Αριθμός 1082/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασιλείο Καπελούζο - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ά. Χ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 196/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρτεμη Κυριαζή. Το Τριμελές Πλημ/κείο Κοζάνης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 394/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1)έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2)υπογραφή του εκδότου, στη θέση υπογραφής του εκδότου, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3)εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4)έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ1 αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όπως προαναφέρθηκε τέτοια στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στη περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 196/2013 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη (τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, η κατηγορούμενη δεν απολογήθηκε καθόσον ήταν απούσα και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η κατηγορούμενη, στη Κοζάνη, στις ημερομηνίες που αναφέρονται κατωτέρω στο διατακτικό, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση, ενός και του ιδίου εγκλήματος, από πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν από πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και της πληρωμής αυτών. Ειδικότερα εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, με ημερομηνίες έκδοσης την 20-9-2009, η πρώτη εξ αυτών, την 30-9-2009 οι: δεύτερη και τρίτη, την 15-10-2009 οι: τέταρτη και πέμπτη, την 20-10-2009 οι: έκτη και έβδομη, την 31-10-2009 η όγδοη, την 16-11-2009 η ένατη και την 20-11-2009 η δέκατη, ποσού 12.000,00 ευρώ, 41.402,20 ευρώ, 46.411,30 ευρώ, 25.000,00 ευρώ, 30.503,00 ευρώ, 38.230,10 ευρώ, 42.610,11 ευρώ, 32.000,00 ευρώ, 76.104,17 ευρώ και 35.000,00 ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες η πρώτη στην ALPHA BANK και οι λοιπές στην Εθνική Τράπεζα, σε διαταγή όλες αυτές της εταιρίας Π. ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε., οι οποίες παρά το ότι εμφανίστηκαν νόμιμα προς πληρωμή στις 21-9-2009, 30-9-2009, 15-10-2009, 20-10-2009, 2-11-2009, 16-11-2009 και 20-11-2009 αντίστοιχα, δηλαδή εντός της νόμιμης οκταήμερης προθεσμίας στις πληρώτριες τράπεζες, δεν πληρώθηκαν επειδή δεν είχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια σε αυτές κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, όπως αυτό βεβαιώνεται επί των σωμάτων των επιταγών, από τα αρμόδια όργανα των πληρωτριών τραπεζών ,η κατηγορουμένη δε τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι στερούνταν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στις πληρώτριες τράπεζες παρά ταύτα προέβη στην έκδοση τους. Πρέπει, επομένως, πληρουμένης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως της κατηγορουμένης, ήτοι της παρ. 1 του αρθρ. 79 του Ν 5960/1933 την οποία αυτή τέλεσε κατ' εξακολούθηση να κηρυχθεί ένοχη." Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να την παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων και γεγονότων από τα οποία να προκύπτει η γνώση της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά την έκδοση των ενδίκων επιταγών, ούτε υπήρχε ανάγκη ειδικότερης αιτιολογήσεως του δόλου αυτής και ειδικού σκοπού εκδόσεως των επιταγών, όπως προαναφέρθηκε, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αλλ' αρκεί ενδεχόμενος δόλος, τα στοιχεία του οποίου περιέχονται στις εκτεθείσες παραδοχές. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος της κατηγορουμένης ζήτησε, όπως κατά λέξη ανέφερε, "την αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α και β' Π.Κ". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το δικαστήριο, ως αόριστο. Με τα παραπάνω αναφερόμενα, το αίτημα της κατηγορουμένης, για αναγνώριση των προεκτεθέντων ελαφρυντικών προεβλήθη αορίστως, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για την θεμελίωσή του και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία. Παρά ταύτα, διέλαβε στη προσβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απορρίπτοντας για τον ίδιο λόγο αυτό ως αόριστο. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως καινά καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε (άρθρα 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ 176, 183 Κπολ.Δ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2013 αίτηση της Ά. Χ. του Β. για αναίρεση της με αριθμό 196/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκ πεντακοσίων [500] Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ