Αριθμός 285/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ξενικάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3912/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Λ. του Δ.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 820/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτή εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) εξέταση του μάρτυρα ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του β) η κατάθεση του μάρτυρα να είναι ένορκη γ) κατάθεση αντικειμενικά ψευδών περιστατικών ή απόκρυψη ή άρνηση καταθέσεως των αληθινών, τα περιστατικά δε αυτά, ανεξάρτητα από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση και να αναφέρονται, προκειμένου μεν περί πολιτικής δίκης στο αποδεικτέο θέμα, προκειμένου δε περί δίκης ποινικής, στα στοιχεία του διωκομένου εγκλήματος ή σε κάθε περίπτωση, στα άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα με εκείνα και δ) άμεσος δόλος του δράστη (μάρτυρα) που συνίσταται στο ότι ο δράστης γνωρίζει ότι τα περιστατικά, τα οποία καταθέτει, είναι ψευδή ή έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε), θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά, η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας, οπότε καθίσταται αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού της προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ'αριθ.3912/2012 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Στις 3-5-2004 και περί ώρα 9.30 ο κατηγορούμενος..., οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί με συνεπιβάτη τον Β. Γ., έβαινε με αυτό στην ΕΟ Αθηνών- Σουνίου με κατεύθυνση από Αθήνα προς Σούνιο. Όταν ο κατηγορούμενος έφθασε στο 32,8 χιλιόμετρο της άνω οδού, όπου σε σχέση με την πορεία του υπάρχει αριστερή στροφή και ακολουθεί σήραγγα (τούνελ) 20 μ., το δε ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα σύμφωνα με τις εκεί ρυθμιστικές πινακίδες (Ρ-32), δεν ρύθμισε την ταχύτητά του που υπερέβαινε κατά πολύ το πιο πάνω όριο, χωρίς μάλιστα να καταβάλει κατά την οδήγηση την προσήκουσα προσοχή, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο εκτράπηκε προς τα αριστερά και αφού προσέκρουσε με σφοδρότητα στον αριστερό σε σχέση με την πορεία του τοίχο του τούνελ στην συνέχεια εκτράπηκε προς τα δεξιά και αφού ακυβέρνητο διέσχισε διαγωνίως το οδόστρωμα της άνω οδού προσέκρουσε στις ευρισκόμενες στο δεξιό σε σχέση με την πορεία του μέρος μεταλλικές μπάρες ασφαλείας και κατακρημνίσθηκε σε βάθος 15 μ. Ενώ όμως το ως άνω τροχαίο ατύχημα συνέβη όπως εκτέθηκαν παραπάνω τα πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών Ν. Σ., ο οποίος στο τροχαίο αυτό ατύχημα δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας (βλ. έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας) στις 6-9-2004, προταθείς ως μάρτυρας από τον ανωτέρω κατηγορούμενο Ν. Λ., κατέθεσε ενόρκως, ενώπιον του Αρχιφύλακα Χ. Κ. που διενεργούσε προανάκριση για τις συνθήκες του τροχαίου αυτού ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο επιβάτης του ταξί Β. Γ. σχετικά με αυτά τα ακόλουθα: "Την 3-5-2004 και ώρα 9.30 οδηγούσα το αυτοκίνητό μου και εκινούμην στο Κορωπί στην Ε. Ο. Αθηνών - Ιουνίου με κατεύθυνση προς Σούνιο και ακολουθούσα την πορεία ενός ταξί σε απόσταση γύρω στα τριάντα μέτρα πίσω του. Ξαφνικά με προσπέρασε ένα αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα, χρώματος μπλε μάλλον μάρκας ΠΕΖΩ, πλησίασε το ταξί, κτύπησε πίσω το ταξί, και με την ίδια ταχύτητα έφυγε από το σημείο. Αμέσως κατέβηκα από το αυτοκίνητο και είδα κάποιον να κατεβαίνει από το γκρεμό στο δρόμο, έμαθα ότι ήταν επιβάτης στο ταξί". Τα ως άνω κατατεθέντα από τον κατηγορούμενο Ν. Σ. και διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω ένορκη κατάθεσή του πραγματικά περιστατικά ήσαν ψευδή και τα κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους, προκειμένου ο κατ/νος οδηγός του ταξί να αποφύγει τις αστικές και ποινικές συνέπειες από το επίμαχο τροχαίο ατύχημα ...". Κατ' ακολουθίαν δε του σκεπτικού αυτού το Τριμελές Εφετείο κατεδίκασε τον κατηγορούμενο για την πιο πάνω πράξη και ειδικότερα για το ότι: "Στη Γλυφάδα Αττικής ... στις 6 Σεπτεμβρίου 2004, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα στις 6-9-2004 κατά την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Κ. Χ., Αρχ/κα, και Τ. Κ., Ανθ/μου, αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων του τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας, που διενεργούσαν αυτεπάγγελτη προανάκριση (κατ' άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ) σχετικά με τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 3-5-2004 στο Κορωπί Αττικής στο οποίο είχε εμπλακεί το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί), το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος Ν. Λ., κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος και συγκεκριμένα κατέθεσε τα ακόλουθα: "Την 3-5-2004 και ώρα 9.30 οδηγούσα το αυτοκίνητό μου και εκινούμην στο Κορωπί στην Ε. Ο. Αθηνών - Ιουνίου με κατεύθυνση προς Σούνιο και ακολουθούσα την πορεία ενός ταξί σε απόσταση γύρω στα τριάντα μέτρα πίσω του. Ξαφνικά με προσπέρασε ένα αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα, χρώματος μπλε μάλλον μάρκας ΠΕΖΩ, πλησίασε το ταξί, κτύπησε πίσω το ταξί, και με την ίδια ταχύτητα έφυγε από το σημείο. Αμέσως κατέβηκα από το αυτοκίνητο και είδα κάποιον να κατεβαίνει από το γκρεμό στο δρόμο, έμαθα ότι ήταν επιβάτης στο ταξί". Δηλαδή κατέθεσε γεγονότα ... εν γνώσει του ψευδή αφού τα αληθή είναι ότι η εκτροπή από την πορεία του, του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος Ν. Λ., στο οποίο επιβάτης ήταν ο Β. Γ., στο ύψος του 32,6 χιλ/τρου της Ε.Ο. Αθηνών - Σουνίου, οφείλεται στην αυξημένη ταχύτητα, που είχε αναπτύξει ο ως άνω οδηγός Ν. Λ., παρά την ύπαρξη επικίνδυνης αριστερής στροφής, που μετά απ' αυτήν υπήρχε κλειστή σήραγγα-τούνελ, και επίσης στο γεγονός ότι ο ως άνω οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και με τεταμένη προσοχή στην οδήγηση, αλλά συνομιλούσε με τον ανωτέρω επιβάτη, και δεν προκλήθηκε η εκτροπή συνεπεία σύγκρουσης του ανωτέρω αυτοκινήτου με άλλο αυτοκίνητο, χρώματος μπλε που δήθεν ακολουθούσε με μεγάλη ταχύτητα και δήθεν κτύπησε το ταξί στο πίσω μέρος, ούτε άλλο αυτοκίνητο (μπλε χρώματος) με μεγάλη ταχύτητα ελάχιστα πριν την κλειστή σήραγγα, προσπέρασε το ως άνω ταξί, κλείνοντας την πορεία του ταξί, ούτε αυτός (ήτοι ο ως άνω κατηγορούμενος) ακολουθούσε την πορεία του ταξί, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, ήτοι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α', 27, και 224 παρ. 2, 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως α) οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι ενώπιον των οποίων εξετάσθηκε ενόρκως ο κατηγορούμενος, β) τα ψευδή γεγονότα που αυτός κατέθεσε κατά την ένορκη εξέταση του, γ) τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και δ) αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή, που προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή, καθόσον δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, όπως ψευδώς κατέθεσε και τα κατέθεσε, προκειμένου ο κατηγορούμενος οδηγός του ταξί να αποφύγει τις αστικές και ποινικές συνέπειες από το ένδικο τροχαίο ατύχημα και, ως εκ τούτου, η περί του αντιθέτου αιτίασή του, ότι δεν αιτιολογείται πόθεν συνάγεται η γνώση του αυτή, είναι αβάσιμη. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε διαδοχικά με την παρ. 2 άρθρ. 1 Ν. 2207/1994, παρ. 3 άρθρ. 2 Ν. 2479/1997 και με το άρθρο 2 Ν. 3904/2010, "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτελέσεως της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μικρότερη των τριών ετών, έχει υποχρέωση, πριν από κάθε μετατροπή, να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ήτοι μικρότερη των τριών ετών μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 7 ευρώ την ημέρα, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή αυτής, με αυτεπάγγελτη έρευνα αν ο αναιρεσείων βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω του ενός έτους. Έτσι, όμως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, που ελέγχεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως προς την περί μετατροπής της ποινής φυλακίσεως διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 3912/2012 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως στον αναιρεσείοντα Ν. Σ. του Ν. σε χρηματική. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22 Ιουνίου 2012 αίτηση του Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της ιδίας (με αριθμό 3912/2012) αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ