Αριθμός 1633/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Κ., κατοίκου Πατρών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας εκμετάλλευσης λεωφορείων με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Λ. Κ. Α. Π. Π." και το δ.τ. "ΕΑΛΠ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 334/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 281/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την ένδικη από 18.11.2021 και αριθ. κατάθεσης 60/1.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 281/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την, από 20.10.2018 και με αριθ. κατάθεσης 466/2018, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 334/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 2. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ` ουσία. Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 495 παρ. 1, 562 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (Ολ. ΑΠ 11/2017, 2/2013, ΑΠ 222/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1340/2022, 130/2009, 438/2009). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω : "Δυνάμει της από 2.12.1999 έγκυρης ατομικής συμβάσεως μερικής απασχόλησης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, για να προσφέρει την εργασία του ως εφεδρικός οδηγός. Παρόλο που η ανωτέρω σύμβαση εργασίας είχε τον όρο για παροχή από μέρους του ενάγοντος μερικής απασχόλησης αναλόγως των παρουσιαζόμενων αναγκών και αναγράφεται σ' αυτή ως εφεδρικός οδηγός, από της προσλήψεώς του προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη αποκλειστικά και μόνο με συνθήκες πλήρους απασχόλησης και συγκεκριμένα εργαζόμενος επί 21 ημέρες εκάστου μηνός, με συμφωνηθέν καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ποσού 49,39 ευρώ, καθώς από την 1.1.2000, ημέρα έναρξης ισχύος της Διαιτητικής Απόφασης 10/2000, η εναγόμενη τηρούσε τις διατάξεις αυτής και παρείχε σε όλους ανεξαιρέτως τους οδηγούς πλήρους απασχόλησης των λεωφορείων της τουλάχιστον 114 ημέρες αναπαύσεως (ρεπό). Από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή αυτή συνήθεια ανέκυψε συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση της εργοδότριας (εναγόμενης) για συνέχιση της καταβολής των παροχών της πλήρους απασχόλησης στον ενάγοντα, καθώς η εναγόμενη δεν είχε επιφυλάξει όσον αφορά τον τελευταίο το δικαίωμα ανάκλησης των ανωτέρω παροχών. Περαιτέρω, από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από την εναγόμενη από 22.9.2017 βεβαίωση του λογιστηρίου της, η οποία δυνάμει ειδικού όρου της μεταξύ τους σύμβασης καταβάλλει απευθείας για λογαριασμό της εναγόμενης στους οδηγούς της τις εκάστοτε αποδοχές τους και τις ασφαλιστικές εισφορές τους, αλλά και από τους προσκομιζόμενους πίνακες ημερομισθίων, ωρών απασχόλησης και υπερωριών από το έτος 2010 έως και το έτος 2016 του ενάγοντος, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αποδείξεις, αποδεικνύεται το σύνολο των ημερών εργασίας του και ειδικότερα : 1) το έτος 2010 εργάσθηκε συνολικά 205 ημέρες (17,08 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο)....2 που ισοδυναμούν με 246 ημερομίσθια (....), 2) το έτος 2011 εργάσθηκε συνολικά 229 ημέρες (19,08 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο), που ισοδυναμούν με 274,8 ημερομίσθια, 3) το έτος 2012 εργάσθηκε συνολικά 208 ημέρες (17,33 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο), που ισοδυναμούν με 249,6 ημερομίσθια, 4) το έτος 2013 εργάσθηκε συνολικά 210 ημέρες (17,5 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο), που ισοδυναμούν με 252 ημερομίσθια, 5) το έτος 2014 εργάσθηκε συνολικά 233 ημέρες (19,41 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο), που ισοδυναμούν με 279,60 ημερομίσθια, 6) το έτος 2015 εργάσθηκε συνολικά 179 ημέρες (14,91 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο), που ισοδυναμούν με 214,8 ημερομίσθια και 7) το έτος 2016 (μέχρι το μήνα Νοέμβριο του 2016) εργάσθηκε συνολικά 173 ημέρες (15,72 ημέρες το μήνα κατά μέσο όρο), που ισοδυναμούν με 207,60 ημερομίσθια. Εν όψει των ανωτέρω λοιπόν αποδεικνύεται ότι από το έτος 2010 ο ενάγων άρχισε να απασχολείται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και έτσι η εναγόμενη με την τροποποίηση αυτή της συμβάσεώς του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, έθιξε άμεσα τα υλικά συμφέροντα του ενάγοντος και συνεπώς η εν λόγω τροποποίηση αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του. Όμως, ο ενάγων δεν απέκρουσε την μεταβολή αυτή με κατηγορηματική δήλωση προς την εναγόμενη ή με επιφύλαξη, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην τελευταία με τους νέους όρους για χρονικό διάστημα έξι ετών (τον Ιανουάριο του 2016 προσέφυγε στο σώμα επιθεώρησης εργασίας καταγγέλλοντας την ανωτέρω ενέργεια της εναγόμενης) και ένα χρόνο μετά άσκησε την ένδικη αγωγή (κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 19.1.2017 και επιδόθηκε στην εναγόμενη την 30.1.2017). Με τον τρόπο αυτό, όμως καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης τροποποιητική (σιωπηρώς συμφωνηθείσας) της αρχικής πλήρους απασχόλησης. Η σύμβαση αυτή δεν προσκρούει σε κανόνες δημόσιας τάξης ή στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, είναι έγκυρη. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη από το έτος 2012 συνέχισε να απασχολεί τους λοιπούς εφεδρικούς οδηγούς σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης (21 ημέρες κάθε μήνα) και εξαίρεσε από το καθεστώς αυτό μόνο τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα από τις από 22.9.2017 βεβαιώσεις εργασίας δύο εφεδρικών οδηγών της εναγόμενης (ενδεικτικά αναφερόμενων) και συγκεκριμένα των Ν. Μ. και Ν. Π., που βρίσκονταν στο ίδιο καθεστώς απασχόλησης με τον ενάγοντα δεν προκύπτει ότι αυτοί εργάσθηκαν σε καμία από τις επίδικες χρονικές περιόδους ως πλήρως απασχολούμενοι, ήτοι 21 ημέρες το μήνα και 251 ημέρες το χρόνο. Επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση από την εναγόμενη της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων της..... ". Μετά τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι υπό τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, που προεκτέθηκαν "καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος εάν ορθά υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, ήτοι των άρθρων 38 του Ν, 1892/1990, όπως αυτή ισχύει σήμερα, 361 ΑΚ και 7 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, του οποίους παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση" και με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι με τις ίδιες ως άνω παραδοχές το Εφετείο παρά τον νόμο δέχτηκε, παραβιάζοντας ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 38 Ν. 1892/1990, όπως αυτή ισχύει σήμερα, 361 ΑΚ και 7 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 372 ΑΚ, ότι η αναιρεσίβλητη- εναγόμενη ως εργοδότης, θα καθορίζει κατά την απόλυτη κρίση της κάθε μήνα, τον συνολικό αριθμό ημερών απασχόλησης του αναιρεσείοντος- ενάγοντος, εργαζόμενου, αφού ο χρόνος εργασίας του συνιστά ουσιώδες στοιχείο- όρο εγκυρότητας σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι : 1) ο πρώτος λόγος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, για την πληρότητα αυτών, καθώς και ποιες είναι οι ασαφείς και οι αντιφατικές αιτιολογίες της ως προς το ζήτημα της απασχόλησης του ενάγοντος υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και αν το εν λόγω θέμα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, λαμβανομένου υπόψη ότι η παροχή εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος με καθεστώς μερικής απασχόλησης από το έτος 2010 αποτελούσε στοιχείο της ένδικης αγωγής του, τούτο δε δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Η αιτίαση, που περιέχεται στον ίδιο λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ελλιπείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του περιεχομένου της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και δη ότι δεν προκύπτει ο αριθμός των ημερών εβδομαδιαίας απασχόλησης ούτε ο αριθμός των ωρών ημερήσιας απασχόλησης, είναι αβάσιμη, καθότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι αναγκαία για την κατάγνωση του είδους της παρεχόμενης εργασίας ως μερικής απασχόλησης, αφού η μερική απασχόληση μπορεί να διαμορφώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 2 Ν. 1892/1990, σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή και σε μηνιαία βάση, χωρίς ελάχιστο ή μέγιστο χρόνο μερικής απασχόλησης, το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι υπήρξε μερική μηνιαία απασχόληση. Και 2) ο δεύτερος λόγος διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθότι δεν γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση για καθορισμό των ημερών απασχόλησης του ενάγοντος κατά την απόλυτη κρίση της εργοδότριας εναγόμενης αλλά για κατάρτιση μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του τροποποιητικής σύμβασης εργασίας, σιωπηρώς συμφωνηθείσας, της αρχικής πλήρους απασχόλησης. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 117/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων έχει καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο, χωρίς όμως να υπέχει σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά (ΑΠ 1191/2019, 117/2019). Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντο τούτο αναιρεσείοντα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.11.2021 και αριθ. κατάθεσης 60/1.12.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 281/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ με αριθ. κωδ. 44171409952 0131 0067 e- παράβολο, με την από 1.12.2021 Πληρωμή e - Παραβόλου της Εθνικής Τράπεζας, όπως αυτά αναφέρονται στην από 1.12.2021 βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Πάτρας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ