Αριθμός 1012/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσιρογιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθ.5445/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Β. Λ.-Δ., κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 30 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1137/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και την πολιτικώς ενάγουσα με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 12.10.2012 (με αριθ. πρωτ. 241/2012)αίτηση του Ι. Ν. μετά των από 30-4-2013 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ.5445/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς, αφού μετά την εκ του πινακίου επί της έδρας απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής, παρέστη τελικά ο αναιρεσείων δια πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Τσιρογιάννη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος, γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ1 αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Ειδικότερα, επί των περιπτώσεων για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων απαιτείται ειδικός δόλος, όπως επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 362, 363 ΠΚ), όπου απαιτείται όπως ο δράστης τελεί εν γνώσει του ψεύδους του σχετικού γεγονότος, υπάρχει η ως άνω αιτιολογία εάν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές αυτό γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση των νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο συμφέρον. Η διάταξη όμως αυτή με την οποία κατ" αρχήν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της κατ' άρθρο 361 Π.Κ. εξυβριστικής είτε της κατ' άρθρο 362 Π.Κ. δυσφημιστικής εκδήλωσης, δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρθρ. 367 παρ. 2 Π.Κ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5445/20απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Από τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων Κ. Γ., και Ι. Μ. την απολογία του κατηγορουμένου, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και από την όλη διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 26/5/2008 εκδικάζονταν δύο αντίθετες αγωγές, του κατηγορουμένου και της πρώην συζύγου του Ι. Μ., σχετικές με την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους. Ενώ εξεταζόταν η μάρτυρας της Ι. Μ., Ε. Γ., δήλωσε ότι δεν αισθάνεται καλά και το Δικαστήριο διέκοψε την εξέτασή της μέχρις ότου αυτή αισθανθεί καλύτερα. Μετά την πάροδο μισής ώρας η ανωτέρω μάρτυρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι αδυνατεί να καταθέσει και στη συνέχεια υποβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της διαδίκου Ι. Μ., Β. Λ.-Δ. (εγκαλούσα) αίτημα αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας της μάρτυρος. Τότε ο παριστάμενος διάδικος και τώρα κατηγορούμενος αντέδρασε στο αίτημα αναβολής και ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα το έχει ξανακάνει αυτό στο Δικαστήριο με άλλο μάρτυρα σε άλλη υπόθεσή του, δηλαδή ότι δήθεν αρρωσταίνει ο μάρτυρας για να παίρνει αναβολή. Το γεγονός αυτό είναι ψευδές, εγνώριζε ο κατηγορούμενος την αναλήθειά του, εγνώριζε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας δικηγόρου και έγινε με αυτή την πρόθεση να πλήξει την τιμή και υπόληψη της πληρεξουσίας δικηγόρου της αντιδίκου συζύγου του με την οποία είχαν μακροχρόνιες δίκες. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τα υπ' αριθμ. 1233/2008 πρακτική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι παρερμηνεύτηκαν τα λόγια του, αυτός αναφερόταν στην αντίδικο σύζυγό του και όχι στην εγκαλούσα και ότι όλα όσα είπε τα είπε όχι δημόσια αλλά κατ'ιδίαν στην πληρεξουσία δικηγόρο του. Οι ισχυρισμοί του αυτοί, που δεν αποδεικνύονται βάσιμοι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, είναι απορριπτέοι γιατί αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο αλλά και από το περιεχόμενο των ανωτέρω πρακτικών όπου αναφέρεται ότι η πληρεξουσία δικηγόρος του κατηγορουμένου δήλωσε τα εξής: Ο πελάτης μου μου είπε ότι έχει ξανακάνει αυτό η κ. Δ. σ' άλλο Δικαστήριο με άλλο μάρτυρα". Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως αναφέρεται αναλυτικότερα στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένου του αιτήματος εφαρμογής του αρθρ.367 Π.Κ. ενόψει του ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 περ.α' Π.Κ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β' 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1, 362, 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος 1) το δικαστήριο χωρίς επιλογή έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και η κατ' ιδίαν αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων και 2) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ 1γ ΠΚ με το να απορρίψει τον προβληθέντα σχετικό επ' αυτού ερειδόμενο αυτοτελή ισχυρισμό περί άρσεως του αδίκου της πράξεως, καθόσον η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 376 παρ2ΠΚ , δεν έχει εφαρμογή επί του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης. Επομένως οι σχετικοί 1ος και 2ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω Α) δεν είναι αναγκαία η παράθεση των αληθών γεγονότων καθόσον, αφού παρατίθενται τα ψευδή και είναι αυτονόητο ότι αληθή είναι τα αντίθετα, Β) παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά ενώ δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία του άμεσου δόλου (εν γνώσει), εφόσον κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι σχετικοί με τα ως άνω γεγονότα ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση του ιδίου οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του για τα όσα ψευδώς ισχυρίσθηκε, Γ) Το δικαστήριο αιτιολογεί ότι το άνω ψευδές γεγονός ήταν δυνατό να βλάψει και έβλαψε πράγματι την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας δικηγόρου αφού αυτή εμφανιζόταν "να επινοεί ανύπαρκτες ασθένειες των μαρτύρων της για να κερδίζει αναβολές στα δικαστήρια", Δ) δεν υπάρχει καμία αντίφαση στις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλομένης καθόσον το γεγονός που αναφέρεται ότι και η πληρεξούσια δικηγόρος του κατηγορουμένου "δήλωσε τα εξής: ο πελάτης μου μου είπε ότι το έχει ξανακάνει αυτό η κ. Δ. σ' άλλο Δικαστήριο με άλλο μάρτυρα", δεν αναιρεί ούτε αντιφάσκει με τα όσα αναφέρονται στο σκεπτικό ότι ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος δημόσια στο ακροατήριο. Οι λοιπές υπό στοιχεία, Ε, και ΣΤ αιτιάσεις των προσθέτων λόγων πέραν της αοριστίας τους, πλήττουν απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 241/2012) ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, αίτηση του Ι. Ν. και τους από 30 Απριλίου 2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 5445/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Δικηγόρου από πεντακόσια (500) ευρω.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ