Αριθμός 764/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόλγου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 9270/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Χ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 22/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. II. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω η αιτιολογία αυτή, πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως . Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτα προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. III. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων)Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Η κατηγορουμένη και η εγκαλούσα (Κ. Χ.) ήταν ιδρυτικά μέλη του μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Διπλωματούχων Ελληνίδων Μηχανικών" (ΕΔΕΜ). Και οι δύο διετέλεσαν μέλη και Πρόεδροι του Δ.Σ. Μεταξύ τους υπήρχαν ενδοσωματειακές διαφορές, οι οποίες εντάθηκαν όταν ανέλαβε την προεδρία του ως άνω σωματείου η εγκαλούσα. Στις 15-12-2004, το απόγευμα, το ως άνω σωματείο τους πραγματοποίησε μία ημερίδα - δεξίωση στα γραφεία του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, που βρίσκονται στην οδό Ξενοφώντος 5 στην Αθήνα. Σε ένα διάλλειμα της εν λόγω εκδηλώσεως η κατηγορουμένη απευθυνόμενη προς τη συνάδελφο της, αρχιτέκτονα μηχανικό, Ε. Χ. ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα τα ακόλουθα "Η Χ. ήταν σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια και έχει διαχειρισθεί δισεκατομμύρια. Έχει φάει αυτή ...". Την τελευταία φράση της, την συνόδευσε με την χαρακτηριστική χειρονομία της επαναλαμβανόμενης κίνησης του χεριού της προς το στόμα, η οποία υποδηλώνει ότι κάποιος έχει ενθυλακώσει προς ίδιο όφελος χρήματα. Η άνω χειρονομία έγινε αντιληπτή και από την τότε πρόεδρο του σωματείου Δ. Α. πρώην σύζυγο Γ. Π., η οποία στεκόταν πίσω και σε μικρή απόσταση από την Ε. Χ., συνομιλώντας με τον Πρόεδρο του TEE κ. Α., και γύρισε προς το μέρος τους (Ε. Χ. και κατηγορουμένης) όταν άκουσε τη φωνή της κατηγορουμένης να αναφέρει δυνατά το όνομα της εγκαλούσας. Στη συνέχεια η Ε. Χ. μετέφερε τα άνω λεχθέντα της κατηγορουμένης στην εγκαλούσα, αφού την αφορούσαν άμεσα Τα όσα ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη ενώπιον τρίτων για την εγκαλούσα, πολιτικώς- ενάγουσα περιέχουν γεγονότα εν γνώσει της ψευδή που μπορούσαν και ήταν ικανά να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη της τελευταίας. Ειδικότερα τα γεγονότα αυτά ήταν ότι α) η πολιτικώς ενάγουσα συμμετείχε σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια, β) διαχειρίσθηκε δισεκατομμύρια και γ) ότι από τη διαχείριση αυτή είχε ιδιοποιηθεί χρήματα Τα εν λόγω γεγονότα ήταν ψευδή, αφού η εγκαλούσα πολιτικώς- ενάγουσα 1. Δεν συμμετείχε σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια, αφού πέραν της συμμετοχής της ως απλό μέλος στο Συμβούλιο της εταιρείας του Δημοσίου "Κοινωνία της Πληροφορίας ΑΕ" δεν έχει συμμετάσχει σε άλλες επιτροπές και συμβούλια. II) ουδέποτε από τη θέση της, είτε του απλού μέλους του ΔΣ του ως άνω σωματείου είτε του Προέδρου αυτού, είτε του μέλους του ΔΣ της ως άνω εταιρείας του Δημοσίου διαχειρίσθηκε χρήματα, καθόσον κάτι τέτοιο δεν ήταν στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της και ΙΙΙ) ουδέποτε καταχράσθηκε προς ίδιο όφελος χρήματα του σωματείου ή της εταιρείας του Δημοσίου, ούτε επιδίωξε ή επέτυχε οποιοδήποτε αθέμιτο χρηματικό όφελος από τις άνω θέσεις της. Η κατηγορουμένη γνώριζε, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι τα άνω γεγονότα ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και με τη θέληση της τα ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων. Είχε δε ασφαλή γνώση περί της αναληθείας των ως άνω γεγονότων, καθόσον ήταν συνάδελφοι με την πολιτικώς ενάγουσα ανέπτυσσαν τη συνδικαλιστική τους δραστηριότητα μέσω του ως άνω σωματείου του οποίου ήσαν μέλη του και συμμετείχαν, έστω και σε διαφορετικούς περιόδους αμφότερες στο ΔΣ αυτού. Επίσης, συμμετείχε ενεργά, δυναμικά και έντονα στις συνεδριάσεις του ΔΣ του σωματείου τους καθώς και στις συνελεύσεις και συνδικαλιστικά ήταν αντίθετη με την εγκαλούσα την οποία επέκρινε για τη στάση και συμπεριφορά της σε θέματα που άπτονταν της λειτουργίας των οργάνων του σωματείου και της δράσης του. Ουδέποτε όμως έθεσε θέμα σε συνεδριάσεις ή συνελεύσεις ότι η εγκαλούσα διαχειρίσθηκε δισεκατομμύρια και ιδιοποιήθηκε χρήματα από τη συμμετοχή της σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια. Η κατηγορουμένη συχνά επέκρινε το ΔΣ, όταν δεν εκλεγόταν σ' αυτό και ειδικά τον εκάστοτε πρόεδρο για κακοδιαχείριση, όμως η κακοδιαχείριση των οικονομικών δεν ταυτίζεται με την ιδιοποίηση χρημάτων προς ίδιο όφελος. Επομένως, ως συνάδελφος της και εκ της συνδικαλιστικής εμπειρίας, γνώριζε τα πάντα για την εγκαλούσα αναφορικά πως δραστηριοποιούνταν αυτή και πως λειτουργούσε στο σωματείο και που δούλευε και συνακόλουθα είχε πλήρη γνώση ότι η πολιτικώς ενάγουσα ούτε συμμετείχε σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια, ούτε διαχειρίσθηκε δισεκατομμύρια ούτε ιδιοποιήθηκε χρήματα. Μολονότι όμως γνώριζε ότι τα άνω γεγονότα ήταν αναληθή, ηθελημένα, λόγω των διαφορών που είχαν μέσα στο σωματείο, επέλεξε να τα ισχυρισθεί σε μία ημερίδα που συμμετείχαν πολλοί συνάδελφοι και μέλη του TEE με σκοπό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της. Για τα όσα ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη ενώπιον τρίτων για το πρόσωπο της εγκαλούσας, σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου Ε. Χ., Δ. Α. και της ίδιας της πολιτικώς ενάγουσας . Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την απολογία της κατηγορουμένης, η οποία αρνείται ότι ανέφερε τα άνω ψευδή γεγονότα ως και από την κατάθεση της Α. Μ., η οποία κατέθεσε ότι ήταν στη συνεστίαση αλλά δεν άκουσε τίποτα επίμεμπτο να λέει η κατηγορουμένη για την πολιτικώς ενάγουσα, χωρίς τούτο να σημαίνει όμως ότι, επειδή η ίδια δεν άκουσε τις επίμαχες φράσεις ότι αυτές δεν ελέχθησαν από την κατηγορουμένη. Κατ' ακολουθία όλων αυτών, στοιχειοθετείται πλήρως η πραγματική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτής ...". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη του ότι : "Την 15-12-2004 στην Αθήνα ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, στα γραφεία του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, ενώπιον της Ε. Χ., ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα Κωνσταντίνο Χ. "Η Χ. ήταν σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια και έχει διαχειρισθεί δισεκατομμύρια. Έχει φάει αυτή...", ήτοι η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές." Μετά την περί ενοχής απόφαση του, αφού αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο της κατηγορουμένης συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου), της επέβαλλε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία το ποσό των 44 Ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α' και 2, 362-363 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα προαναφερθέντα γεγονότα που ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη ενώπιον τρίτων προσώπων, με την παραδοχή ότι ισχυρίσθηκε αυτά ρηματικά και δια της σχετικής χειρονομίας, στο διάλειμμα της ημερίδας-δεξίωσης που έλαβε χώρα την 15-12-2004 στο κτίριο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, ενώπιον της Ε. Χ., η δε χειρονομία έγινε αντιληπτή και από την Δ. Α. ήσαν ψευδή. Ότι πράγματι με τον ισχυρισμό των ψευδών αυτών γεγονότων είχε πρόθεση, να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας με την οποία είχε αντιπαράθεση κατά τη συνδικαλιστική τους δράση στο Σωματείο της Ένωσης Διπλωματούχων Ελληνίδων Μηχανικών, αφού την διέσυρε ενώπιον τρίτων ως άτομο ανέντιμο που καταχράσθηκε χρήματα προς ίδιο όφελος. Αιτιολογείται επίσης η κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο που ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα τα δυσφημιστικά αυτά γεγονότα ενώπιον των προαναφερθέντων προσώπων, τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, με την παραδοχή ότι, λόγω της κοινής συνδικαλιστικής τους δράσης στο Σωματείο γνώριζε, ότι η εγκαλούσα, συμμετέσχε μόνο σε ένα συμβούλιο της εταιρείας του Δημοσίου "Κοινωνία της Πληροφορίας ΑΕ", ως απλό μέλος και όχι σε χιλιάδες ως ψευδώς ισχυρίσθηκε και ότι η ίδια, ενώ επέκρινε τη συμπεριφορά και τη δράση της εγκαλούσας οσάκις είχε εκλεγεί η τελευταία Πρόεδρος του συνδικαλιστικού τους οργάνου, ουδέποτε έθεσε θέμα συμμετοχής της σε συμβούλια και επιτροπές στις οποίες διαχειριζόταν δισεκατομμύρια. Η ειδικότερη αιτίαση της ότι την καταδικαστική του κρίση στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας επιλεκτικά, στο διαδικαστικό έγγραφο της δίκης ήτοι στην από 2-3-2005 έγκληση σε βάρος της, της εγκαλούσας και στις ένορκες επ' ακροατηρίω καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Χ. και Δ. Α. και όχι στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου της από 9-11-2012 αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των απολογιών της και των καταθέσεων της επ' ακροατηρίω εξετασθείσας μάρτυρος Α. Μ., πλέον του ότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα-ιδία δε για την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας Α. Μ. διέλαβε ειδική μνεία στο σκεπτικό του, απαραδέκτως προβάλλεται και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτα προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο της κατηγορουμένης συντρέχει και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ . Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του, υπέβαλλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ακόμη από το έτος 2004 και μέχρι σήμερα, δηλαδή για χρονικό διάστημα περισσότερο από το κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ σχετικά μεγάλο, συμπεριφέρθηκα καλά, επιδεικνύοντας πλήρη αφοσίωση μου στην εργασία μου και τη νομιμότητα εν γένει, από την οποία δεν παρεξέκλεινα ούτε κατ' ελάχιστον". Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό της με την ακόλουθη αιτιολογία: "δεν προέκυψε από όλη την αποδεικτική διαδικασία θετική αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η καλή συμπεριφορά, μη αρκούσας της αρνητικής αναφοράς ότι η κατηγορουμένη δεν τέλεσε άλλες αξιόποινες πράξεις". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, διέλαβε στην απόφαση του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την έλλειψη αυτή, σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, προκύπτει ότι έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο μεταξύ άλλων εγγράφων και των εξής: 1.Πρακτικά της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της 18-4-2006, 2. Αντίγραφο πρακτικού NO. 1 συγκρότηση σε σώμα της 26-3-2002. Τα αναγνωσθέντα αυτά έγγραφα, με αρίθμηση 10 και 11 στα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προσδιορίζονται με επάρκεια, χωρίς να απαιτείται άλλο ειδικότερο στοιχείο προσδιορισμού τους, έτσι ώστε να μη δημιουργείται ασάφεια ως προς την ταυτότητα και την ατομικότητα αυτών. Εξ' άλλου και η κατηγορουμένη με την ανάγνωση τους στο ακροατήριο, έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματα της, από το άρθρο 358 ΚΠΔ, έτσι ώστε δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης της. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η προαναφερόμενη πλημμέλεια για απόλυτη ακυρότητα, διότι με την περιεχόμενη στα πρακτικά αναφορά δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ανωτέρω αναγνωσθέντων εγγράφων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ορθώς το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, όσον και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας, σε σχέση με αναφερόμενες άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που έκριναν τέτοιες περιπτώσεις ελλείψεως ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων, ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή από καμία δε διάταξη νόμου ή αρχή του Δικαίου δεν επιβάλλει στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 52/2011). Ακολούθως, εφόσον δεν επήλθε καμία παραβίαση της διαδικασίας στο ακροατήριο, που να προσκρούει στα υπερασπιστικά δικαιώματα της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης που της παρέχονται από το νόμο, ώστε η διεξαγωγή της σε βάρος της δίκης, να μην ήταν δίκαιη και να έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει ο συναφής πέμπτος λόγος της αναιρέσεως της, που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' αυτού, με τον οποίο προβάλλει την αιτίαση αυτή κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 8117/7-12-2012 αίτηση της Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με δήλωση αναίρεσης που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 9270/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ