Αριθμός 1540/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Καραχρήστο, για αναίρεση της υπ'αριθ.18/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικό Χίου). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Χ. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετράκη. Το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικό Χίου) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2 και 321 παρ.1 στοιχ.δ και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ως άρθρο δε του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημ/μάτων Βορείου Αιγαίου για την προβληθείσα από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση ακυρότητος (σχετικής) του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω του ότι δεν περιλαμβάνονται οι σχετικές διατάξεις από τις οποίες απορρέει η ευθύνη του, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο εφέσεως, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε στους κατηγορούμενους, προκύπτει ότι, αυτό περιέχει όλα τα αναγκαία κατά τον νόμο και ουσιώδη στοιχεία (ΚΠΔ 321) για το ορισμένο των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κατηγορούνται και βάσει των οποίων εισάγεται η ποινική υπόθεση στο ακροατήριο, είναι δε αυτό καθόλα ορισμένο και ουδόλως πάσχει από αοριστία, ούτε από τη διατύπωση του θίγει τα δικαιώματα υπεράσπισης των κατηγορουμένων, ως προς την κατανόηση και δυνατότητα αντίκρουσης της διαλαμβανόμενης σε αυτό κατηγορίας για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται σε έκαστο, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, ως αβάσιμος. Κατά δε τα λοιπά στοιχεία της εις βάρος τους κατηγορίας που ανέφερε ως ελλείποντα ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, δεν κρίνονται ουσιώδη για τις συγκεκριμένες κατηγορίες, ώστε αναγκαίως να συμπεριλαμβάνονται στο κλητήριο θέσπισμα, που κατά κανόνα πρέπει να είναι λιτό και ευσύνοπτο, συγχρόνως δε πλήρες και κατανοητό ως προς την κατηγορία, αλλά δύνανται τούτα να προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, στην οποία θα συμμετέχουν κι οι κατηγορούμενοι προς ανάδειξη ή αντίκρουση τους χωρίς από την τυχόν έλλειψη τους, ωστόσο, να συντρέχει λόγος ακυρότητας του, διότι δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο του, αφού επαρκώς αυτό κατά το νόμο ορίζει με συνοπτικό και ακριβή τρόπο τις σε βάρος τους κατηγορίες. Ειδικότερα, με το επίδικο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χίου, οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου, προκειμένου να δικαστούν για σωματική βλάβη από αμέλεια διά παραλείψεως τελούμενη από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314§1α, 315 §1β ΠΚ. Κατά τη σημερινή κατ έφεσιν δικάσιμο, οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και προέβαλαν δια του συνηγόρου τους ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτούς κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 321 §§ 1 και 4 ΚΠΔ, για τους λόγους α) ότι δεν αναφερόταν σε αυτό η ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση εκάστου να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά γενική προς τούτο υποχρέωσή τους, που προέκυπτε από την ιδιότητα τους και β) ότι επιπλέον δεν προσδιοριζόταν σε αυτό ούτε ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική υποχρέωση τους. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, κατ' άρθρο 321 §5 ΚΠΔ, προκύπτει ότι τούτο, σε σχέση με τη βαρύνουσα τους κατηγορούμενους ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσουν και να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της πράξης που τους αποδίδεται, αφενός διέλαβε στο περιεχόμενο του τα αναγκαία διευκρινιστικά στοιχεία για την ιδιότητα των κατηγορουμένων, αντιστοίχως (ως νομίμου εκπροσώπου του της κοινοπραξίας, για τον πρώτο και επιβλέποντος μηχανικού και υπεύθυνου εργοταξιάρχη για τον δεύτερο), η οποία δημιουργούσε σε αυτούς εκ του νόμου -σε συνδυασμό με την οικεία ειδική νομοθεσία που αναφέρεται ρητά εντός και στο τέλος του κατηγορητηρίου- την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας του εργοταξίου για την εξασφάλιση συνθηκών εργασίας, σύμφωνα με τον νόμο, καταλλήλων για την ασφαλή εργασία των εργατών και προκειμένου να παρεμποδίσουν έτσι, ως υπόχρεοι την επέλευση του αποτελέσματος του σοβαρού τραυματισμού του παθόντος, με βάση τα καθήκοντα που κατά την κοινή πείρα και τις συναλλακτικές σχέσεις συνάγονται από την αναφερόμενη ιδιότητα τους στον οικείο τομέα εργασίας. Αφετέρου δε, συμπεριέλαβε τις συγκεκριμένες νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις για τις οποίες, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να δικασθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, μνημονεύοντας πέραν εκείνων των άρθρων 12, 14, 15, 18, 26 §1, 27, 28, 51, 53, 57, 61, 63, 65, 79, 94 §2, 314 §1α, 315 §1β' Π Κ, που ανταποκρίνονται στις γενικές υποχρεώσεις, επιπλέον και αυτών των άρθρων 40 §1, 103, 106, 111, 117 του Π.Δ. 1073/1981, του Π.Δ. της 22/29-12-1933, πέμπτο του Ν. 1430/1984, 8 παρ.2α\ 16 παρ.2 του Π.Δ. 17/1996 και 25 του Ν. 2224/1994,που αναφέρονται στις ειδικές υποχρεώσεις τους για τη λήψη των αναγκαίων και καταλλήλων μέτρων ασφαλείας. Το κλητήριο θέσπισμα, εκτός του ότι αναφέρεται στις ακριβείς νομικές διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται οι κανόνες επιμελείας που παραβιάστηκαν εκ μέρους των κατηγορουμένων, καταγράφει συνοπτικά και με ακρίβεια τις υποχρεώσεις που λόγω της ως άνω ιδιότητας τους όφειλαν να τηρήσουν, αλλά δεν το έπραξαν, σε τι έγκειται συγκεκριμένα η αμέλεια τους και τι παρέλειψαν να ενεργήσουν σύμφωνα με τους ειδικούς ποινικούς νόμους και σε ποιο αποτέλεσμα τούτο οδήγησε αιτιωδώς σε βάρος του παθόντος. Ενόψει τούτων είναι προφανές, ότι διαλαμβάνεται, κατά τρόπο επαρκή και προσήκοντα, η ιδιαίτερη ειδική νομική υποχρέωσή τους, είτε κατά την περιγραφή της πράξης, είτε και με ρητή αναφορά στους επιτακτικούς κανόνες δικαίου που θεσπίζουν τις υποχρεώσεις επιμελείας (Π.Δ. της 22/29-12-1933), χωρίς να αρκείται μόνο στην παράθεση των ιδιοτήτων ή των νομικών διατάξεων, που δημιουργούν τις νομικές υποχρεώσεις των κατηγορουμένων, αλλά και συνδέοντας την ιδιότητα τους με αυτές και τις ενέργειες, που όφειλαν να είχαν μετέλθει, για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις επιμελείας και να παρεμποδίσουν το εξ αμελείας επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα σε βάρος του παθόντος (ΑΠ 84/2008 Ποιν.Λογ 2008.93). Το ότι όλες οι παραλείψεις αποδίδονται σε όλους τους κατηγορουμένους, δεν καθιστά το κατηγορητήριο ασαφές και άκυρο, αφού η συμμετοχή του καθενός στο έγκλημα και η δια παραλείψεως τελεσθείσα πράξη τους, είναι ζητούμενο των αποδείξεων, από τις οποίες θα προκύψει αν και τι παρέλειψε έκαστος να πράξει από όσα του αποδίδει το κατηγορητήριο. (ΑΠ 304/2012, ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθούν οι περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος υπερασπιστικοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων". Κρίνοντας λοιπόν το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου (για τα πλημ/τα) ότι δεν υφίσταται σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω του ότι δεν αναγραφόταν σ' αυτό η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που είχε να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, ορθά αιτιολόγησε την απόρριψη της σχετικής ενστάσεως και δεν απαιτούνταν να προστεθούν άλλες σκέψεις για την αιτιολόγηση του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος ως προς τα κατά νόμο αναγκαία να περιέχονται σ' αυτό στοιχεία και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ.α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ. κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται, να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, τη κοινή πείρα τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του σε ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ.1 του π.δ. 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητος ... Μέτρα ασφαλείας" καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκκων, υαλωτοί και δεξαμεναί ή τάφροι ... πρέπει να εξασφαλίζονται κατά πτώσεων περιμετρικώς διάστηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός μέτρου από του δαπέδου σανίδος μεσοδιαστήματος του θωρακίου (σοβατεπί), η διά επικαλύψεως ικανής αντοχής". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 111 του ίδιου π.δ. "δια την διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής ως του Π.Δ/τος 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται ανελλιπώς καθ'όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Βορείου Αιγαίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου σε βάρος του Π. Χ. πράξη που τέλεσε και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκατριών (13) μηνών ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, όσα περιέχονται στο κατηγορητήριο και όσα προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης για λογαριασμό των κατηγορουμένων, από τη θεώρηση των φωτογραφιών της δικογραφίας, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την υπόλοιπη διαδικασία στο ακροατήριο αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε για τα ακόλουθα: Δυνάμει του από 7-11-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού συνήφθη σύμβαση έργου μεταξύ του ΙΚΑ, όπως νομίμως εκπροσωπούταν από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης Β. Σ., και του Χ. Π. (1ου κατηγορουμένου) ως εκπροσώπου της κατασκευάστριας εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΝΣΤΡΟΥΤΕΚ ΑΕ" με αντικείμενο τη "Μελέτη και κατασκευή του κτιρίου Υποκαταστήματος ΙΚΑ Χίου", κατόπιν διαγωνισμού ανάδειξης αναδόχου και κατακύρωσης του έργου αυτού στη δεύτερη ανάδοχο εταιρεία ως εργολάβο, κατά τον Ν. 1418/1984 και τα Π.Δ. 609/1985 και 23/1993. Σύμφωνα με το από 7-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας ορισμένου χρόνου, η τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΚΟΝΣΤΡΟΥΤΕΚ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Χ. Π. ως Διευθύνοντα Σύμβουλο, και η εταιρεία "ΠΙ ΕΝΤ ΣΙ ΝΤΙΒΕΛΟΠΜΕΝΤ ΤΕΧΝΙΚΗ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "Ρ & C DEVELOPMENT S.A.", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Κ. Π., ως Πρόεδρο του Δ.Σ. (βλ. το υπ' αριθμ. 9596/27-7-2004 ΦΕΚ), κατήρτισαν συμφωνητικό κοινοπραξίας και συμφωνήθηκε η υποκατάσταση της πρώτης εξ αυτών για την εκτέλεση των υπολοίπων εργασιών (μετά τον 6° λογαριασμό) του παραπάνω έργου από την εγκεκριμένη κοινοπραξία με την επωνυμία "Ρ & C DEVELOPMENT S.A. - ΚΟΝΣΤΡΟΥΤΕΚ ΑΕ". Εκπρόσωπος και διαχειριστής της Κοινοπραξίας ορίστηκε ο Χ. Π., Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "ΚΟΝΣΤΡΟΥΤΕΚ ΑΕ" και αναπληρωτής ο Κ. Π., Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας "Ρ & C DEVELOPMENT S.A.", οι οποίοι θα εκπροσωπούσαν την Κοινοπραξία δεσμεύοντας την με την υπογραφή τους. Σύμφωνα με το από 12-12-2003 και υπ' αριθμ. πρωτ. Γ99/4892/16-12-2003 έγγραφο της Διοίκησης του ΙΚΑ προς την εταιρεία "ΚΟΝΣΤΡΟΥΤΕΚ ΑΕ"-γνωστοποιήθηκε η έγκριση του συμφωνητικού σύστασης της παραπάνω) κατασκευαστικής κοινοπραξίας για το προαναφερόμενο έργο και ότι η Κοινοπραξία αυτή θεωρείται εφεξής ως ανάδοχος του έργου. Περαιτέρω, με την από 1-11-2005 σύμβαση ελεύθερου επαγγελματία συνήφθη μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "Ρ & C DEVELOPMENT S.A.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Κ. Π. και του ελεύθερου επαγγελματία Α. Λ., (3ου κατηγορουμένου), πολιτικού μηχανικού, σύμβαση προσφοράς ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με αντικείμενο τον έλεγχο των μελετών, την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών, καθώς και παροχής οδηγιών σε συνεργεία επί τόπου για το επίδικο έργο, με τόπο παροχής το αντίστοιχο εργοτάξιο στη Χίο, όπου όφειλε να προσέρχεται ανάλογα με το έργο που θα έχει να επιτελέσει κάθε φορά. Όσον αφορά στο επίδικο γεγονός προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην περιοχή Λέτσαινα του Δήμου Χίου, ο παθών, Π. Χ., εργαζόταν στο εργοτάξιο ως εργάτης μαρμάρων μαζί με τα αδέλφια του στο συνεργείο τους, που είχε προσληφθεί για τον σκοπό αυτόν από την Κοινοπραξία, για να τοποθετήσει μάρμαρα στο κτίριο (βλ. και το υπ' αριθμ. 16/29-11-2005 τιμολόγιο του επικεφαλής του συνεργείου Σ. Χ. προς την τεχνική εταιρεία). Την 25η-11-2005 περί ώρα 10:45 επιχείρησε να τοποθετήσει μία μαρμαροποδιά στο πρεβάζι ενός παραθύρου, που βρισκόταν στο κλιμακοστάσιο μεταξύ υπογείου και ισογείου σε ύψος 1,80 μ. από το δάπεδο. Για να τοποθετήσει τη μαρμαροποδιά στο επιθυμητό ύψος μετέφερε στο σημείο εργασίας του μια αυτοσχέδια σκάλα με ξύλα από παλέτες ύψους 50 εκ. περίπου. Όταν τελείωσε την εργασία του και θέλησε να κατέβει από τη σκάλα, γλίστρησε, λόγω της βροχόπτωσης και της εξ αυτής ολισθηρότητας, από αυτή και έπεσε στο έδαφος από το ύψος των 50 εκ. Ωστόσο, ακριβώς δίπλα στο σημείο που έπεσε, υπήρχε ακάλυπτο πλευρικό άνοιγμα φρεατίου μηχανολογικών εγκαταστάσεων. Έτσι, αντί να σταματήσει η πτώση του στο δάπεδο, συνεχίστηκε κι έπεσε μέσα στο προαναφερθέν ανοικτό φρεάτιο, δηλ. σε βάθος 4,15 μ. Αποτέλεσμα της πτώσης του αυτής ήταν να πάθει κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και τετραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 80%, όπως προέκυψε και από την έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος του επιθεωρητή εργασίας. Ο 1ος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Ρ & C DEVELOPMENT S.A. - ΚΟΝΣΤΡΟΥΤΕΚ ΑΕ" που αποτελούσε από 7-7-2003 τον νέο ανάδοχο του έργου σε αντικατάσταση της αρχικού αναδόχου εταιρείας, ήταν αυτός που καταρχήν εκπροσωπούσε νομίμως την Κοινοπραξία και τη δέσμευε με την υπογραφή του, και ο 2ος κατηγορούμενος Α. Λ., επιβλέπων μηχανικός και υπεύθυνος των οικοδομικών εργασιών του εργοταξίου, ως υπεύθυνοι αμφότεροι κατά νόμο για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και υγιεινής στο χώρο εργασίας της οικοδομής για την ασφάλεια των εργατών κατά την παροχή της εργασίας τους, δεν μερίμνησαν εγκαίρως και με προσοχή κι επιμέλεια για τη λήψη και την τήρηση των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή της επέλευσης του παραπάνω βλαπτικού αποτελέσματος σε βάρος του παθόντος εργάτη. Ειδικότερα, το ανωτέρω ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, εάν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν μεριμνήσει, ώστε: α) Το συγκεκριμένο φρεάτιο να εξασφαλιστεί κατά πτώσεων περιμετρικά με στηθαίο με χειρολισθήρα ελάχιστου ύψους 1μ. από το δάπεδο, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο, (σοβατεπί), ή, με επικάλυψη επαρκούς αντοχής, β) Να χορηγηθούν στο συγκεκριμένο εργαζόμενο κράνος προστασίας της κεφαλής και κατάλληλα υποδήματα με σόλα που να προφυλάσσει από τον κίνδυνο ολισθήσεως (ΑΠ 856/2010 Νόμος), γ) Να εφοδιαστεί ο συγκεκριμένος εργαζόμενος με κλίμακα που να πληροί τις προϋποθέσεις του Π.Δ. της 22/29-12-1933. Κατά τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα τους, παραβίασαν με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας, όπως ορίζονται στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Σύμφωνα με την παραπάνω σχετική νομοθεσία η Κοινοπραξία με νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή τον 1° κατηγορούμενο αποτελούσε την εργολάβο και εκτελούσα το έργο (το ΙΚΑ ήταν κύριος του έργου) και εκ της θέσης της αυτής υποχρεούται να παρέχει προς τους εργάτες υποδήματα και κράνη, καθώς και να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ιδίως δε να επιβλέπει και για τη διαρκή τήρηση τους από το εργατικό προσωπικό κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στο εργοτάξιο. Το συνεργείο έπρεπε να επιθεωρείται από τον αρμόδιο εκπρόσωπο της εργολάβου εταιρείας (1° κατηγορούμενο), η οποία έχει σαφώς γνώση και συνείδηση της, ανάγκης λήψης των συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, δεδομένου ότι πρόκειται για κατασκευαστική εταιρεία, και επίσης καθημερινά από τον επικεφαλής και αρμόδιο επιβλέποντα μηχανικό (2° κατηγορούμενο), στα καθήκοντα του οποίου είχε ανατεθεί και τούτο, με βάση το περιεχόμενο της άνω από 1-11-2005 μεταξύ τους σύμβασης ελεύθερου επαγγελματία, που κάνει λόγο ρητώς για προσφερόμενες εκ μέρους του τελευταίου υπηρεσίες ως προς την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών και την παροχή οδηγιών στα συνεργεία επί τόπου των έργων, συμπεριλαμβανομένων προφανώς και των καταλλήλων και αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για τους εργάτες, όπως προεκτέθηκαν, υπό την καθοδήγηση του. Τόσο η εργολάβος κατασκευαστική κοινοπραξία, διά του άνω νομίμου εκπροσώπου της, όσο και ο παρών στο εργοτάξιο επιβλέπων μηχανικός της, όφειλαν και μπορούσαν, ως εκ της ειδικότητας τους, να είχαν προβλέψει τον κίνδυνο πτώσης στο συγκεκριμένο ανοικτό κι αφύλακτο φρεάτιο οποιουδήποτε απασχολούμενου στον πέριξ χώρο εργάτη και γι' αυτό όφειλαν και μπορούσαν να είχαν λάβει προληπτικά τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα ασφαλείας που άρμοζαν στην προκειμένη περίπτωση, για να αποτρέψουν με κάθε τρόπο ένα τέτοιο συμβάν και ειδικότερα, να κατασκευάσουν περιμετρικά του φρεατίου στερεά κιγκλιδώματα, ή περιμετρικό στηθαίο ύψους ενός μέτρου από του δαπέδου με την τοποθέτηση σανίδας στο μεσοδιάστημα και σοβατεπί, ή να ασφαλίσουν το τελείως ακάλυπτο άνοιγμα με επικάλυψη ικανής αντοχής, επίσης να είχαν χορηγήσει στους εργάτες και στον παθόντα κράνος προστασίας και κατάλληλα υποδήματα με σόλα αντιολισθητική, επιβλέποντας διαρκώς για τη χρήση τους, και επιπλέον να τον είχαν εφοδιάσει με σκάλα προκειμένου να εκτελέσει την παραπάνω οικοδομική εργασία τοποθέτησης μαρμαροποδιάς στο περβάζι του παραθύρου, το οποίο δεν έπραξαν, μολονότι τούτο ζητήθηκε από τους εργάτες αδελφούς του παθόντος, αλλά έλαβαν αρνητική απάντηση και γι' αυτό το λόγο ο παθών προσέφυγε στη χρήση της παλέτας ως αυτοσχέδιας κλίμακας. Σε σχετικό, δε, αίτημα των λοιπών εργατών του συνεργείου, αδελφών του παθόντος, για κάλυψη του κενού φρεατίου, ομοίως υπήρξε αδιαφορία από την εκπρόσωπο στο εργοτάξιο της κοινοπραξίας, Κ. Σ., υφισταμένη και του επιβλέποντος το εργοτάξιο προσληφθέντος μηχανικού, που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό τους και ιδίως ελάμβανε εντολές από τον 2° κατηγορούμενο-εργοταξιάρχη (παραβίαση άρθρων 40 παρ.1, 103, 106, 111 Π.Δ. 1073/1981 και Π.Δ. της 22/29-12-1933). Σημειωτέον ότι, η εργολάβος κοινοπραξία με το συμφωνητικό κατασκευής του έργου σε συνδυασμό με αυτό της σύστασης της και αναδοχής του έργου, ανέλαβε την υποχρέωση λήψης, τήρησης και επίβλεψης των νομίμων μέτρων ασφαλείας για την ανέγερση της οικοδομής, καθώς και κάθε ευθύνη που θα προέκυπτε εξ αυτών κατά την εκτέλεση του έργου. Ο δε 2ος κατηγορούμενος εργάσθηκε στην ανεγειρόμενη οικοδομή υπό την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, αποδεχόμενος δε τον διορισμό του κατέστη προστηθείς στο έργο κατά την εκτέλεση του από την κατασκευαστική εταιρεία, που ήταν η προστήσασα, η οποία φέρει ευθύνη και από τη σχέση πρόστησης για τον προστηθέντα επιβλέποντα μηχανικό έναντι του παθόντος, για τις άνω αξιόποινες παραλείψεις του. Η ευθύνη αμφοτέρων για το επίδικο συμβάν, χωρίς να αποκλείεται από τις παραπάνω συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους και με τον κύριο του έργου, προσδιορίζεται άμεσα από την οικεία νομοθεσία, όπως προεκτέθηκε προηγουμένως. Από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι, ο κατά τον άνω τρόπο επελθών σοβαρός τραυματισμός του παθόντος οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των δύο κατηγορουμένων, υπό την άνω ιδιότητα τους, ήτοι στη μη καταβολή της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός κι ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής, την οποία προσοχή μπορούσαν να καταβάλουν, βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματος τους, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από έλλειψη της προσοχής τους, το οποίο δεν προέβλεψαν (άνευ συνειδήσεως αμέλεια). Ήτοι, παρέλειψαν κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου να λάβουν τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα κατά τις άνω διατάξεις του Π.Δ. 1073/1981 και του Π.Δ. της 22/29-12-1933, ώστε να αποφεύγεται η πτώση κάθε εργάτη στο συγκεκριμένο ανοικτό και αφύλακτο φρεάτιο, η κατασκευή του οποίου και η μη λήψη κατάλληλων μέτρων φύλαξης του συνιστούσε πηγή ενεργού κινδύνου για κάθε τρίτο, που η κοινοπραξία είχε θέσει στο χώρο της οικοδομής για να εξυπηρετήσει ορισμένο σκοπό (κατασκευή ασανσέρ), πλην όμως παρέλειψε να λάβει τα μέτρα αντιμετώπισης της προηγούμενης επικίνδυνης ενέργειας της (ΠΚ 15). Τα μέτρα ασφαλείας (ατομικά και συλλογικά) έπρεπε να τηρούνται έναντι των εργαζομένων, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης από όλους τους ιεραρχικά εμπλεκόμενους ως επιβλέποντες και υπεύθυνους -κατά νόμο- του έργου, προστήσαντες και προστηθέντες, ήτοι να λαμβάνονται, να επιβλέπονται και να διατηρούνται με ευθύνη της εργολάβου και του επιβλέποντος μηχανικού (ΑΠ 1211/2004 ΠοινΛογ 2004.1516). Οι κατηγορούμενοι, έκαστος από τη δική του θέση ευθύνης με βάση την άνω επαγγελματική ιδιότητα του (ήτοι ο μεν πρώτος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της εργολάβου κοινοπραξίας, που είχε προσλάβει και απασχολούσε το συνεργείο των εργατών στο οποίο εργαζόταν και ο παθών εργαζόμενος, ο δε τρίτος ως μηχανικός, διορισθείς από την εργολάβο εταιρεία ως υπεύθυνος εργοταξιάρχης κι επιβλέπων, εξουσιοδοτημένος από αυτή κατά την εκτέλεση του έργου με καθήκοντα τον συντονισμό της εκτέλεσης των εργασιών από τα διάφορα συνεργεία, αλλά και τον έλεγχο της τήρησης των προβλεπόμενων απαραίτητων μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο), παρέλειψαν να λάβουν τα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας στο πιο πάνω φρεάτιο, αλλά επιπλέον και να προβούν σε απλή τοποθέτηση ειδικότερης σήμανσης του φρεατίου, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν τα ανωτέρω απαραίτητα μέτρα ασφαλείας (ΑΠ 1577/2010). Επιπλέον, παρέλειψαν να επιβλέψουν αν πράγματι είχαν εφαρμοστεί τα απαιτούμενα ατομικά μέτρα ασφαλείας για τους εργάτες (κράνη, υποδήματα). Ως υπεύθυνοι για τη διαρκή επίβλεψη της λήψης και τήρησης των άνω μέτρων ασφαλείας όφειλαν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργάτες (και τον παθόντα) σχετικά με τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας (ΑΠ 1029/2008, ΑΠ 870/2006, ΑΠ 382/2001 Νόμος) για την ασφάλεια, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα τους. Η δε εργολάβος εταιρεία όφειλε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας ανεξάρτητα από τη μετέπειτα εγκατάσταση στο εργοτάξιο του επιβλέποντος μηχανικού και να μεριμνά για τη διαρκή τήρηση τους, καθόλη τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου. Οι παραπάνω, δε, θεωρούνται συνυπεύθυνοι εκ του νόμου για τη λήψη και τήρηση των μέτρων αυτών στα πλαίσια της αρμοδιότητας τους και έκαστος από τη θέση του. Η ευθύνη της εργολάβου αφορούσε τη μέριμνα για τις συνθήκες εργασίας του συνεργείου των εργατών σε κάθε στάδιο εξέλιξης του έργου, πέραν της ανάθεσης τέτοιων καθηκόντων στον εργοταξιάρχη, καθόσον εκ του νόμου ενέχονται παράλληλα προς τούτο, ενώ ο επιβλέπων είχε ευθύνη να επιβλέπει την εφαρμογή τους, να δίνει οδηγίες με στόχο την καλύτερη προστασία των εργατών από τους κινδύνους που διέτρεχαν, υποδεικνύοντας βελτιώσεις. Παρόλα αυτά δεν φρόντισαν, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε, καίτοι μπορούσαν, να προβούν σε μέτρα προς εξασφάλιση κατά της πτώσης του εργάτη εντός του φρεατίου, δοθέντος και του ότι, λόγω της θέσης και των διαστάσεων του, ήταν επικίνδυνο για τους διερχόμενους εργάτες στην οικοδομή, καθόσον, πέραν των άλλων ελλείψεων που προεκτέθηκαν, έλλειπε και κάθε σχετική προειδοποιητική σήμανση. Η εποπτεία τους υπήρξε πλημμελής κατά παράλειψη της σχετικής υποχρέωσης επιμελείας (ΠΚ 15), τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Τα όσα καταθέτει η μάρτυρας υπεράσπισης και οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση. Έτσι, εξαιτίας των άνω παραλείψεών τους επήλθε αιτιωδώς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της πτώσης και του σοβαρού τραυματισμού του παθόντος (τετραπληγία), το οποίο οι κατηγορούμενοι από αμέλεια δεν προέβλεψαν, αν και όφειλαν και μπορούσαν, ώστε να λάβουν τα νόμιμα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας, με επιμέλεια και προσοχή. Κατά τα ανωτέρω εξειδικεύεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των 1ου και 2ου κατηγορουμένων με βάση τις ιδιότητες τους και διαπιστώνεται η παράλειψη της υποχρεώσεως επιμελείας τους αναφορικά με το βλαπτικό αποτέλεσμα σε βάρος του παθόντος (ΑΠ 1743/2004 ΠοινΔνη 2005.290, ΑΠ 964/2002 ΠοινΛογ 2002.1077, ΑΠ 923/1998 ΠοινΧρ 1999.532). Οι ισχυρισμοί τους ότι είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, συνιστάμενα στην ύπαρξη παλέτας που έκλεινε προστατευτικά το άνοιγμα του φρεατίου και στην παράδοση στους εργάτες ειδικών παπουτσιών και κράνους, με βάση την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης και την απολογία του 2ου κατηγορουμένου, αναιρούνται πλήρως από την υπ' αριθμ. πρωτ. 402/2-12-2005 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος του επιθεωρητή εργασίας Μ. Κ., που επισκέφθηκε το εργοτάξιο την 5-12-2005 μία εβδομάδα μετά το συμβάν, λόγω καθυστερημένης αναγγελίας του εργατικού ατυχήματος εντός 24 ωρών από την ανάδοχο κοινοπραξία στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 402/2-12-2005 έγγραφο αναγγελίας εργατικού ατυχήματος), ως όφειλε, γεγονός για το οποίο φέρει ποινική ευθύνη (άρθρα 8 παρ.2α, 16 παρ.2 Π.Δ. 17/1996 και 25 του Ν. 2224/1994). Με βάση αυτήν, σαφώς αναφέρεται ότι, από την εξέταση του χώρου του εργοταξίου και των συνθηκών εργασίας υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα, καθώς και τις μαρτυρίες των αδελφού και πατέρα του παθόντος, του τελευταίου και του 3ου κατηγορουμένου (εργοταξιάρχη), προκύπτει ότι, ο παθών δεν φορούσε τα ενδεδειγμένα μέσα ατομικής προστασίας, ήτοι παπούτσια ασφαλείας και κράνος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 103 και 106 του Π.Δ. 1073/1981, η δε κλίμακα που έφτιαξε μόνος του θα έπρεπε να τηρεί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του Π.Δ. της 22-12-1933, όπως συμπλ. από το Π.Δ. 17/1978 και το Π.Δ. 155/2004 καταλήγοντας ότι το παραπάνω ατύχημα σε βάρος του αποδίδεται σε έλλειψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο, χωρίς να γίνεται μνεία για προηγούμενη λήψη αυτών και άρση τους στη συνεχεία, το οποίο επ' ουδενί δικαιολογείται. Ο ισχυρισμός, δε, ότι η παλέτα την οποία χρησιμοποίησε ως αυτοσχέδια σκάλα ο παθών, προορίζονταν για την περίφραξη του φρεατίου, ήταν στερεωμένη στην επιφάνεια του και την αφαίρεσε από αυτό, για να προβεί στην εν λόγω εργασία, δεν εκτιμάται ως βάσιμος, καθώς αντιτίθεται στα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι, εάν πράγματι ήταν στερεωμένη στην επιφάνεια του φρεατίου, δεν θα ήταν δυνατή η αφαίρεση της δίχως τη χρήση εργαλείων εκ μέρους του, εάν βεβαίως ήταν στερεωμένη σταθερά και με ασφάλεια, γεγονός το οποίο όμως δεν συνέβη, εφόσον δεν βρέθηκαν ίχνη καρφώματος ή αποκαθήλωσης της παλέτας. Εάν το φρεάτιο είχε κλειστεί προστατευτικά με αυτήν, θα έπρεπε να είχε συμβεί κατά τρόπο ασφαλή και σταθερό, ώστε να μη δύναται κάποιος με ευκολία να την αφαιρέσει. Η δε έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρει τίποτε σχετικό περί των μέτρων ασφαλείας. Η ύπαρξη τυχόν παπουτσιών και κρανών στο χώρο του εργοταξίου δεν αντισταθμίζει την έλλειψη χορήγησης τους στους εργάτες και ιδίως την επίβλεψη χρήσης τους σε μόνιμη βάση με ευθύνη του επιβλέποντα μηχανικού, το οποίο αποτελούσε μέρος των καθηκόντων του, κατά τον νόμο και τη σύμβαση πρόσληψης του. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά που στην εν λόγω οικοδομή είχε διαπιστωθεί παράλειψη μέτρων ασφαλείας από την Επιθεώρηση Εργασίας, όπως την 27-7-2005 με τα ικριώματα, τα οποία δεν είχαν κατάλληλες κουπαστές και στερούνταν τα αναγκαία θωράκια με σοβαρό κίνδυνο πτώσης για τους εργάτες της οικοδομής (Π.Δ. 778/1980), με συνέπεια να διακοπούν εξαιτίας τούτου οι οικοδομικές εργασίες για να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα προς αποκατάσταση των ελλείψεων στις σκαλωσιές, κατόπιν δε συμμόρφωσης συνεχίστηκαν οι εργασίες (βλ. δελτία ελέγχου 156/27-7-2007 και 159/25-8-2005 Επιθεώρησης Εργασίας). Τα ίδια προέκυψαν ως προς την έλλειψη των αναγκαίων και κατάλληλων μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι -πλην του 1ου- είχαν άμεση αντίληψη του χώρου του, ως εργαζόμενοι στο χώρο και ειδικά τα αδέλφια του παθόντος, που βρισκόταν εκεί κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Με βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια διά παραλείψεως, τελούμενη από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, οι οποίοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι γι' αυτές, καθόσον προέκυψε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τους και η παράλειψη εκ μέρους τους της υποχρέωσης επιμέλειας αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, η οποία έγινε υπαίτια πρόκλησης αιτιωδώς του άνω εγκλήματος σε βάρος του παθόντος (ΑΠ 1577/2010 Νόμος) απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών τους και αρνήσεων της σε βάρος τους κατηγορίας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν επρόκειτο περί συγγνωστής πλάνης και αν αυτοί είχαν καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, λαμβανομένων υπόψη και των πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων τους, μπορούσαν να διαγνώσουν την υποχρέωση τους για τοποθέτηση στο ως άνω φρεάτιο προστατευτικού πλαισίου έναντι του κινδύνου πτώσης εργαζομένου κατά την εκτέλεση εργασίας του, καθώς και της χορήγησης κράνους και αντιολισθητικών υποδημάτων στους εργαζομένους στο εργοτάξιο. Παρά δε την οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του παθόντος, ως προς τον εξ αμελείας του χειρισμό της παλέτας αυτής, ως αυτοσχέδιας σκάλας, κατά τρόπο που να συνέτεινε μερικώς από απροσεξία του αιτιωδώς στην πρόκληση του δυσμενούς σε βάρος του αποτελέσματος, τούτο είναι ωστόσο ανεξάρτητο από την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων από συγκλίνουσα αμέλεια τους, λαμβάνεται δε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα τους επιβληθεί, με βάση τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ". Με βάση της παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 14, 15, 18, 26 παρ.1, 27, 28, 51, 53, 57, 61, 63, 65, 79, 94 παρ.2, 314...315 παρ.1β Π.Κ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 40 παρ.1, 103, 106, 111 Π.Δ. 1073/1981 και το Π.Δ. 22/29-12-1933 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) από την οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στη καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος που πηγάζει από την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της εργολάβου κοινοπραξίας που είχε προσλάβει και απασχολούσε το συνεργείο των εργατών στο οποίο εργαζόταν και ο παθών και ότι εκ της θέσης αυτής υποχρεούτο να παρέχει προς τους εργάτες υποδήματα και κράνη καθώς και να λάβει μέτρα ασφαλείας, ιδίως δε να επιβλέπει για τη διαρκή τήρησή τους από το εργατικό προσωπικό κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στο εργοτάξιο, και οι παραλείψεις της υποχρεώσεως τηρήσεως αυτής αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, οι οποίες απορρέουν από τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στην παραπάνω σκέψη. Επίσης προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος (άνευ συνειδήσεως - δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα) και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος -βλαβών- του παθόντος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες αφού α) το ότι τις εργασίες τις είχε αναλάβει το συνεργείο του Σ. Χ. στο οποίο εργαζόταν και ο παθών και ότι αυτός είχε την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, καθόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία όλων των εργαζομένων στην οικοδομή, β) το ότι είχε διορισθεί ως επιβλέπων μηχανικός του έργου ο Λ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) δεν αίρει την ευθύνη αυτού, διότι από το σύνολο των παραδοχών καθίσταται σαφές, ότι το Τριμελές Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και για την προστασία όλων των εργαζομένων στο έργο, και κατά συνέπεια η υποκατάσταση που επικαλείται αυτός από τον επιβλέποντα μηχανικό είναι αντίθετη με τους κανόνες του άρθρου 111 του Π.Δ. 1073/1981 ως κανόνων δημοσίας τάξεως για την προστασία των εργαζομένων, γ) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις του μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο, δ) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού, καθόσον εκ του συνόλου αυτού προκύπτει με σαφήνεια ότι το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων διέπραξε το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου. Επομένως, οι από, το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ως προς την κρίση επί της ενοχής του αναιρεσείοντος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 111 του ΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο λόγος 510 παρ.1 στοιχ.Δ', κατά το μέρος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απαράδεκτος για την με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (αρ. 358 ΚΠοινΔ) εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου, ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στη προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου είναι και η "έκθεση αυτοψίας". Το έγγραφο αυτό ναι μεν δεν αναφέρεται με την ονομασία αυτή στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, πλην όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου περιέχεται στο έγγραφο που αναφέρεται στα αναγνωστέα ως "έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος" η οποία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επομένως σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη παραδεκτώς το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την παρ.4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ.1 του ιδίου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στη κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου όπως αυτά προκύπτουν, από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στη προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη την βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων, χρησιμοποίησε και το κριτήριο των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ με την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό. Επί πλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν. Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής λόγω μη αναφοράς του στοιχείου της αμέλειας (ασυνείδητης ή ενσυνείδητης) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού τα περιστατικά αυτής πλήρως εκτίθενται στο σκεπτικό, το οποίο, παραδεκτώς συμπληρώνει το διατακτικό και φέρει η αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε τον χαρακτήρα της άνευ συνειδήσεως αμέλειας και δεν αναιρείται τούτο από το ότι αναφέρεται εκ προφανούς παραδρομής "από πρόθεση". Έπειτα από αυτό και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.593 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (αρ. 176, 123 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-7-2013 αίτηση του Χ. Π. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ.18/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ