Αριθμός 1102/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Ε. του Χ., συζ. Δ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Κ. χας Χ. Τ., το γένος Χ. Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαχαρούλα Φραντζή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 577/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2496/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 19-7-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ….) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2496/18-5-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, (ήτοι διαφορών μεταξύ συνιδιοκτητών, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 23-3-2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι η ίδια, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και η μη διάδικος αδελφή τους Ε. Ε., είναι κυρίες των σ' αυτή περιγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών, επί κοινού οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στο ..., επί της συμβολής των οδών .... Ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα), αποκλειστική κυρία της ισογείου οριζόντιας ιδιοκτησίας, στο πλαίσιο ανακαίνισης της ιδιοκτησίας της, προέβη αυθαιρέτως σε επεμβάσεις σε κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της όλης οικοδομής και του ακάλυπτου χώρου, προκαλώντας φθορές και αποκλείοντας την ίδια από τη χρήση τους. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμά της περί ακώλυτης χρήσης των σ' αυτή περιγραφόμενων κοινών πραγμάτων και να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση και να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 577/2020 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) προέβη σε εργασίες επί κοινών πραγμάτων που παραβλάπτουν τα επ' αυτών δικαιώματα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για ορισμένες από τις εκτελεσθείσες εργασίες και ότι οι υπόλοιπες είναι πέραν της συμφωνίας τους και χωρίς την έγκριση ή τη συναίνεση της ενάγουσας, απορρίπτοντας, έτσι, εν μέρει, τον ισχυρισμό της εναγομένης (αναιρεσείουσας), περί συμφωνίας ως προς όλες τις εργασίες, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε το δικαίωμα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) να χρησιμοποιεί ακώλυτα τον ακάλυπτο χώρο του κοινού οικοπέδου των διαδίκων, υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρείουσα) να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, προβαίνοντας στις εργασίες και ενέργειες που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτή και επιδίκασε στην πρώτη, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 600 ευρώ. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης η εναγομένη (αναιρεσείουσα) άσκησε την από 11-6-2020 έφεση και τους από 27-11-2020 πρόσθετους λόγους. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, χωρίς να αποκλείεται, το δικαστήριο της ουσίας, να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κάποιο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 91/2019). Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον εκείνη που γίνεται γραπτά ή προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 264/2009), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία από έγγραφο, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 306/2021). Έτσι, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας, αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το σχετικό λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 573/2018, 447/2015, ΑΠ 1462/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 10, 11, 12, 13, 17 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτής ότι οι εκτελεσθείσες στα κοινά πράγματα εργασίες έγιναν κατόπιν συμφωνίας της με την αναιρεσίβλητη, ο οποίος ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη του σχετική εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται σε κατάθεσή της στα πρακτικά της 33402α/2017 απόφασης του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την οποία απόφαση η ίδια (αναιρεσείουσα) προσκόμισε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις της. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 7ο, σελ. 14η) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων) "...όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την 33402α/2017 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά στη μη λήψη υπόψη της ποινικής απόφασης που προαναφέρθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της εξώδικης ομολογίας, που συνάγεται, κατά την αναιρεσείουσα, από το περιεχόμενο των πρακτικών της ίδιας ποινικής απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικά η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι εξώδικης ομολογίας, συναγόμενης από έγγραφα, εφόσον προκύπτει, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, ότι τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα από την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 823/2021). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, πολύ δε περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που η ίδια πρότεινε με τον υπό στοιχεία 3γ κύριο λόγο της έφεσής της και πλήρως απέδειξε και ειδικότερα ότι, με την επέκταση των εξωστών του ισογείου διαμερίσματός της και την αλλαγή της φοράς της κλίμακας, όπως αποδεικνύεται από τις συνημμένες φωτογραφίες, ουδεμία συνιδιοκτήτρια απέκλεισε, ενώ η δικαστικώς και εξωδίκως ομολογημένη από την αναιρεσίβλητη μεταξύ τους συμφωνία, της επέτρεπε να προβεί σε όλες τις εργασίες επί των κοινών πραγμάτων. Προς θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα επικαλείται περαιτέρω ότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί αποδεικνύουν ότι η επέκταση των εξωστών του ισογείου διαμερίσματός της κατέστησε αυτούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους για όλους τους συνιδιοκτήτες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά αρνητικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς, η αναιρεσείουσα δε, με την επίφαση των παραπάνω αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλει αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτίθεται σαφώς. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεών του, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνον αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις, οι εκθέσεις αυτοψίας και τα πρακτικά και οι αποφάσεις δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 538/2021, ΑΠ 690/2013, ΑΠ 5/2011). Mε τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τα πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της 24-4-2017, όπου περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα συζύγου της σχετικά με τη συμφωνία των συνιδιοκτητών του επιδίκου ως προς το είδος και την έκταση των εργασιών που εκτελέστηκαν από την ίδια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα πρακτικά συνεδρίασης του παραπάνω ποινικού Δικαστηρίου, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν έγγραφο, κατά την έννοια άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, υπό την επίκληση δε της τελευταίας παραβίασης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1681/2018). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για το ζήτημα της ύπαρξης συμφωνίας των συνιδιοκτητριών ως προς τις εκτελεσθείσες από αυτή, επί των κοινών πραγμάτων, εργασίες, δεν διέλαβε αιτιολογία, άλλως διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, καθόσον α) δεν προσδιορίζει από ποιο στοιχείο και αποδεικτικό μέσον, ενώ η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε συναίνεση και συμφωνία και η ίδια ισχυριζόταν και αποδείκνυε ότι υπήρχε συμφωνία σε όλα όσα έκανε, οδηγήθηκε στην κρίση περί μερικής συμφωνίας και β) εντελώς αντιφατικά, δέχεται το μεν ότι υπήρξε μερική συμφωνία το δε ότι δεν αποδεικνύεται βάσιμα συμφωνία, ούτε συναίνεση ούτε έγκριση της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, πρωτίστως γιατί δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που, κατά την αναιρεσείουσα, παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, η επικαλούμενη έλλειψη ή αντίφαση αιτιολογιών αλλά και διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν συνιστούν ελλείψεις ούτε αντιφάσεις και αφορούν στην αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, με βάση τις οποίες αυτό στήριξε το σαφώς διατυπωθέν αποδεικτικό του πόρισμα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-7-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ….) αίτηση για αναίρεση της 2496/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ