, αναφέρεται μεν στην απόφαση ότι με βάση τον ανωτέρω τίτλο (προικοσύμφωνο) αυτό φέρεται "εκτάσεως ενός στρέμματος έγγιστα", πλην όμως μόνο το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις λοιπές σαφείς παραδοχές αυτές ως προς την ακριβή έκταση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου, δεν στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, όταν δέχεται στη συνέχεια ότι με βάση νεότερη καταμέτρηση το ακίνητο έχει έκταση 3.163,07 τ.μ. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Όσον αφορά τη δεύτερη ως άνω αιτίαση, αυτή είναι απαράδεκτη, καθώς αναφέρεται σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη αρχή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως προς την τέταρτη ως άνω αιτίαση σχετικά με την αναφορά της προσβαλλόμενης ότι "...η οποία (εκκλησία) πράγματι φέρεται να είχε ιδιοκτησία στη θέση αυτή", αυτή αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου που συνέχεται με την αξιολόγηση των αποδείξεων και επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ιδρύεται εν προκειμένω λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Τέλος, αναφορικά με την πέμπτη ως άνω αιτίαση, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το νόμιμα αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-4-2021 αίτηση του Κ. Τ. για αναίρεση της 258/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ