Αριθμός 26/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 792/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης. Με κατηγορούμενο τον Κ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18/19-3-2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2112. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη δε μίας τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και αν μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της εντελώς τυπικό κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικό μέσα, χωρήσει ακολούθως στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων και πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο αγνόησε εντελώς κάποιο αποδεικτικό μέσο. Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με τη, από 19 Μαρτίου 2012, ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 18/2012 έκθεσή του δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 792/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία (κατά πλειοψηφία) απηλλάγη της κατηγορίας (και) ο εκ των κατηγορουμένων, Κ. Ζ., διότι η απόφαση αυτή, όσον αφορά τον άνω κατηγορούμενο, στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ.3 Συντ. 139, 510 παρ.1 περ.δ ΚΠΔ), για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους. Αυτή (αίτηση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 792/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, η οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, ο κατηγορούμενος, Κ. Ζ. του Β., κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε από τις αρχές του έτους 1996 έως το τέλος του έτους 2002, με περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του, το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που ενόρκως εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν αμφιβολίες περί του ότι η περιουσία του πρώτου κατηγορουμένου, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και την οποία κατηγορείται ότι μετέτρεψε σε νόμιμο χρήμα με την αγορά ακινήτων, ίδρυση εταιριών και επένδυση μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, προέρχεται από την τέλεση και από αυτόν, από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους (Ε. Ζ., Γ.-Χ. Ζ., Β. Ζ., Μ. Ζ.), του εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Και τούτο ενόψει και της κατάθεσης του μάρτυρα Γ. Ν. στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, ότι και ο ίδιος έχασε μεγάλα χρηματικά ποσά παίζοντας τυχερά παιγνίδια στα καταστήματα των κατηγορουμένων, οι οποίοι εξαπατούσαν τους πελάτες, αφού κάθε βράδυ επενέβαιναν στα μηχανήματα και επηρέαζαν τη λειτουργία τους, ώστε να μην αποδίδουν ποτέ κέρδη στους πελάτες, γεγονός όμως, που δεν αντιλήφθηκε ο ίδιος ο μάρτυρας, αλλά του το είπε "ένας υπάλληλος" τον οποίο δεν κατονομάζει. Επίσης και ο μάρτυρας Γ. Κ. κατέθεσε ότι δεν έχει στοιχεία κατά του πρώτου κατηγορουμένου, για την ως άνω εξαπάτηση των πελατών των καταστημάτων του. Κατά συνέπεια, εφόσον προέκυψαν αμφιβολίες σχετικά με την τέλεση του αναφερομένου στο κατηγορητήριο εγκλήματος της απάτης εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, αυτός πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα, για την οποία κατηγορείται". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, ειδικότερα του ότι: "στην ... από το έτος 1996 έως το έτος 2002, κατά τη διενέργεια τυχερών και απαγορευμένων παιγνίων, που ο ίδιος ως εκμεταλλευτής και διευθυντής, επέτρεπε στα καταστήματα ηλεκτρονικών παιγνίων που διατηρούσε στην πόλη της ..., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος εν γνώσει του παρίστανε ψευδώς σε πλήθος παικτών των ως άνω παιγνίων ψευδή γεγονότα ως αληθινά και παρασιωπούσα αληθινά γεγονότα και ειδικότερα μέσω της οθόνης των ηλεκτρονικών παιγνίων τους παρίστανε στους παίκτες ότι μετέχοντας σε αυτά είχαν τη δυνατότητα να κερδίσουν τα τεράστια χρηματικά ποσά που εμφανίζονταν στο κάτω δεξιό μέρος της οθόνης και παρασιωπούσε από αυτούς ότι είχε γίνει, κατ' εντολή του τεχνική επέμβαση στα εν λόγω παίγνια, ώστε να μηδενιστούν, και με τον τρόπο αυτό έπειθε μεγάλο αριθμό παικτών να μετάσχουν στα ως άνω παίγνια και να διαθέτουν τεράστια χρηματικά ποσά, καθημερινώς, χωρίς ποτέ να κερδίζουν, γνωρίζοντας, καθώς και η αθωωθείσα κατηγορουμένη Ε. Ζ., ότι με την τεχνική επέμβαση που είχε γίνει στα ως άνω παίγνια δεν υφίστατο δυνατότητα να κερδίσει ο παίκτης, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη η περιουσία μεγάλου αριθμού παικτών, οι οποίοι απώλεσαν το σύνολο της περιουσίας τους, το ύψος δε της προξενηθείσας ζημίας δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς υπερβαίνει πάντως το ποσό των 73.000 € και οπωσδήποτε το ποσό των 18.000.000 €, αν και γνώριζε ο κατηγορούμενος στο χρόνο κτήσης ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή, παράνομη προέλευσή τους και τα επενδύσει σε αγορές ακινήτων, μετοχών εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και ίδρυση εταιριών επιτυγχάνοντας με τον ως άνω τρόπο να μετατρέψει την προερχόμενη από την προπεριγραφείσα εγκληματική δραστηριότητα περιουσία σε νόμιμο χρήμα. Ειδικότερα, ο εν λόγω κατηγορούμενος, Κ. Ζ., κατά τα έτη 1997 έως 2002 αγόρασε μετοχές εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών επενδύοντας κεφάλαια ύψους 16.667.759,69 ευρώ τουλάχιστον, τα οποία του απέφεραν κέρδη ύψους 1.189.649,32 ευρώ και συγκεκριμένα: 1) ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, 1997, ποσό 348.460,48 και 1998 ποσό 48.000,56 ευρώ, 2) ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΑΕΠΕΥ, 1998, ποσό 199.105,95 ευρώ, 3) EFG EUROBANK ΑΕΠΕΥ, 1997, ποσό 39.584,07 ευρώ, 4) ΩΜΕΓΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ, 1997, ποσό 9.509,30 ευρώ, 5) ALPHA FINANCE, 1998, ποσό 32.341,71 ευρώ, 6) ΓΕΝΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ, 1998, 239.744,06 ευρώ, 7) ΕΥΡΟΧΧ, 1998, ποσό 24.727,86 ευρώ, 8) ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΧΕ, 2000, ποσό 22.191,68 ευρώ, 9) SILIDUS SECURITIES ΑΧΕΠΕΥ, 2001, ποσό 29.347,03 ευρώ, 10) METROLIFE ΑΧΕ, 1998, ποσό 68.234,80 ευρώ και 11) Π και Κ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ, 2002, ποσό 18.498,63 ευρώ, επιτυγχάνοντας έτσι να εμφανίσει τα εν λόγω κέρδη ως νόμιμο χρήμα. Επίσης απέκτησε τα παρακάτω ακίνητα: μια ισόγεια επαγγελματική στέγη, που βρίσκεται επί της οδού ... στο ..., εμβαδού 130 τμ, αντικειμενικής αξίας 12.066.892 δρχ, το 1/2 του δικαιώματος επικαρπίας επί μίας ισόγειας επαγγελματικής στέγης, που βρίσκεται επί της οδού ..., στην ..., εμβαδού 77,90 τμ, σημερινής αξίας 1.500 ευρώ/τμ, το 1/2 του δικαιώματος επικαρπίας επί μίας υπόγειας επαγγελματικής στέγης, που βρίσκεται επί της οδού ..., στην ..., εμβαδού 72,45 τμ, το 1/2 του δικαιώματος επικαρπίας επί ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου, εμβαδού 51 τμ, και επί ενός διαμερίσματος τρίτου ορόφου, εμβαδού 116,85 τμ, σημερινής αξίας και τα δύο διαμερίσματα 600 ευρώ/τμ, μια ισόγεια επαγγελματική στέγη στο ..., εμβαδού 95 τμ, αντικειμενικής αξίας 11.115.000 δρχ., δύο οικόπεδα στην ..., εμβαδού 409 τμ και 594 τμ αντίστοιχα, σημερινής αξίας και τα δύο 700 ευρώ/τμ, δύο οικόπεδα στην Καρδιτσομάγουλα ...ς εμβαδού 780 τμ και 864 τμ, σημερινής αξίας και τα δύο, 30 ευρώ/τμ και τέσσερις γεωργικές αποθήκες εμβαδού 150, 530, 230 και 40 τμ αντίστοιχα, σημερινής αξίας όλες 150 ευρώ/τμ. Τέλος, ο εν λόγω κατηγορούμενος συμμετείχε στην ίδρυση των παρακάτω ανώνυμων εταιριών: 1) της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΛΙΜΝΗ ΜΕΓΔΟΒΑ ΑΕ", με έδρα τα ..., αντικείμενο εργασιών ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και μετοχικό κεφάλαιο 40.000.000 δρχ στην κάλυψη του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος συμμετείχε με εισφορά σε είδος που συνίστατο στο 1/2 του δικαιώματος κυριότητας επί ενός ακινήτου και με την καταβολή μετρητών ύψους 5.000.000 δρχ και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ζ. ΨΕΤ ΑΕ", με έδρα την ... (οδός ...) και με μετοχικό κεφάλαιο ύψους 80.000.000 δρχ, η οποία δεν έχει δραστηριοποιηθεί μέχρι σήμερα και παρουσίασε ζημίες τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη εταιρική χρήση ύψους 9.210.754 και 9.204.241 δρχ αντίστοιχα". Όμως, με αυτά που δέχθηκε το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, διέλαβε σε αυτή αιτιολογία ελλιπή αφού, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρα 510§1 περ.Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, συντρέχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Ειδικότερα, η εν λόγω απόφαση, δεν περιέχει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, αφενός της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και μάλιστα, αυτήν της απάτης, η οποία συνιστά την προγενέστερη της κυρίας πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφετέρου δε αυτά που προέκυψαν, σε σχέση με την πράξη αυτή. Δεν αρκεί δηλαδή να εκτίθεται στην απόφαση ότι από τις αναφερόμενες σε αυτήν αποδείξεις το δικαστήριο "δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται" ή "προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου", χωρίς να εκτίθενται επίσης και πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας και να αιτιολογείται, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά στοιχεία, χωρίς να εκτίθενται οι λόγοι, εξαιτίας των οποίων προκύπτουν αμφιβολίες. Εξάλλου, ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή της αιτιολογίας δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείο ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Μάλιστα δε, τέτοια αναφορά δεν μπορεί να συνιστά η επιλεκτική αναφορά δύο μαρτύρων, από τους οποίους μάλιστα ο πρώτος κατέθεσε και σε βάρος του κατηγορουμένου και χωρίς να γίνεται μνεία (δηλ. συσχετισμός και αξιολόγηση) και άλλων αποδεικτικών μέσων και μάλιστα αυτών που έλαβαν χώρα στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ), εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 792/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ