Αριθμός 1678/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύρη Αβραμόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του καθού η κλήση-αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2404/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4418/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 13-3-2023 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται, μετά από ματαίωση της συζήτησης στις 28-2-2023, η εκ μέρους της ασκηθείσα, από 13-7-2017 και με αριθ. κατάθ. ..., αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 4418/15-7-2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Κ. Τ., την οποία επικαλείται με τις προτάσεις της και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 13-7-2017 και με αριθ. κατάθ.... αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστεί κατά την μετ'αναβολή- από την αρχική στις 27-9-2022-ορισθείσα δικάσιμο στις 28-2-2023, σύμφωνα με την συνημμένη από 30-9-2022 βεβαίωση αναβολής της Γραμματέως του αρμοδίου Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσίβλητο, στη δηλωθείσα από αυτόν στο δικόγραφο της έφεσής του κατοικία του. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση ματαιώθηκε και ήδη επαναφέρεται η άνω αίτηση αναίρεσης προς συζήτηση, με την από 13-3-2023 και με αριθμό κατάθεσης ΚΛ ... κλήση της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω από την υπ' αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα την Αθήνα, Π. Γ., την οποία επικαλείται με τις προτάσεις της και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω, από 13-3-2023 κλήσης της, προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου, του Προέδρου, ως αρμοδίου, του ανωτέρω Β2 τμήματος, την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, της 26ης Σεπτεμβρίου 2023, επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα, προς τον αναιρεσίβλητο, στη δηλωθείσα από αυτόν στο δικόγραφο της έφεσής του κατοικία του, με θυροκόλληση (με τις, στη συνέχεια, απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και βεβαίωση αποστολής από το ταχυδρομείο έγγραφης ειδοποίησης με συστημένη επιστολή, κατ' άρθρο 128 παρ.4 του ΚΠολΔ). Εφόσον, κατά την προκείμενη δικάσιμο εκδίκασης της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσίβλητος - καθού η κλήση δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού. Με την ανωτέρω, από 13-7-2017 και με αριθ. κατάθεσης ..., υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 4418/15-7-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη αυτή απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ'ουσίαν την από 3-9-2012 και με αριθ. κατάθ. 350/23-1-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, υπ' αριθ. 2404/27-12-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 21-12-2009 και με αριθ. κατάθ.6855/22-12-2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, και δικάζοντας επί της άνω αγωγής δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν για μικρότερο από το αιτούμενο ποσό, υποχρεώνοντας την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, με βάση την ένδικη, από 2-3-2007 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το ποσό των 13.710,50 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές (περιλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (15-7-2014) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (14-7-2017), δεν παρήλθε τριετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3 ΚΠολ-όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το τρίτο άρθρο του αρθ.1 του ν.4335/2015, λόγω της έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης πριν την 1-1-2016 (ΟλΑΠ 10/2018)- και αρθ. 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 757/2015). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991, Α.Π.153/2019, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020 ΑΠ 354/2022). Επί αγωγής καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών με επίκληση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ως εργοδότη, ότι μεταξύ αυτού και του ενάγοντος δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά τους συνδέει άλλη σύμβαση, την οποία προσδιορίζει, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 885/2007). Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρο 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις της προς αντίκρουση της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ισχυρισμό της, τον οποίο είχε προβάλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι μεταξύ τους ουδέποτε συνήφθη η ένδικη, ή οποιαδήποτε άλλη, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά η μοναδική έννομη σχέση που τους συνδέει είναι η σύμβαση παροχής εκ μέρους της προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, των υπηρεσιών της, ως συμβούλου επιχειρήσεων, για την ένταξη της ατομικής του επιχείρησης ενοικιαζομένων δωματίων που διατηρούσε στην ..., σε κοινοτικό πρόγραμμα επιδότησης, ο ισχυρισμός της δε αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, καθόσον η παραδοχή του θα συνεπαγόταν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσίβλητου ως ουσιαστικά αβάσιμης. Ο λόγος αυτός έτσι διατυπωμένος είναι απορριπτέος προέχοντος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που προέβαλε η αναιρεσείουσα ως εναγομένη και επανέφερε ως εφεσίβλητη, της άρνησης κατάρτισης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην οποία θεμελιώνεται η αγωγή του αντιδίκου της, με ταυτόχρονη επίκληση ότι η μόνη έννομη σχέση που τους συνδέει είναι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με υπόχρεη εξ αυτής για την παροχή των συμφωνημένων υπηρεσιών την ίδια (εναγομένη), έναντι αμοιβής της, δεν είναι συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αντιδίκου της, επομένως δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Σε κάθε δε περίπτωση με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1242/2020), ούτε όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019). Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 906/2022). Επί αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, το αναγκαίο αυτής περιεχόμενο κατά τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 648, 651και 655 του ΑΚ- που συνιστά και το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης του δικαστηρίου, προσδιοριζόμενο από τις άνω εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των οποίων το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, κατά τα ανωτέρω-είναι η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του ενάγοντος παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός του μισθωτού, ήτοι ο βασικός μισθός και τα επιδόματα που αντιστοιχούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες αποδοχές του, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά (ΑΠ 33/2022, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 1561/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "..Η εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια τις επιχείρησης "..." η οποία λειτουργεί από το έτος 2006 ως μία ομάδα συμβούλων που παρέχει υπηρεσίες επαγγελματικής και επιχειρηματικής ανάπτυξης και ειδικότερα ασχολείται με την υποβολή επενδυτικών προτάσεων σε πλαίσιο του κοινωνικού πλαισίου Στήριξης με την εκπόνηση επιχειρηματικών σχεδίων και σχεδίων διασφάλισης ποιότητας και την εκπόνηση μελετών ανάπτυξης επιχειρήσεων και επενδύσεων. Στα πλαίσια της παραπάνω επιχειρηματικής δραστηριότητας η εναγομένη είχε συνεργασία με τον εξάδελφο του ενάγοντος Γ. Φ., ο οποίο ήταν λογιστής και συνέστηνε έναντι αμοιβής την ενάγουσα πελάτη που επιθυμούσαν να εντάξουν τις επιχειρήσεις τους σε κοινοτικά προγράμματα. Τον Μάρτιο του 2006 ο ως άνω Γ..Φ. έφερε σε επαφή τον ενάγοντα φοιτητή ΤΕΙ με την εναγομένη καθόσον ενδιαφερόταν να εντάξει σε κοινοτικό πρόγραμμα επιδότησης την επιχείρηση εκμετάλλευσης ενοικιαζομένων δωματίων που διατηρούσε στο νησί της ... και μάλιστα συνέταξε σχετικό συμφωνητικό. Στα πλαίσια αυτής της γνωριμίας ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 2.3.2007 παρέχων τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος στο Γραφείο Διοίκησης Επιχειρήσεως και Παροχής Υπηρεσιών, που διατηρούσε η εναγομένη στην οδό ... στην Αθήνα. Ο ενάγων εργαζόταν 8 ώρες την ημέρα για 5 ημέρες εβδομαδιαία παρέχων υπηρεσίες γραμματειακής υποστήριξης και συμμετοχής στις δραστηριότητες της επιχείρησης. Απασχολείτο ο ίδιος για λογαριασμό της επιχείρησης με τα προγράμματα επιδότησης των πελατών της εναγομένης. Ειδικότερα παραλάμβανε και έλεγχε τα δικαιολογητικά και τα λοιπά έγγραφα για την ηλεκτρονική υποβολή αιτήσεων επιδότησης και ετοίμαζε φακέλους για τη κατάθεσή τους σε Τράπεζα ή στον ανάλογο αρμόδιο φορέα. Ο ενάγων εργάστηκε έως 31.5.2008 οπότε απεχώρησε, καθόσον η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του, παρ' όλες τις συχνές διαβεβαιώσεις της. Ο ενάγων δικαιούται τις νόμιμες αποδοχές για τους μηνιαίους μισθούς και το επίδομα εορτών και αδείας που δεν έλαβε, ποσά άλλωστε που η εναγομένη δεν αμφισβήτησε ειδικά. Πρέπει, δε να λάβει : Α) 1) 2.3- 31.3.2007: 746,68 ευρώ (νόμιμος μηνιαίος μισθός έτους 2007) X 24/25= 716,81 ευρώ, 2) 1/4 -31.12.2007:746,68 ευρώ X 9μήνες= 6.720,12 ευρώ και 3) 1/1 - 31/5/2008 : 772,81 ευρώ (νόμιμος μηνιαίος μισθός έτους 2008), X 5μήνες= 3.864,05 ευρώ και συνολικά 1 1.300,98 ευρώ (μισθοί). Β) Δώρο Πάσχα 2007: 246,68 :25= 29,86 X 7,375=220,2 ευρώ. Δώρο Χριστουγέννων 2007: 746,68 ευρώ, Δώρο Πάσχα 2008:772,80:2=386,41ευρώ, Δώρο Χριστουγέννων 2008: 772,81:25=3 0,5 X 5,14μ= 97,02 ευρώ, και συνολικά (δώρα εορτών): 1.450.03 ευρώ. Γ) Αποδοχές αδείας 2008: 772,81 ευρώ, καθ'όσον δεν έλαβε άδεια και Επίδομα αδείας 2008: 772,81:2=386,40 ευρώ [....]. Πρέπει λοιπόν η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη εν μέρει για το ποσό των 13.910,50 (ευρώ), εκ των οποίων οι μηνιαίοι μισθοί νομιμότοκα από το τέλος εκάστου μηνός που ήσαν καταβλητέοι, τα Δώρα Πάσχα από την 1 Μαΐου εκάστου αντιστοίχου έτους που ήσαν καταβλητέα, τα Δώρα Χριστουγέννων από 1η εκάστου αντιστοίχου έτους που ήσαν καταβλητέα και το επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας νομιμότοκα από τις 31.5.2008, που έληξε η εργασιακή σύμβαση..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει, και κατά παραδοχή της από 3-9-2012 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα με αριθ. 2404/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη-εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.710,50 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές, περιλαμβανομένων δώρων εορτών και αδείας, νομιμοτόκως κατά τις άνω διακρίσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651και 655 του ΑΚ, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την επιδίκαση, δυνάμει αυτής, δεδουλεμένων αποδοχών, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στις εν λόγω διατάξεις. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης στις 2-3-2007 καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας ο ενάγων, προσελήφθη και εργάστηκε ως υπάλληλος της εναγομένης στον προαναφερόμενο συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και με τον τρόπο που εκείνη του όρισε, για την εξυπηρέτηση των πελατών της, το επίδικο χρονικό διάστημα, από 2-3-2007 έως 31-5-2008, και ότι ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, με βάση τον οποίο υπολογίστηκαν τα συγκεκριμένα ποσά των επιδίκων αποδοχών, δώρων εορτών και αδείας που επιδικάστηκαν, ανερχόταν στο ποσό των 748,68 ευρώ το έτος 2007 και στο ποσό των 772,81 ευρώ το 2008, προσδιορίζονται με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες τα στοιχεία που συνιστούν, το προσδιοριζόμενο από τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, των οποίων το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης διότι δεν διαλαμβάνει περισσότερες και ειδικότερες αιτιολογίες, για τη σύναψη της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του, διατυπωθέντος με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα προαναφερόμενα, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να μην ιδρύουν τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, - στα οποία περιλαμβάνονται τα έγγραφα - που ο νόμος δεν επιτρέπει, για να είναι δε λυσιτελής ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχθηκε για την απόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το δικαστήριο στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σε αυτά, ενώ κύρια στηρίχθηκε και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (Α.Π.752/2019, Α.Π.1348/2017, Α.Π257/2008, Α.Π.1868/2007). Επίσης, ο ίδιος λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) - ενώ από το ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αντιδίκου της, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενη ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του αναλυτική κατάσταση αποσταλέντων γραπτών μηνυμάτων από το κινητό της τηλέφωνο στο κινητό τηλέφωνο του αντιδίκου της, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο τελευταίος ως εκκαλών, και συνιστούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, κατ'άρθρον 19 παρ.3 του Συντάγματος και 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθόσον αποκτήθηκαν μετά από παραβίαση του προστατευόμενου από το άρθρο 9 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας, εν αγνοία της και χωρίς τις εγγυήσεις άρσης απορρήτου των επικοινωνιών (αρθ.4 του π.δ.47/2005) και ειδικότερα χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας δικαστικής αρχής, με εισαγγελική ή ανακριτική διάταξη ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου επιτρεπτική της αποτύπωσής τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ουσιαστικής παραδοχής, κατά το προαναφερόμενο μέρος, της ένδικης αγωγής, στηρίχθηκε για την απόδειξη των διαλαμβανόμενων στο δικόγραφό της ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών του ενάγοντος που αποτελούσαν την ιστορική της βάση και στήριζαν το αίτημά της, στα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, ο μεν εκκαλών-ενάγων προς απόδειξη της αγωγής του, η δε η εφεσίβλητη-εναγομένη προς ανταπόδειξη αυτής, δοθέντος ότι η τελευταία δεν είχε προτείνει ενστάσεις-ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου, ούτε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου- αλλά αρνείτο αιτιολογημένα την αγωγή. Με τις από 20-1-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ο εκκαλών-ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, για το κρίσιμο ζήτημα της απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ζητώντας να γίνει αυτή δεκτή, δεν επικαλέστηκε ως αποδεικτικό μέσο την αναφερόμενη, στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, αναλυτική κατάσταση γραπτών μηνυμάτων από το κινητό τηλέφωνο της αντιδίκου του στο δικό του κινητό τηλέφωνο. Την κατάσταση αυτή την επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ίδιος με την κατατεθείσα στις 24-1-2014 προσθήκη των προτάσεών του, ως σχετικό, αποδεικτικό μέσο, με αριθμό 24, για την αντίκρουση, τυχόν, ισχυρισμών της αντιδίκου του-της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία όμως δεν πρότεινε ισχυρισμούς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Από την προσβαλλομένη δε απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για την απόδειξη των ουσιωδών πραγματικών αγωγικών ισχυρισμών, δεν στηρίχτηκε στο ανωτέρω έγγραφο (αναλυτική κατάσταση τηλεφωνικών μηνυμάτων), για να καταλήξει στο πόρισμα της μερικής παραδοχής της αγωγής, δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό, αλλά στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα και επαρκή, προς τούτο, αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι μετά από νόμιμη επίκληση με τις έγγραφες προτάσεις τους, ήτοι στις περιλαμβανόμενες στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, στις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκκαλών-ενάγων και δη τις υπ'αριθμ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης, και στα έγγραφα που επίσης επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αλυσιτελής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις άνω νομικές σκέψεις. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Παρά την ήττα της αναιρεσείουσας διάταξη για τα δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της απουσίας του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιουλίου 2017 και με αριθ. κατάθ. ... αίτηση της Γ. Σ. του Α., για αναίρεση της με αριθμό 4418/5-7-2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ