Αριθμός 1620/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. του Χ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τρύφωνα Αγγελάκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. χήρας Χ. Λ. το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος του υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 28-7-2020, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/…/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος και ήδη πλήρης κύριος του ακινήτου κατόπιν απόσβεσης του δικαιώματος της επικαρπίας αυτής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5145/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ' αριθμ. .../ 29-7-2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Δραπετσώνας Αττικής, στις 28-7-2020 απεβίωσε στην Αθήνα η δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. χήρα Χ. Λ., επικαρπώτρια κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, τον θάνατο της οποίας δήλωσε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ψιλός κύριος αυτού, στον οποίο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο, μετά τον θάνατο. Ο τελευταίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε, σύμφωνα με τα πιο πάνω τον θάνατο της δεύτερης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της, δίκης η οποία νομίμως συνεχίζεται. Με την κρινόμενη από 17-12-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 15/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 5145/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της ήδη θανούσας δεύτερης αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσίβλητου για αναγνώριση των αναφερομένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους (κυριότητα πλήρη, ψιλή και επικαρπία κατά τ' αναφερόμενα ποσοστά) και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Η ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του και ελέγχεται με βάση τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., (Α.Π 299/2020, ΑΠ 886/2018,1452/2008), κατά το οποίο, η αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.. Περαιτέρω από το άρθρο 1094 Α.Κ., συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια (Α.Π 583/2018). Όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (A.Π 388/2017, ΑΠ781/2016, ΑΠ78/2015). Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Π 1214/2020). Εξάλλου, η αναφορά του κωδικού αριθμού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) του επίδικου ακινήτου, ο οποίος είναι δωδεκαψήφιος και μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο, προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή την θέση την έκταση και τα όρια αυτού σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 2664/1998, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί ή τροποποιηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21-10-2010 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής εκτός από το ΚΑΕΚ του επίδικου ακινήτου γίνεται επιπλέον αναφορά της θέσης των ορίων των πλευρικών διαστάσεων και του εμβαδού αυτού καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών με τους αντίστοιχους αριθμούς ΚΑΕΚ, ώστε να εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του και να μην επέρχεται σύγχυση και αμφιβολία ως προς αυτή και χωρίς να επιφέρει αοριστία της αγωγής η μη ενσωμάτωση σε αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο, το σχετικό λόγο εφέσεως του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της αγωγής, γιατί δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου εντός της ευρύτερης έκτασης, ούτε τα όρια οι πλευρικές διαστάσεις και η θέση της ευρύτερης έκτασης εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο και δεν ενσωματώθηκε στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., της, παρά τον νόμο, μη κηρύξεως απαραδέκτου, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αγωγή εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του επιδίκου και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987, Α.Π 53/2023, Α.Π 987/2017). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π 284/2021, ΑΠ 1840/2017). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 826/2018, Α.Π. 712/2015). Περαιτέρω, σε περίπτωση επικλήσεως από τον ενάγοντα παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (Α.Π. 277/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996 Α.Π. 1029/2021). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π 306/2021, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π 181/2020). Ακόμη από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011,). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ., ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014,). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ. έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013). Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (Α.Π 348/2021, ΑΠ 445/2019). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι γεωτεμάχιο, επιφάνειας 427 τμ κατά τον αρχικό τίτλο κτήσης, που βρίσκεται στη θέση "..." ή ..." της κτηματικής περιφέρειας του ήδη δημοτικού διαμερίσματος ..., του Δήμου ... της νήσου Σαλαμίνας. Κατόπιν νεότερης καταμέτρησης και δη σύμφωνα με το από μηνός Μαρτίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού, Ι. Ρ., αυτό βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, εκτός ΓΠΣ και εντός ζώνης, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, έχει έκταση 448 τμ, εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΑ και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με ιδιοκτησία Κ. Π. και δυτικά με εγκεκριμένη οδό ονομαζόμενη .... Κατά το κτηματολόγιο το γεωτεμάχιο αυτό έχει λάβει ΚΑΕΚ ... και έχει εμβαδόν 431 τ.μ.. Αυτό περιήλθε στον πρώτο των εφεσιβλήτων κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει της νομίμως μεταγραμμένης με αριθμό .../1987 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα του, Χ. Λ., που συνετάγη από την συμβολαιογράφο Χαλκίδας, Μαρία Τζώρτζη, κατά ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου επι της ψιλής κυριότητας, με γονική παροχή από την δεύτερη ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../1988 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας, Μαρίας Μαρούδη-Γιαννοπούλου, νόμιμα μεταγραμμένου, και κατά ποσοστό 3/16 κατά πλήρη κυριότητα και 5/16 κατά ψιλή κυριότητα με δωρεά από τον αδερφό του Ι. Λ., δυνάμει του με αριθμό .../2004 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Ασπασίας Μαλανδράκη, νόμιμα μεταγραμμένου. Οι ως άνω δε δικαιοπάροχοι του απέκτησαν τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια τους επί της πλήρους και ψιλής κυριότητας του επιδίκου ως εξής : οι γονείς του, Χ. και Α. (και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη) κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 8/16 έκαστος την πλήρη κυριότητα με αγορά από τον Κ. Π. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου, με αριθμό .../1963 του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κων/νου Κυριάκου, και ο αδερφός του Ι. Λ. τα μεν 3/6 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας δυνάμει της με αριθμό .../1988 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα τους, που συνετάγη από την συμβολαιογράφο Σαλαμίνας Μαρία Μαρούδη Γιαννοπούλου, νόμιμα μεταγραμμένης και τα 5/16 της ψιλής κυριότητας με γονική παροχή από την μητέρα τους, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος με αριθμό .../1988 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου. Περαιτέρω, η δεύτερη εφεσίβλητη δυνάμει του ως άνω νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου, με αριθμό .../1963 του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κων/νου Κυριάκου, απέκτησε κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 8/16 την πλήρη κυριότητα του επιδίκου με αγορά από τον Κ. Π., ακολούθως δε με τη νομίμως μεταγραμμένη με αριθμό .../1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συζύγου της Χ. Λ., που συνετάγη από την συμβολαιογράφο Χαλκίδας, Μαρία Τζώρτζη, απέκτησε και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 2/16 αυτής, ενώ με τα προαναφερθέντα συμβόλαια γονικής παροχής μεταβίβασε τα ανωτέρω ποσοστά ψιλής κυριότητας στα τέκνα της, παρακρατώντας για τον εαυτό της την ισόβια επικαρπία κατά το αντίστοιχο μέρος. Στον ως άνω δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Κ. Π. το επίδικο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα ως τμήμα ευρύτερης έκτασης με αγορά από την Κ. συζ. Δ. Κ., το γένος Π. Γ. δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου με αριθμό .../ 8-10-1960 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κων/νου Κυριάκου και στη τελευταία ως τμήμα μείζονος έκτασης από κληρονομιά του προ 90 ετών αποβιώσαντος πατέρα της, Π. Γ.. Περαιτέρω, από την αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, αποδείχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ουδέποτε υπήρξε δάσος, όπως η έννοια του δάσους καθορίσθηκε στη μείζονα σκέψη που προπαρατέθηκε, έτσι, ώστε εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε νόμιμα ότι ανήκε σ ιδιώτες σύμφωνα με τη προβλεπόμενη στο βασιλικό διάταγμα της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών διαδικασία" δια της εμπρόθεσμης προσκομιδής οθωμανικών τίτλων ιδιοκτησίας στη γραμματεία των Οικονομικών, να ισχύει ως προς αυτό το τεκμήριο κυριότητας του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό ισχυρίζεται αλλά ούτε και λιβάδι ή βοσκότοπος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτό είχε ανέκαθεν αγροτική μορφή και καλλιεργείτο συνεχώς από τον πατέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Κ. συζ. Δ. Κ., Π. Γ., κατά μείζονα έκταση, με δημητριακά, ήδη από το έτος 1870 και εφεξής, ενώ τις αυτές πράξεις νομής ασκούσε μετά τον θάνατο του πατέρα της και η κληρονόμος του Κ. Π. Γ., μέχρι την κατάτμηση της μείζονος έκτασης και την μεταβίβαση των αγροτεμαχίων κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα, τέλος δε όταν το επίδικο περιήλθε στους Χ. Λ. και Α. Λ. (δεύτερη εφεσίβλητη), αυτοί ανήγειραν σε αυτό με δαπάνες τους ισόγεια κατοικία. Τα ανωτέρω, περί άσκησης των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων από τον Π. Γ. και Κ. Γ., έγιναν εξάλλου δεκτά και με την με αριθμό 647/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έκρινε τελεσιδίκως επί ομοίας αγωγής των Κ. Π. και Κ. Π., για το όμορο προς νότον ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 437 τμ, που αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης, 855 τμ του Κ. Π., τμήμα της οποίας αποτελούσε και το νυν επίδικο, που αυτός μεταβίβασε κατά τα προαναφερθέντα στους Χ. και Α. Λ. με το με αριθμό .../1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κων/νου Κυριάκου, νομίμως μεταγραφέντος. Όπως μάλιστα αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση στην ως άνω ευρύτερη έκταση πριν τον Π. Γ. ασκούσαν παρόμοιες διακατοχικές πράξεις και οι δικαιοπάροχοι του, Κ.Δ. Γ. και Δ. Γ. από το έτος 1864. Ο αγροτικός εξάλλου χαρακτήρας του επιδίκου διαπιστώνεται αρμοδίως και με την πράξη χαρακτηρισμού με αριθμό πρωτοκόλλου .../1978 του Δασάρχη Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ'αίτηση του Κ. Π., στην οποία βεβαιώνεται ότι, όπως προέκυψε μετά από αυτοψία δασικού υπαλλήλου, η ως άνω ευρύτερη έκταση των 855 τμ δεν είναι δάσος, ή δασική έκταση κατά την έννοια του Δασικού Κώδικα, δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και είναι παλαιός αγρός με ελιές σε οικισθείσα περιοχή, Τέλος, σε αντίθεση με τα όσα το εκκαλούν αβάσιμα ισχυρίζεται, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό άσκησε στο επίδικο οιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου με παράγωγο καταρχήν τρόπο από αληθείς κυρίους δυνάμει των νομίμων τίτλων κτήσης, αλλά και πρωτοτύπως με συνεχή και αδιάλειπτη άσκηση νομής επ'αυτού με καλή πίστη από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 130 ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου Σαλαμίνας το έτος 2006, και μάλιστα στο πρόσωπο των ως άνω δικαιοπαρόχων τους πληρούνται επιπλέον οι προϋποθέσεις που θέτει το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δηλαδή η συνεχής νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα τριάντα ετών που συμπληρώθηκε μέχρι 9-11-1915. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι εν προκειμένω, δεδομένου ότι το επίδικο δεν είναι δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση της κυριότητας του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-2015, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1256/1997). Κατά συνέπεια η προβληθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ένσταση ιδίας κυριότητας, που νομίμως επαναφέρεται με λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειωτέον δε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση των 18.280 τ.μ. για την οποία το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του είχε καταληφθεί από τον καταπατητή Σ. Μ. ή Β., σε βάρος του οποίου μάλιστα εξέδωκε τα έτη 1936, 1937, 1938 και 1939 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως, τουτέστιν πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, αλλά τούτο απέχει περίπου οκτώ (8) χιλιόμετρα από την παραπάνω περιοχή που έχει καταχωρηθεί ως το ... δημόσιο κτήμα. Τα ανωτέρω δε έχουν γίνει δεκτά και όσον αφορά στο προς νότον κείμενο εγγύς του επίδικου ακίνητο με ΚΑΕΚ ... με την υπ' αρίθμ. 4908/2008 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί παρόμοιας αγωγής, η σε βάρος της οποίας ασκηθείσα έφεση του τότε και νυν εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 626/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, και η σε βάρος της τελευταίας αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αρίθμ. 112/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, δηλαδή κρίθηκε αμετάκλητα ότι το τότε επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα της καταληφθείσας από το ανωτέρω πρόσωπο (Β. ή Μ.) έκτασης. Η κρίση επί των ανωτέρω ζητημάτων εξάλλου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με την με επίκληση επαναπροσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες υπ' αριθ. Ε4159/2170/Ν.11549/ 20-4-1975 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 114/24-5-1975-τεύχος Δ') ανακλήθηκε προγενέστερη αναγκαστική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής που αφορούσε μεταξύ άλλων και το επίδικο, προς επέκταση της χερσαίας ζώνης του Λιμένος Πειραιώς, η σχετική δε ανακλητική της απαλλοτρίωσης απόφαση, που έλαβε χώρα λόγω μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης,καθώς και διότι κρίθηκε ότι αυτή δεν ήταν πλέον αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού δημόσιας ωφέλειας, για τον οποίο κηρύχθηκε, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτήν, και όχι διότι διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση αναφέρεται σε δημόσιο κτήμα, μεταγράφηκε στην μερίδα των Χ. και Α. Λ., που αφορούσε το επίδικο, οι οποίοι φέρονταν με την απόφαση, ως ιδιοκτήτες της επίδικης έκτασης (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο των ως άνω μερίδων του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι μια περιοχή δύναται να κηρυχθεί απαλλοτριωτέα μόνον αν ανήκει σε τρίτο ιδιοκτήτη και όχι στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου (εναγόμενου), συνάγεται ότι το επίδικο ακίνητο που, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, είναι αδύνατο να ανήκει κατά κυριότητα στο εκκαλούν, όπως τούτο αβασίμως ισχυρίστηκε, αλλά στον ενάγοντα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές εξάλλου, δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα τέσσερα πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως, δηλαδή πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτίσματος, εκδοθέντα σε βάρος της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Κ. συζ. Δ. Κ., με τα οποία προσδιορίσθηκε ποσό ετησίου μισθώματος για κατεχόμενη και χρησιμοποιούμενη από αυτήν δημόσια έκταση 18 στρεμμάτων και 280 τμ στη θέση "..." της κοινότητας ... Σαλαμίνας για τα έτη 1926, 1927, 1928 και 1932, καθώς αφενός μεν ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο πράγματι εμπίπτει στην εν λόγω έκταση που ρητά χαρακτηρίζεται ως αγρός και όχι ως δάσος, αφετέρου δε, διότι σε κάθε περίπτωση με την με αριθμό 38/1940 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας έγινε δεκτή η ανακοπή αυτής και ακυρώθηκε το από 7-3-1040 πρωτόκολλο της επιτροπής του νόμου 5895 με το οποίο αυτή είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο μίσθωμα κατεχόμενού αγρού για τα έτη 1926-1939, διότι, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν, το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε αγρό κυριότητας της ανακόπτουσας και όχι του Ελληνικού Δημοσίου, που καλλιεργείτο ήδη από το έτος 1864 από τους απώτερους δικαιοπάροχους της Δ. Γ. και Κ.Δ. Γ. και εκμισθωνόταν σε τρίτα πρόσωπα. Αποδείχθηκε, επίσης ότι κατά τις πρώτες (αρχικές) εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας το επίδικο ακίνητο εσφαλμένα καταχωρήθηκε ως κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ως τμήμα του με στοιχεία ... δημοσίου κτήματος, γεγονός που προσβάλει τα δικαιώματα πλήρους και ψιλής κυριότητας και επικαρπίας των εναγόντων. Επομένως, αφού και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και έκανε την αγωγή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και απέρριψε αντίστοιχος ως αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου, έστω και με ελλιπέστερη αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό δημόσιο με την έφεσή του και όλους τους λόγους που περιέχονται σ'αυτήν κρίνονται απορριπτέα, όπως και η έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, στο σύνολό της.". Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθμ. 5145/2012 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκανε δεκτή την από 21-1-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως βάσιμη κατ' ουσίαν αναγνωρίζοντας ότι ο μεν πρώτος ενάγων τυγχάνει κύριος κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου και ψιλός κύριος κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου και η δεύτερη ενάγουσα επικαρπώτρια κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής απέρριψε δε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν ο μεν πρώτος την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου και την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου και η δεύτερη ενάγουσα την επικαρπία κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου. Ότι το επίδικο είναι αγροτεμάχιο το οποίο περιήλθε στους ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματα με παράγωγο τρόπο από αληθείς κυρίους δυνάμει νομίμων τίτλων κτήσης και με πρωτότυπο τρόπο με την συνεχή και αδιάλειπτη άσκηση πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων και των εναγόντων που προσιδιάζουν στην φύση τους, με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, αλλά και των απωτέρων δικαιοπαρόχων αυτών, σε συνεχή νομή, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα (30) ετών που συμπληρώθηκε μέχρι τις 9-11-1915. Ότι ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα και ειδικότερα δάσος, ή λιβάδι ή βοσκότοπος, ούτε περιλαμβάνεται στο καταχωρηθέν ... ως δημόσιο κτήμα αλλά αντιθέτως ανέκαθεν είχε αγροτική μορφή και καλλιεργείτο με δημητριακά από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, τον πατέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Π. Γ. σε μείζονα εδαφική έκταση και από την τελευταία μετά την κατάτμηση αυτού και τέλος μετά την μεταβίβαση στους ενάγοντες οι τελευταίοι ανήγειραν με δαπάνες τους την περιγραφόμενη ισόγεια κατοικία. Ότι, το επίδικο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Σαλαμίνας εσφαλμένα ως ανήκον στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Στη προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων του Ν. ΔΞΗ και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-2015 μέχρι και την 16-5-1929 και το άρθρο 21 του ν.δ της 22.4./16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 53 του Εισ. Ν. Α.Κ. και των άρθρων 2 και 4 του α.ν 1439/1938, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την απώτατη δικαιοπάροχο των εναγόντων, προκειμένου να κριθεί εάν ήταν νόμιμες οι περαιτέρω γενόμενες μεταβιβάσεις με το να δεχθεί ότι "οι ενάγοντες απέκτησαν τα αναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο από αληθείς κυρίους" δυνάμει των αναφερομένων τίτλων κτήσης, οι οποίοι ανάγονται σε χρόνο (ο απώτερος το 1960), που δεν δύναται να επιφέρει παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές, κατά την κρίση του αναιρεσείοντος, και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το προαναφερόμενο ουσιαστικό ζήτημα που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κτήση από τους ενάγοντες των αναφερόμενων εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους και την αποδοχή της αγωγής τους και την απόρριψη ως αβασίμων των ισχυρισμών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) η κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες στην αιτιολογία και ποια τα αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών. Επίσης, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, οι ενάγοντες απέκτησαν τα αναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματα και με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Α.Κ στο επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν αποτελεί δημόσια κτήμα, προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι οποίες φέρονται ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα διότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από το αναιρεσείον αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../4.2.2011 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, με το συνημμένο σε αυτό με αριθ. πρωτ. .../31.1.2011 έγγραφο της ιδίας Υπηρεσίας (Τεχνικού Τμήματος) και το συνημμένο σε αυτό από 31.1.2011 τοπογραφικό διάγραμμα σε αντικατάσταση του από 18-11-2008 ομοίου τοπογραφικού διαγράμματος των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά Γ. Α. (αγρονόμου -τοπογράφου μηχανικού) και Δ. Σ. (πολιτικού μηχανικού), το οποίο θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., 2) Την υπ' αριθμ. πρωτ. .../14-3-2003 ένσταση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά προς τον Οργανισμό Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε), 3) Απόσπασμα από το βιβλίο καταγραφής κτημάτων της Εφορίας Σαλαμίνας, στο οποίο εμφαίνεται το υπ' αριθμ. ... καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα 4) Το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1926, το από 7-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας, που αφορά το γεωργικό έτος 1932, το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1928, το από 20-3-1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνας που αφορά το γεωργικό έτος 1927, 5) Το με αριθμ. .../21.2.1974 έγγραφο της οικονομικής εφορίας Σαλαμίνας, Την από 15.10.1970 αναφορά του Επιθεωρητή Τ. προς την Δ/νση Δημ. Κτημάτων, 7) Το με αριθ. πρωτ. .../26.9.1974 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας (Δ/νσι 17η), 8) Την από 18.11.1998 έκθεση ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, 9) Το με αριθμ. πρωτ. .../4.8.2010 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Πειραιά, 10) Την από 19.4.1932 Διακήρυξη του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας περί ενέργειας δημοπρασίας διά την εκποίηση γηπέδων εις θέση "..." ... Σαλαμίνας μετά των αποδεικτικών δημοσίευσης αυτής, 11) Την από 10.7.1934 Διακήρυξη του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας περί ενέργειας δημοπρασίας διά την εκποίηση γηπέδων εις θέση "..." ... Σαλαμίνας μετά των αποδεικτικών δημοσίευσης αυτής, 12) Την από 7.8.1934 Διακήρυξη του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας περί ενέργειας επαναληπτικής της δυνάμει της από 10.7.1934 Διακήρυξις δημοπρασίας δια την εκποίηση γηπέδων εις θέση "..." ... Σαλαμίνας μετά αποδεικτικού δημοσίευσης αυτής, καθώς και του από 12.8.1934 πρακτικού του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας περί κήρυξης άγονης της από 12.8.1934 διενεργηθείσας Δημοπρασίας, 13) Την με αριθμ. πρωτ. .../18.11.1939 πρόσκληση του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας προς τον Π. Γ. προς υποβολή από μέρους του αίτηση εξαγοράς της υπό αυτόν κατεχόμενης έκτασης εις θέση ... ... μετά του αποδεικτικού επιδόσεως αυτού. Από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα της αποδοχής ως κατ' ουσία βασίμου του αγωγικού ισχυρισμού περί κτήσεως των αναφερομένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εναγόντων της πλήρους κυριότητας, ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο εφετείο το αναιρεσείον, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός εγγράφου. Συνεπώς, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού το αναιρεσείον προσάπτει, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στα προαναφερόμενα στον πιο πάνω λόγο αποδεικτικά έγγραφα, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ο νόμος δεσμευτικά γι' αυτά ορίζει, ως δημόσια έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον παραπάνω έγγραφα δεν αποτελούν, στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., αφού το γεγονός ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο ήταν δημόσια έκταση (δασική) και συνακόλουθα είχε την κυριότητα αυτού το Δημόσιο, δεν είναι από εκείνα για τα οποία τα πιο πάνω έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, έκρινε μετά από εκτίμηση του περιεχομένου και των εγγράφων αυτών, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα. Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη από 17-12-2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 15/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 15/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ