ΑΡΙΘΜΟΣ 1160/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη, περί αναιρέσεως της 9658/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 417/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Τα κατατιθέμενα γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, αρκεί να μπορούν να επηρεάσουν έστω και σε επουσιώδες σημείο τον δικαστή. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει όμως στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν επίσης λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9658/2012 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Ο πρώτος μάρτυρας Α. Π. είχε χρήματα δικά του καθώς και των δύο επόμενων μαρτύρων κατηγορίας, θείου και πεθερού του, (ήτοι τουλάχιστον 11.000.000 δρχ.), προκειμένου να συμμετάσχει σε εταιρεία τουριστικού αντικειμένου, με τον λήπτη των χρημάτων Κ. Σ., ο οποίος, αντί να χρησιμοποιεί τα χρήματα για εταιρικούς σκοπούς ιδιοποιήθηκε αυτά αγοράζοντας στο όνομά του πολυτελή κατοικία, ακολούθως δε μεταπώλησε με κέρδος το ακίνητο αυτό στον Δ. Π., στερώντας έτσι και τους ανωτέρω ζημιωθέντες από την δυνατότητα ικανοποιήσεως από το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο. Ο κατηγορούμενος Κ. Σ. (ήδη αναιρεσείων) ενώ γνώριζε την ανωτέρω αλήθεια, προέβη σε δύο καταθέσεις στις 9-2-2005 στο Ε' Τριμ. Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών και στις 22-6-2005 στον Πταισματοδίκη Αθηνών στις οποίες ψευδώς κατέθεσε ότι τα χρήματα που εδόθησαν στον Σ. δεν αφορούσαν εισφορά σε εταιρεία αλλά τοκογλυφικό δάνειο και ότι εξαιτίας του δανείου αυτού εκπλειστηριάσθηκε η κατοικία του Σ. και κατέληξε με συμπαιγνία των δανειστών στον δήθεν υπερθεματιστή Δ. Π.. 'Όλα δε αυτά τα κατέθεσε προκειμένου ο Σ. να διαφύγει τις νόμιμες συνέπειες υπό την ανωτέρω παράνομη πράξη της υπεξαίρεσης που διάπραξε σε βάρος των παθόντων - μαρτύρων κατηγορίας. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, όπως κατηγορείται". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην …, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε έγκλημα το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τον Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα στις 09-02-2005 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ενώπιον του ακροατηρίου του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, που κατά την ως άνω ημεροχρονολογία συνεδρίασε δημόσια και εκδίκασε την με αύξ. αριθμ. καταθ. 961/09-02-2004 έφεση του εκκαλούντος - τότε κατηγορουμένου Κ.-Ν. Σ. κατά της υπ' αριθμ. 9788/09-02-2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, εξετάστηκε με όρκο ως μάρτυρας υπεράσπισης του ως άνω εκκαλούντος, κατηγορουμένου και κατέθεσε, μεταξύ, των άλλων, ψευδώς ότι: "...ουδέποτε έγινε συζήτηση για να πάρει συνεταίρους ο Σ., δεν υπήρχε λόγος για συμμετοχή στην επιχείρηση, είχε τζίρο 1,5 δις ... δημιουργήθηκε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία στον Σ. λόγω της απεργίας, είχαν κλείσει οι δρόμοι, ο Π. προσφέρθηκε να βρει χρήματα για να πετάξουν τα αεροπλάνα, στην συνέχεια ο Σ. έχασε το σπίτι του, από τον Π. άκουσα ότι εγώ θα βρω τα χρήματα, για το ύψος των τόκων δεν άκουσα, δεν ξέρω, είχε αγοραστεί το ακίνητο πριν δημιουργηθεί το πρόβλημα, το πούλησε μετά που δημιουργήθηκε το πρόβλημα ...", Στις 22-6-2005 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ενώπιον της Πταισματοδίκου του 1ου Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών Μαρίας Σπινθάκη, η οποία σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών διενεργούσε προκαταρκτική εξέταση προς διερεύνηση όσων καταγγέλλονταν στην από 29-07-2004 (ΑΒΜ Β2004/3187) μήνυση του τότε μηνυτή Κ. - Ν. Σ. σε βάρος των τότε εγκαλουμένων και νυν εγκαλούντων, εξετάστηκε με όρκο ως μάρτυρας απόδειξης και κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ψευδώς ότι: "... έμαθα ότι ο ίδιος (δηλαδή ο Α. Π.) δανειοδότησε τον μηνυτή Κ.-Ν. Σ. με τοκογλυφικό τόκο και ο μηνυτής του έδωσε επιταγές προς εξασφάλιση του δανείου. Εν συνεχεία του απέσπασε ο πρώτος μηνυόμενος (δηλαδή ο Α. Π.) πληρεξούσιο, με βάση το οποίο μεθόδευσε και του εκπλειστηρίασε το σπίτι. Γνωρίζω καλά ότι ουδέποτε άκουσα, ούτε αντιλήφθηκα προθέσεις ή συμφωνία του μηνυτή με τον πρώτο μηνυόμενο σχετικά με συνεταιρισμό τους στην ανώνυμη εταιρεία ... ο τέταρτος μηνυόμενος (δηλαδή ο Δ. Π.) ήταν αυτός που κατακυρώθηκε το σπίτι του μηνυτή. Τον οδήγησε ο πρώτος μηνυόμενος-φίλος του που συνυπηρετούσαν στην Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού επί αρκετά χρόνια να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό. Αυτό το γνωρίζω από τα λεγόμενα του μηνυτή ... για τους έκτο, έβδομο... των μηνυομένων (δηλαδή τις Α. Α. και Ε. Σ.-Σ.) πιστεύω ότι έμμεσα ή άμεσα εμπλέκονται στην υπόθεση, χωρίς να γνωρίζω λεπτομέρειες...", ενώ η αλήθεια την οποία και γνώριζε, είναι ότι το διαμέρισμα που διατηρούσε ο Κ. Σ. επί της οδού ... στο ... το πούλησε ο ίδιος προκειμένου με το αντίτιμο να βοηθήσει την εταιρεία που διατηρούσε η γυναίκα του με την επωνυμία " …" να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, ότι το διαμέρισμα αυτό το αγόρασε ο Δ. Π., ο οποίος πληροφορήθηκε για την πώληση του ως άνω ακινήτου από τις αγγελίες των εφημερίδων, ότι ουδέποτε χορηγήθηκε τοκογλυφικό δάνειο από τον πρώτο μάρτυρα κατηγορίας Α. Π. προς τον Κ. Σ., λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του τελευταίου, καθώς επίσης και ότι μεταξύ του Κ. Σ. και των μαρτύρων Α. Π., Θ. Κ. και Α. Α., υπήρξε συμφωνία εμπορικής συνεργασίας-συνεταιρισμού στο τουριστικό γραφείο που διατηρούσε ο πρώτος (Κ. Σ.), μαζί με την σύζυγό του στο κέντρο της …με κύρια δραστηριότητα την ναύλωση αεροσκαφών (τσάρτερς) για …Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν, με βάση τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Εξ άλλου, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που σχετίζονται με την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, συμπέρασμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον, από τα άρθρα 171 παρ.1 και 510 παρ.1 εδ.Α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, διότι δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας τόσο η πρωτοβάθμια με αριθμό 3694/2012 απόφαση και τα πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όσο και το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως. Ως εκ τούτου, ο ως άνω τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2013 αίτηση του Κ. Σ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 9658/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ