Αριθμός 876/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) … και 6) Α. Χ. του Γ., κατοίκου., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλικάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοκκονό και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/6/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 104 και 105 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3994/2011 και στην συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 και η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, προκύπτει, ότι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, εκτός α) από τα Ειρηνοδικεία, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορά και β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, να έχουν πληρεξούσιο δικηγόρο, του οποίου ο διορισμός γίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, παρέχει δε στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που του έδωσε την πληρεξουσιότητα, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται. Έτσι, με τον νόμο 3994/2011 αντικαταστάθηκαν όλες οι διατάξεις του άρθρου 96 ΚΠολΔ ως προς τον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας. Με τη ρύθμιση αυτή αφ` ενός απλοποιήθηκε η διαδικασία χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αφ` ετέρου επεκτάθηκε σε όλα τα δικαστήρια και σε όλες τις διαδικασίες η δυνατότητα χορήγησης της πληρεξουσιότητας με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή του χορηγήσαντος την πληρεξουσιότητα διαδίκου βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, ρύθμιση η οποία ήδη ίσχυε στον ΚΠοινΔ (άρθ. 42 παράγραφος 2). Εντούτοις με το πρώτο εδάφιο της τρίτης παραγράφου του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, όπου, μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παραπάνω νόμου, ορίζεται ότι "κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση", εισάγεται εξαίρεση για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου λόγω του αμετακλήτου της κρίσεως της διαφοράς επιβάλλεται πανηγυρικότητα στον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αποκλείεται εντεύθεν η χορήγησή της με ιδιωτικό έγγραφο. Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται αδιακρίτως, χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή. Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό στοιχείο (ΑΠ 870/2022, ΑΠ 546/2022, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 475/2019, ΑΠ 192/2015). Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, που έγινε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του, Αναστάσιο Κοκκονό, στον οποίο όμως, δεν προκύπτει ότι έχει δοθεί πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ούτε δόθηκε πληρεξουσιότητα με προφορική δήλωση καταχωρούμενη στα πρακτικά συνεδριάσεως, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του Δικηγόρου στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σπάρτης, Δ. Δ.. Τ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ,επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ,ο οποίος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα σύμφωνα με τα παραπάνω, και συνεπώς, θεωρείται δικονομικά απών. Με την από 18.6.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 153/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, δικάσαντος ως εφετείου. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ''κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, λόγους. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (22.6.2021), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή αντίθετα, έλαβε υπόψη τέτοια που δεν προτάθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010). Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνίστανται δηλαδή οι λόγοι έφεσης σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος ( ΑΠ 1620/2018, ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 1462/2008, ΑΠ 1440/2005). Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001). Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005). Στη προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς την διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Με την από 7.3.2014 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη στις 13.2.1987 από τον εδρεύοντα στις ... αγροτικό συνεταιρισμό επεξεργασίας εσπεριδοειδών ..." (μη διάδικο εν προκειμένω) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πρακτικός μηχανικός, ενώ λίγο αργότερα ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός θερμαστή, στις δε 23.6.2003 έλαβε το πτυχίο του αρχιθερμαστή, ειδικότητα με την οποία απασχολήθηκε συνεχώς, επί 15 χρόνια, μέχρι την απόλυσή του δυνάμει της με αριθμό ... πράξης του ΔΣ του άνω συνεταιρισμού, η οποία όμως ακυρώθηκε αμετακλήτως, δυνάμει της με αριθμό 350/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ότι με το αίτημα του συνεταιρισμού, που διατυπώθηκε εγγράφως τον μήνα Μάρτιο 2007 προς το αρμόδιο τμήμα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... να ανακαλείτο η άδεια θερμαστή/αρχιθερμαστή που του είχε χορηγηθεί, οι εναγόμενοι συνάδελφοί του, συνυπέβαλαν τις από ... υπεύθυνες δηλώσεις τους, στις οποίες δήλωναν υπεύθυνα (πλην ψευδώς) ότι ο ενάγων εργαζόταν πάντοτε στον συνεταιρισμό με την ιδιότητα του μηχανικού συντηρητή και ουδέποτε ως θερμαστής, τούτο δε έπραξαν με αποκλειστικό σκοπό να τον εμφανίσουν ως άτομο αναξιόπιστο και αδίστακτο που απέκτησε την άδεια του θερμαστή με παράνομο τρόπο. Ζήτησε δε, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επικαλούμενος δυσφημιστική συμπεριφορά εις βάρος του με ισχυρισμούς που επί πλέον υπήρξαν ψευδείς (συκοφαντικοί) και του προκάλεσαν προσβολή της τιμής και υπόληψής του και εντεύθεν ηθική βλάβη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση το (μετά περιορισμό) ποσό των 3.000 ευρώ έκαστος νομιμοτόκως. Με τη παραπάνω αγωγή συνεκδικάσθηκε λόγω προδήλου συνάφειας η από 2.6.2014 αντίθετη αγωγή των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) οι οποίοι με την επίκληση προσβολής της προσωπικότητός τους εξ αιτίας του συκοφαντικού περιεχομένου της παραπάνω αγωγής, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε ένα έκαστο αυτών, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης, ύψους 19.950 ευρώ στον καθένα, νομιμοτόκως. Επί των παραπάνω αγωγών που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 57/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, η οποία αφού έκρινε νόμιμες αμφότερες τις αγωγές (57,59,914,932 ΑΚ) απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατ' ουσίαν και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση ύψους 1.500 ευρώ. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης ασκήθηκε η από 30.6.2016 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου με την οποία ο εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του και να απορριφθεί η αγωγή των εφεσιβλήτων και για τον επί πλέον λόγο ότι ουδέποτε παρήχθη δεδικασμένο για την μη απασχόλησή του ως θερμαστή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο εφετήριο δικόγραφο. Επί της παραπάνω έφεσης εκδόθηκε η με αριθμό 153/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ως δευτεροβαθμίου (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία απέρριψε ως αορίστους τους λόγους έφεσης κατά το μέρος που ο εκκαλών αιτιάτο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έκανε δεκτή την έφεση κατ'αποδοχή του λόγου αυτής για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εξαφάνισε τη παραπάνω εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, διακράτησε την υπόθεση, συνεκδίκασε τις άνω αγωγές, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσειόντων) και έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος-εκκαλούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), υποχρεώνοντας έκαστο των εναγομένων να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητός του, προελθούσας από την εις βάρος του απλή δυσφήμηση εκ μέρους των εναγομένων, το ποσό των 1.500 ευρώ, νομιμοτόκως. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι έλαβε υπόψη της και έκανε δεκτό λόγο έφεσης που δεν προτάθηκε και συνακόλουθα έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς ο τελευταίος να έχει προτείνει στο δικόγραφό του ειδικό προς τούτο λόγο. Όπως προεκτέθηκε, από τη παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου δικογράφου και της προσβαλλομένης, προέκυψε, ότι οι αιτιάσεις για παραβίαση νόμου, απορρίφθηκαν λόγω της αοριστίας τους, δεδομένου ότι δεν διελάμβαναν συγκεκριμένη διάταξη της οποίας να έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ αντίθετα, και δεδομένου του ότι για τη θεμελίωση, του περί κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων λόγου έφεσης, δεν ήταν απαραίτητος ο προσδιορισμός των σχετικών σφαλμάτων (τα οποία ούτως ή άλλως εξειδικεύθηκαν επαρκώς), αρκούσης της απλής επίκλησης στο εν λόγω εφετήριο της εξ αιτίας αυτής συναγωγής εσφαλμένου δικαστικού πορίσματος, η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν, και δη ανύπαρκτο λόγο έφεσης, και πρέπει, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009 ), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε, ισχυρισμό του γεγονότος, κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον, όπως είναι και η αναδημοσίευση (ΑΠ 531/2014, ΑΠ 1447/2014). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/ 2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ., και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 608/2008). Λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1319/2013). Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος του άρθρου 560 αρ. 6 (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει η απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση ή να μην έχει καθόλου αιτιολογίες, ή να έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη (559 αρ. 19) που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά διαμορφωτικά του αποδεικτικού πορίσματός του, δηλαδή, αιτιολογία της απόφασης που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά στα πλαίσια του ως άνω λόγου για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, ούτε εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαίτερα ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ασάφειες και αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασής της που καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο της υπαγωγής στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τους, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις ... Λακωνίας στις 13.2.1987, ο εκκαλών προσλήφθηκε από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "...", για να εργαστεί με την ειδικότητα του πρακτικού μηχανικού στο εργοστάσιο χυμοποίησης εσπεριδοειδών, που εκμεταλλεύεται ο συνεταιρισμός στις .... Κατά τις περιόδους αιχμής, ήτοι επί τρίμηνο τουλάχιστον, το εργοστάσιο λειτουργούσε με τρείς βάρδιες, λειτουργώντας πέντε γραμμές παραγωγής, με αποτέλεσμα να απαιτείται καθ'όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου και η ειδικότητα του θερμαστή για την επίβλεψη-λειτουργία τριών ατμολεβήτων, συνολικής θερμαινόμενης επιφάνειας 398 τετ.μέτρων, που είναι εγκατεστημένοι στο εργοστάσιο. Η εργασία αυτή είχε από το έτος 1988 τουλάχιστον, ανατεθεί στον Α. Ζ., ο οποίος είχε την ειδικότητα του θερμαστή και αναγραφόταν με την ειδικότητα αυτή στις οικείες καταστάσεις ασφάλισης των εργαζομένων της επιχείρησης. Επειδή δεν υπήρχε άλλος εργαζόμενος με την ειδικότητα αυτή στο εργοστάσιο, στο οποίο ήταν σύνηθες να παρέχεται πρόσθετη -πέραν της συμφωνημένης- εργασία από τους εργαζομένους λόγω ελλείψεως προσωπικού, από τον Ιούλιο του έτους 1988 έως το τέλος του έτους 1989 στις ανωτέρω καταστάσεις αναγραφόταν και ο εκκαλών ως εργαζόμενος με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή, υπαγόμενος για το λόγο αυτό στην κατηγορία βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Ακολούθως από τον Ιανουάριο 2000 έως τον Ιούλιο 2001 αναγραφόταν αυτός ως μηχανικός , από τον Αύγουστο 2001 έως τον Σεπτέμβριο 2004 ως θερμαστής, από τον Οκτώβριο 2004 έως τον Φεβρουάριο 2006 ως πρακτικός μηχανικός και, στη συνέχεια, ως βοηθός μηχανικού. Με τις ίδιες ανωτέρω ειδικότητες, αντίστοιχα, αναγραφόταν ο εκκαλών τόσο στο πρόγραμμα εργασίας, που συνέτασσε ο συνεταιρισμός, όσο και στους πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας, που κατέθετε στην Επιθεώρηση Εργασίας, βάσει των οποίων υπολογίζονταν και οι αποδοχές του εκκαλούντος. Εκτός από τον εκκαλούντα και τον Α. Ζ., από τον Ιούλιο του έτους 1997 εμφανιζόταν στα έγγραφα της επιχείρησης ως θερμαστής και ο έκτος εφεσίβλητος, Α. Χ., ο οποίος πράγματι εργαζόταν με την ειδικότητα αυτή. Στις 23.6.2003 μετά από επιτυχή συμμετοχή του εκκαλούντος στη σχετική εξεταστική διαδικασία, εκδόθηκε επ' ονόματί του από τη Νομαρχία Λακωνίας η υπ' αριθμ.πρωτ. ... άδεια ασκήσεως επαγγέλματος αρχιθερμαστή, αφού προσκομίστηκαν από αυτόν: α) βεβαίωση του υπεύθυνου μηχανολόγου-μηχανικού του συνεταιρισμού Ν. Μ., ο οποίος στηριζόμενος στις ανωτέρω καταστάσεις, βεβαίωσε ότι από τον Ιούλιο του 1988 ο εκκαλών εργαζόταν ως βοηθός θερμαστή στο λεβητοστάσιο του εργοστασίου, καθώς και β) τα υπ' αριθμ.πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά προϋπηρεσίας του συνεταιρισμού, που εκδόθηκαν από τους Ν.. Ζ. και Α.. Ξ., γενικό και οικονομικό διευθυντή της επιχείρησης αντίστοιχα, η αλήθεια του περιεχομένου των οποίων βεβαιώθηκε μετά από τον έλεγχο βιβλιαρίων ΙΚΑ και των θεωρημένων καταστάσεων προσωπικού, τόσο ως προς τον χρόνο, όσο και ως προς την ειδικότητα από τον προϊστάμενο του ... στις 24.4.2001 και 16.4.2003 αντίστοιχα, με τα οποία πιστοποιείτο ότι, όπως εξάγεται από τα βιβλία που τηρούνται στην Οργάνωση, από Ιούλιο 1988 έως 31.12.1999 ο εκκαλών εργαζόταν στο εργοστάσιο με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή, υπό την επίβλεψη του αδειούχου θερμαστή Α. Ζ.. Ο εκκαλών ήταν ικανός και εργατικός υπάλληλος, απασχολούμενος συχνά υπερωριακά και αμειβόμενος βέβαια αντιστοίχως. Ωστόσο τον Σεπτέμβριο 2004 εκλέχθηκε μέλος του ΔΣ του νομίμως συνεστημένου εργατικού επιχειρησιακού σωματείου της επιχείρησης και ανέπτυξε άμεσα έντονη συνδικαλιστική δράση, προβαίνοντας σε αναφορές στο ..., έτσι ώστε να διενεργηθούν έλεγχοι προς προάσπιση των νομίμων δικαιωμάτων των εργαζομένων σε αυτήν, που είχαν ως αποτέλεσμα να της επιβληθούν πρόστιμα από την Περιφερειακή Διεύθυνση .... Ακολούθησαν πειθαρχικές διώξεις σε βάρος του από τον Συνεταιρισμό και του επιβλήθηκαν ποινές από το ΔΣ αυτού, που λειτουργούσε και ως πειθαρχικό όργανο (στέρηση αποδοχών τον Φεβρουάριο 2005 και προσωρινή απόλυση τον Ιανουάριο, Απρίλιο και Μάϊο 2006) ώσπου του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του ΔΣ, η ακυρότητα της οποίας αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθμ. 350/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1145/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Παράλληλα, κατατέθηκε σε βάρος του μήνυση για ψευδή καταμήνυση, επειδή κατήγγειλε υπό την ανωτέρω ιδιότητά του (μεταξύ άλλων 12 περιπτώσεων) ότι δεν καταβαλλόταν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας στον εργαζόμενο Τ., πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 1129/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, ενώ με την υπ' αριθμ. 214/2017 απόφαση του ίδιου ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης, κηρύχθηκαν ένοχοι ψευδορκίας μάρτυρα οι Σ. Π., Ι. Τ.., Ι. Σ. και Χ. Δ., που κατέθεσαν εναντίον του στα πλαίσια της παραπάνω δίκης (για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης) ότι ο Τ. δεν δικαιούνταν το επίδομα, επειδή (μεταξύ άλλων) κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν εργαζόταν στους ψυκτικούς θαλάμους της επιχείρησης. Επί πλέον, με την υπ' αριθμ. 125/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 244/2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ο συνεταιρισμός υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εκκαλούντα χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε με τον συκοφαντικό ισχυρισμό ότι αυτός απέκρυψε κατά τη πρόσληψή του την έλλειψη διπλώματος για να καταλάβει τη θέση του πρακτικού μηχανικού. Εν τω μεταξύ, από τον Νοέμβριο 2004 ο εκκαλών εμφανιζόταν πλέον στους πίνακες προσωπικού και στα έγγραφα μισθοδοσίας του συνεταιρισμού με την ιδιότητα του πρακτικού μηχανικού και από τον Δεκέμβριο 2005 ως βοηθός μηχανικού-συντηρητής, ενώ ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την πράξη της χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαίωσης (ήτοι της ανωτέρω άδειας θερμαστή) για την εκλογή του στο Συνδικάτο Μηχανικών Θερμαστών Περιφέρειας ..., πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 1718/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, με την αιτιολογία ότι ήταν έγκυρη η άδεια αυτή, η οποία δεν είχε ανακληθεί και ότι τα πιστοποιητικά, που υποβλήθηκαν για την έκδοσή της, ήταν γνήσια. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... "αίτησή" του προς τη Διεύθυνση Εμπορίου και Βιομηχανίας- Τμήμα Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας (με αριθμ.πρωτ. ...) ο συνεταιρισμός διά του προέδρου του Σ.. Π., γνωστοποίησε στην ανωτέρω υπηρεσία ότι ήταν εικονικές οι βεβαιώσεις, που προσκόμισε ο εκκαλών, για να αποκτήσει το προαναφερόμενο πτυχίο (άδεια θερμαστή/αρχιθερμαστή), διότι αυτός ουδέποτε εργάστηκε στο λεβητοστάσιο της επιχείρησης ως βοηθός θερμαστή, ούτε πριν ούτε μετά την απόκτηση του πτυχίου, ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις εκδόθηκαν από προηγούμενες διευθύνσεις του συνεταιρισμού, προκειμένου να εμφανίζεται ο εκκαλών ως θερμαστής στις μισθοδοτικές καταστάσεις που αποστέλλονταν στην Επιθεώρηση Εργασίας και να καλυφθεί έτσι η υπερωριακή απασχόληση λόγω ελλείψεως ικανού αριθμού ειδικευμένων θερμαστών για την κάλυψη ολοκλήρου του εικοσιτετραώρου, ότι του επιβλήθηκε πρόστιμο για την παράβαση αυτή, για την οποία ενημερώθηκε η Επιθεώρηση Εργασίας, ότι ο εκκαλών έχει ήδη απολυθεί, με αποτέλεσμα η ανεύρεση αλλού εργασίας με την ανωτέρω ειδικότητα να εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια εγκαταστάσεων και ζωής εργαζομένων, ότι ο εκκαλών χωρίς να έχει τα ουσιαστικά προσόντα, πέτυχε να εκλεγεί μέλος του Δ.Σ. του συνδικάτου μηχανικών θερμαστών της Περιφέρειας ... και ότι η γνωστοποίηση αυτή έγινε με σκοπό την ανάκληση της άδειας, που του χορηγήθηκε. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο Συνεταιρισμός διά του αρμοδίου οργάνου του επεσύναψε σ'αυτό και τις επίμαχες από ... υπεύθυνες δηλώσεις των εφεσιβλήτων, με τις οποίες αυτοί, υπό τις ιδιότητές τους ως γενικός διευθυντής, προϊστάμενος οικονομικού τμήματος, πρακτικός μηχανικός και θερμαστής αντίστοιχα, δήλωσαν υπεύθυνα ότι από τα έτη πρόσληψής τους και συγκεκριμένα, από το 1979 ο Π. Π., από το 1986 ο Χ. Δ., από το 1986 ο Ι. Α., από το 1989 ο Ά. Μ., από το 2001 ο Β. Λ. και από το 1997 ο Α. Χ., ο εκκαλών "απασχολείτο πάντοτε ως μηχανικός συντηρητής και ότι ουδέποτε εργάστηκε στον συνεταιρισμό ως θερμαστής ή βοηθός θερμαστής". Αποτέλεσμα της ενέργειάς τους αυτής ήταν να εκδοθεί η υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση του Νομάρχη ... με την οποία ανακλήθηκε η από 12.6.2003 με αριθμό μητρώου ... και αριθμό αδείας … άδεια αρχιθερμαστή, που είχε χορηγηθεί στον εκκαλούντα, με το σκεπτικό ότι, παρότι πέτυχε στις εξετάσεις της εξεταστικής επιτροπής άσκησης επαγγέλματος της υπηρεσίας αυτής, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του το ειδικό προσόν της σχετικής προϋπηρεσίας. Ωστόσο, ο εκκαλών άσκησε αίτηση ακύρωσης της ανωτέρω διοικητικής πράξης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1535/2017 απόφαση του ΣτΕ , το σκεπτικό της οποίας δεν έχει καθαρογραφεί εισέτι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών εργάστηκε στο εργοστάσιο του συνεταιρισμού παρέχοντας κατά κύριο λόγο υπηρεσίες πρακτικού μηχανικού. Εξάλλου, την παροχή εργασιών πρακτικού μηχανικού συνομολογεί και ο ίδιος στο δικόγραφο της έφεσής του, αμφισβητώντας βέβαια ότι αυτό ήταν το κύριο αντικείμενο της απασχόλησής του. Όμως το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και ιδίως: α) από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο δώδεκα σελίδες του βιβλίου συντηρητών του εργοστασίου, όπου διατυπώνονται οι παρατηρήσεις του κατά τις βάρδιες της 12.12.2001... και 10.3.2003, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν αναγραφόταν στις καταστάσεις προσωπικού της επιχείρησης ως πρακτικός μηχανικός και συγκεκριμένα, διατυπώνονται οι παρατηρήσεις του σε περιπτώσεις κακής λειτουργίας του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου, β) ενώ δεν προσκομίζονται αντίστοιχα έγγραφα, που να αποδεικνύουν την παροχή εν τοις πράγμασι και υπηρεσιών θερμαστή. Σημειωτέον ότι στη τελευταία ως άνω εγγραφή ο εκκαλών αναφέρει επί λέξει ότι: "...τη νύχτα της Τετάρτης 5.1.2005 και ώρα 22.00'έπιασα δουλειά, καλύπτοντας τη νυχτερινή βάρδια με βοηθό μου τον κύριο Λ. Β., όπως γίνεται εδώ και 18 χρόνια κάνοντας τον πρακτικό μηχανικό και τον χειριστή ξηραντηρίου στο ίδιο οκτάωρο...", ενώ στην υπ' αριθμ. .../2004 αναφορά του προς τον Συνεταιρισμό διαλαμβάνεται ότι: "Το έτος 2001 και συγκεκριμένα, τον Απρίλιο, προβήκατε σε προσλήψεις τεχνικού προσωπικού και προϊσταμένου τεχνικού τομέα, με σκοπό να μειωθούν οι υπερωρίες του προσωπικού, βάσει του νόμου Γιαννίτση. Παρ' όλα αυτά όμως, εγώ προσωπικά συνέχισα να εργάζομαι και Σάββατα και υπερωρίες, χωρίς δηλαδή καμμία αλλαγή. Παρ' όλα αυτά συνέχισα να προσφέρω την εργασία μου αδιαμαρτύρητα και μάλιστα ενώ είχα μία συγκεκριμένα ειδικότητα (πρακτικός μηχανικός) εργαζόμουν σε δύο εργασίες δύο διαφορετικών ειδικοτήτων (χειριστής ξηραντηρίου, χειριστής εκχυμωτηρίου και χειριστής σιλό) στο ίδιο οκτάωρο". Επί πλέον, στο υπ' αριθμ.. ... δελτίο εργατικής διαφοράς του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Π.Δ. ..., που συντάχθηκε μετά από την από ... αναφορά του εκκαλούντος, με θέμα την βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του (επειδή αναφερόταν πλέον στις καταστάσεις προσωπικού ως πρακτικός μηχανικός και όχι ως θερμαστής) την αφαίρεση επιδόματος παραγωγικότητος και την άρση πειθαρχικών ποινών, ο τελευταίος παρέστη με τον οργανωτικό γραμματέα της Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων Ι. Γ., ο οποίος πρότεινε "να αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας, όπως αναγράφεται επί σειρά ετών, με την ειδικότητα του θερμαστή και σύμφωνα με τον αριθμό ... πίνακα προσωπικού, και να απασχολείται με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου Σ. Μ. ως πρακτικός μηχανικός, εργασία την οποία επί 18 περίπου χρόνια κάνει στον συνεταιρισμό και όπως αναφέρεται στον αριθ.πρωτ. ... και στον ... πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας". Στην κρίση αυτή εξάλλου, ότι ο εκκαλών εργάστηκε στην επιχείρηση του συνεταιρισμού με την ειδικότητα του πρακτικού μηχανικού, κατέληξαν και : α) η με αριθμό 107/2011 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρίπολης, αλλά και β) οι (προσκομιζόμενες από τους εφεσιβλήτους) με αριθμούς 320/2014 και 321/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και η με αριθμό 435/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης ( η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής με την με αριθμό 970/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου), οι οποίες έκριναν επί αιτήματος επιδίκασης μισθών υπερημερίας του εκκαλούντος για διαφορετικά χρονικά διαστήματα (μετά την προαναφερόμενη απόλυσή του) και παρεμπιπτόντως για την ειδικότητα, με την οποία απασχολήθηκε, πλην όμως εκδόθηκαν μεταξύ διαφορετικών διαδίκων και συνεπώς, κατά τα άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ δεν παράγουν δεδικασμένο για την παρούσα δίκη , αλλά εκτιμώνται ελεύθερα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων κατά τα άρθρα 336 και 339 ΚΠολΔ. Συνεπώς, από το σύνολο του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται πλήρως, ότι ο εκκαλών απασχολήθηκε στο εργοστάσιο του συνεταιρισμού παρέχοντας κατά κύριο λόγο υπηρεσίες πρακτικού (μη πτυχιούχου) μηχανικού -συντηρητή. Όσον αφορά στην επικαλούμενη παράλληλη απασχόλησή του με την ειδικότητα του θερμαστή ή βοηθού θερμαστή, ο Ι. Π., συντηρητής λεβήτων που συνεργαζόταν επί μία εικοσιπενταετία με τον συνεταιρισμό, ο Α. Ζ. του Δ., θερμαστής του εργοστασίου από τον χρόνο πρόσληψης του εκκαλούντος, ο οποίος μάλιστα (κατά τους ισχυρισμούς του) είχε την επίβλεψη του τελευταίου στον χώρο εργασίας του και ο Θ. Τ. του Ευαγγέλου, βοηθός ηλεκτρολόγου έως το 2003 και βοηθός θερμαστή έκτοτε, με τις με αριθμούς ... και από 14.10.2009 δύο εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον της πταισματοδίκη Σπάρτης αντίστοιχα, κατέθεσαν ο πρώτος ότι κατά τις εργασίες συντήρησης δεν είδε ποτέ τον εκκαλούντα ως θερμαστή στους λέβητες, ο δεύτερος ότι ουδέποτε, (ούτε πριν ούτε μετά το 2003) τον είδε να εργάζεται στον χώρο του θερμαστηρίου, ούτε έγινε μεταξύ τους αλλαγή βάρδιας στο πόστο αυτό και ο τρίτος ότι από το 1987 έως το 2003, αλλά και από το 2003 και εφεξής, ουδέποτε είδε στο θερμαστήριο τον εκκαλούντα, ο οποίος αντίθετα έκανε πάντοτε εργασίες επισκευής και συντήρησης των μηχανών του εργοστασίου. Αντιθέτως, ο Ι. Γ. του Α., μέλος της πανελλήνιας ομοσπονδίας συνεταιριστικών υπαλλήλων, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της πταισματοδίκη Κορίνθου , επιβεβαίωσε την παροχή υπηρεσιών θερμαστή εκ μέρους του εκκαλούντος, χωρίς ωστόσο να αναφέρει την πηγή της γνώσεώς του, ενώ ο δεύτερος εφεσίβλητος κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που περιέχεται σε με αριθμό 229/2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, κατέθεσε ως μάρτυρας του συνεταιρισμού σε δίκη μεταξύ αυτού και του εκκαλούντος ότι "..τη περίοδο της αιχμής είχαμε 1-2 βάρδιες, τα προηγούμενα χρόνια 3 βάρδιες με θερμαστή σε κάθε βάρδια. Τότε είχαμε εκτός από τον Σ., δύο σίγουρα...". Ενόψει και των προεκτεθέντων, από το σύνολο του προαναφερομένου αποδεικτικού υλικού το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το αν ο εκκαλών παράλληλα με τα κύρια καθήκοντά του ως πρακτικός μηχανικός, εργάστηκε ή όχι ως βοηθός θερμαστή ή ως θερμαστής στο εργοστάσιο του συνεταιρισμού "Αγροτικός Συνεταιρισμός ...". Επομένως, δεν αποδεικνύεται πλήρως ότι ήταν ψευδές το περιεχόμενο των επίμαχων από ... υπευθύνων δηλώσεων των εφεσιβλήτων και της με αριθμό πρωτοκόλλου ... "αίτησης" του συνεταιρισμού προς τη διεύθυνση εμπορίου και βιομηχανίας-τμήμα βιομηχανίας της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Λακωνίας (με αριθμό πρωτοκόλλου ...) αλλά ούτε και η αλήθεια του περιεχομένου των εγγράφων αυτών. Σημειωτέον, ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω υπευθύνων δηλώσεων, με το οποίο οι εφεσίβλητοι βεβαίωναν απλώς ότι ο εκκαλών ήταν μηχανικός συντηρητής και ότι ουδέποτε εργάστηκε ως θερμαστής ή βοηθός θερμαστή, δεν ήταν από μόνο του ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του (εκκαλούντος). Ωστόσο οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τις δηλώσεις αυτές , ενώ γνώριζαν ότι θα προσκομισθούν για την υποστήριξη της ανωτέρω με αριθμό πρωτοκόλλου ... "αίτησης" του συνεταιρισμού προς την διεύθυνση εμπορίου και βιομηχανίας -τμήμα βιομηχανίας της Ν.Α. Λακωνίας (με αριθμό πρωτοκόλλου ...), το περιεχόμενο της οποίας ομοίως γνώριζαν, όπως δεν αμφισβητείται από τους ίδιους και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση του προαναφερομένου αποδεικτικού υλικού, λαμβανομένων υπόψη της ήδη από διετίας διένεξης του εκκαλούντος με τον εργοδότη του, στα πλαίσια της οποίας μάλιστα ο πρώτος εφεσίβλητος είχε εξεταστεί και ως μάρτυρας για την ειδικότητα του εκκαλούντος ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 9.6.2006, του μικρού μεγέθους της επιχείρησης και των θέσεων εργασίας των δύο πρώτων εφεσιβλήτων σε αυτήν. Γνώριζαν δηλαδή οι εφεσίβλητοι, ότι με την αίτηση αυτή ο συνεταιρισμός, επικαλούμενος την αναλήθεια του περιεχομένου των προαναφερομένων με αριθμούς πρωτοκόλλου ... και ... πιστοποιητικών προϋπηρεσίας, θα υποστήριζε ότι ο εκκαλών τα είχε προσκομίσει, προκειμένου να εκδοθεί στο όνομά του η ανωτέρω άδεια, χωρίς να συντρέχει στην πραγματικότητα στο πρόσωπό του το προσόν της προϋπηρεσίας, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που εγκυμονεί η έλλειψη αυτή για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και την υγεία των συναδέλφων του. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται, ότι κατά την υπογραφή και παράδοση των ανωτέρω υπευθύνων δηλώσεων στον συνεταιρισμό οι εφεσίβλητοι γνώριζαν, ότι ο τελευταίος θα τις επισύναπτε στην ανωτέρω αίτησή του για την ανάκληση της άδειας θερμαστή, που είχε χορηγηθεί στον εκκαλούντα, επικαλούμενος, ότι αυτός χρησιμοποίησε ψευδείς βεβαιώσεις για να επιτύχει την απόκτηση πτυχίου για επάγγελμα, το οποίο δεν είναι σε θέση να εκτελέσει, λόγω έλλειψης των απαιτουμένων προσόντων, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που εγκυμονεί η έλλειψη αυτή για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και την υγεία των συναδέλφων του, συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό στο αδίκημα της απλής σε βάρος του δυσφήμησης. Το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων ήταν ικανό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εκκαλούντος αφού τον εμφάνιζε ως άτομο μειωμένης ηθικής υπόστασης, αναξιόπιστο, αδίστακτο και ικανό να καταφύγει στο έγκλημα για ίδιον όφελος, αφού παρότι στερούνταν τα ουσιαστικά προσόντα έκανε χρήση εικονικών βεβαιώσεων, προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο του θερμαστή, πράγμα το οποίο γνώριζαν και αποδέχθηκαν οι εφεσίβλητοι. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν στο τμήμα βιομηχανίας της διεύθυνσης εμπορίου και βιομηχανίας της Ν.Α. ... το οποίο προέβη σε ανάκληση της άδειας του εκκαλούντος, οπότε έλαβαν γνώση του περιεχομένου του και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του νομάρχη Κ. Φ., με την απόφαση του οποίου, ανακλήθηκε η με αριθμό μητρώου ... και με αριθμό άδειας ... άδεια αρχιθερμαστή, με αποτέλεσμα να προσβληθεί παράνομα η προσωπικότητα του εκκαλούντος λόγω της αμφισβήτησης της ηθικής και κοινωνικής αξίας του. Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εφεσιβλήτων προκλήθηκε στον τελευταίο ηθική βλάβη, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά των εφεσιβλήτων, καθώς η συμπεριφορά αυτή, κατά τον χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ικανή, και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ηθική βλάβη. Επομένως, δικαιούται ο εκκαλών χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, η οποία με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 1.500 ευρώ για κάθε εφεσίβλητο, ποσό, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων και ιδίως του είδους και της βαρύτητας της ηθικής προσβολής του εκκαλούντος, της βαρύτητας του πταίσματος των εφεσιβλήτων (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος του εκκαλούντος, των ειδικότερων συνθηκών πρόκλησης της ηθικής βλάβης και της περιουσιακής, κοινωνικής και προσωπικής κατάστασης των διαδίκων και κυρίως του εκκαλούντος.". Με αυτά που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης ως εφετείο, στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατη την κρίση περί της ορθότητας ή μη της υπαγωγής που έκανε ως δικαστήριο της ουσίας, των περιστατικών στις προεκτεθείσες εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πλήρως, ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο στον συνεταιρισμό κατά κύριο λόγο, ως πρακτικός (μη πτυχιούχος) μηχανικός- συντηρητής, και ότι την ιδιότητά του αυτή δήλωσαν υπευθύνως οι αναιρεσείοντες στις από ... επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις τους που επισυνάφθηκαν στο με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του συνεταιρισμού που απευθυνόταν στη Δ/νση Εμπορίου-Βιομηχανίας / Τμήμα Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης του νομού ... που αφορούσε στην ενημέρωση της Διοίκησης συναφώς προς την εικονικότητα των βεβαιώσεων που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος προς λήψη του πτυχίου θερμαστή/ αρχιθερμαστή, ακολούθως ερευνώντας την "παράλληλη" απασχόλησή του με την ειδικότητα του θερμαστή, που όμως δεν ήταν ερευνητέα, δεδομένου ότι η κύρια απασχόληση του αναιρεσείοντος ήταν η κρίσιμη προς απόδειξη για τη στοιχειοθέτηση των αγωγικών ισχυρισμών, και όχι άλλη τυχόν απασχόληση παράλληλη, επικουρική η διαδοχική, κατέληξε σε ενδοιαστική κρίση περί του σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ως προς την παράλληλη απασχόληση του αναιρεσείοντος ως θερμαστή, και ως εκ τούτου στην μη πλήρη απόδειξη του ψευδούς περιεχομένου των παραπάνω επίμαχων δηλώσεων. Ακολούθως, και ενώ δέχθηκε ότι το περιεχόμενο των επίμαχων δηλώσεων αυτό καθεαυτό δεν ήταν από μόνο του ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου, εν τούτοις απέδωσε όλως αντιφατικώς στους αναιρεσείοντες τον δόλο της συκοφαντικής και όχι της απλής δυσφήμησης, την οποία δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν, με την παραδοχή ότι οι τελευταίοι ήσαν σε πλήρη επίγνωση ότι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων και δη των εικονικών και ψευδών βεβαιώσεων και πιστοποιητικών των οποίων έκανε χρήση για την απόκτηση του πτυχίου του θερμαστή, τον εμφάνιζαν ως άτομο μειωμένης ηθικής υπόστασης, χωρίς όμως να διαλαμβάνει προηγουμένως κρίση περί της εικονικότητος ή μη των σχετικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων. Με την παραπάνω ενδοιαστική, και αντιφατική περιγραφή των περιστατικών το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης ως βασίμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183 ΚΠολΔ) και τέλος, να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτούς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 153/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ