Αριθμός 811/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στέφανο Στεφανίδη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. συζ. Β. Π., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... και 2. Α. Π. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χριστόφορο Καλογήρου και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-5-2010 κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:69/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 22-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των ένδεκα (11) λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, καθόλα τα μέρη αυτών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ, δεν αφορά στη δημόσια τάξη και γι'αυτό για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη ή μη δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρ.562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1054/2010). Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για τον εις το λόγο αυτό ζήτημα είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός περί μη ύπαρξης δεδικασμένου ως προς τον εν λόγω ζήτημα. Από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Έτσι, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα, ενώ είναι αυτονόητο, ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 134/1999, ΑΠ 1077/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 404, 408, 174, 180 ΑΚ και 25 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 1969/1991, καθώς και αυτές των άρθρων 408 και 208 παρ.2 ΑΚ. Στο αναιρετήριο όμως δεν εξειδικεύονται οι παραδοχές και το υπαγωγικό σφάλμα χωριστά με καθένα από τους ανωτέρω αναφερομένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγής εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, εκτός εάν πρόκειται για έγγραφο ενσωματωμένο στην αγωγή, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 ή 19 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π. 1676/2001, ΑΠ 878/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης σε συνδυασμό προς την έρευνα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων προκύπτει α) ότι η από 22-2-2010 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής συμπεριλαμβανομένου, έστω και έμμεσα, του περιεχομένου των από 3.12.2007 πρακτικών συμβιβασμού που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων για εξωδικαστική επίλυση της μισθωτικής διαφοράς τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως που παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει σχετικό ισχυρισμό του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο από τη διάταξη 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1182/2010). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αντιτάσσοντο και υπονόμευαν διαρκώς την χρήση του επιδίκου μισθίου (καταστήματος) και ότι δεν έκανε χρήση αυτού κατά το από 1.1.2008 - 31.12.2009 χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, δεν αποτελεί πράγμα, αλλά επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προς απόκρουση της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα της βασιμότητας και του ύψους των αιτουμένων κονδυλίων. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.9 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση, είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/1997). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς, με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8, ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθ.8 προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 845/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδέκατο υπό στοιχ.ια' λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ενώ είχε ζητηθεί με λόγο έφεσης, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε απορριπτέα στο σύνολό της την έφεση, ως αβάσιμη, με την παράθεση της σχετικής σκέψης στο αιτιολογικό και στο διατακτικό περιέλαβε διάταξη που δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 69/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, βάσει των αναφερομένων στην ως άνω νομική σκέψη, δεν συνιστά "αίτηση". Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά του υπό στοιχ. β' σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να αναστείλει την εκδίκαση της κυρίας παρέμβασης λόγω εκκρεμοδικίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ούτος δεν αποτελεί "πράγμα". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173,200) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, προσέφυγε μεν στους ως άνω κανόνες, με τη δοθείσα όμως ερμηνεία παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, όταν κατά την ερμηνεία της σύμβασης παραβίασε την νομική έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, ο οποίος σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων. Για την εξεύρεση των στοιχείων στα οποία θα στηριχθεί η ερμηνεία, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της συμβάσεως που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 737/2001, ΑΠ 669/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνοντας, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίες ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν της ανάγκης συμπληρώσεως προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση του χρόνου κατάπτωσης της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας και ενεργοποιήσεως του εκτελεστού τίτλου, δυνάμει του οποίου θα επισπεύδετο αναγκαστική εκτέλεση για την αποβολή εκ του μισθίου του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου μισθωτού, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Εξάλλου, με την παρέλευση της 31-12-2009, που είχε οριστεί ως ημερομηνία απόδοσης του μισθίου από τον εναγόμενο, ο τελευταίος, που δεν το απόδωσε, περιήλθε σε υπερημερία και από 4-1-2010, όπως είχε συμφωνηθεί, κατέπεσε υπέρ των εναγόντων η ποινική ρήτρα των 300.000 ευρώ, την οποία οφείλει να καταβάλει. Στο από 3-12-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται ότι ο εναγόμενος υποχρεούται στην καταβολή της ποινικής ρήτρας, εάν δεν αποδώσει το μίσθιο στις 31-12-2009 και αναγκαστούν οι ενάγοντες να προβούν στην αποβολή του με εκτέλεση του (με ίδια ημερομηνία) πρακτικού συμβιβασμού, πλην όμως η αληθής βούληση των μερών ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), είναι η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να επέρχεται με την παρέλευση της συμφωνηθείσας ημερομηνίας απόδοσης και την περιέλευση του εναγόμενου σε υπερημερία λόγω μη οικειοθελούς απόδοσης του μισθίου, δεδομένου ότι το προαναφερόμενο πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού είναι ιδιωτικό έγγραφο και δεν μπορεί να εκτελεστεί, αφού δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό, παρ' ότι οι διάδικοι το κήρυξαν έτσι, αφού με σύμβαση δεν μπορούν να δημιουργηθούν άλλοι εκτελεστοί τίτλοι, πλην των αναγνωριζομένων στον νόμο (άρθρο 904 ΚΠολΔ) ...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Επομένως ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και ειδικότερα ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένως. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΑΠ 1975/2007, ΑΠ 1077/2008, ΑΠ 1290/2009). Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007, ΑΠ 2061/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, και κατά το οικείο μέρος τους, Ι) εκτός από τις αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τις νομικές του απόψεις, δεν εξειδικεύει με σαφήνεια και πληρότητα και το κατά την εκδοχή του ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, κατά την εφαρμογή εκάστου εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, δεδομένου ότι οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες είναι περισσότεροι του ενός, ΙΙ) προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 599, 601, 297 και 298 ΑΚ (τέταρτος λόγος), τις διατάξεις των άρθρων 871, 404 και 421 ΑΚ (πέμπτος λόγος) και τις διατάξεις των άρθρων 871, 383 επ., 340, 341, 173 και 200 ΑΚ (όγδοος λόγος), γιατί δέχθηκε, μεταξύ άλλων, α) την καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως στους ενάγοντες - εκμισθωτές και ήδη αναιρεσιβλήτους για χρονικά διαστήματα που κατείχε ούτος το μίσθιο ακίνητο χωρίς νόμιμη αιτία, β) ότι και οι δύο (2) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της ALFA BANK ποσού 45.000 και 300.000 ευρώ, αντίστοιχα, εδόθησαν αντί καταβολής και γ) ότι παρερμήνευσε την βούληση των συμβαλλομένων εις ό,τι αφορά τη διαδικαστική επίλυση της διαφοράς, μετά την υπογραφή των από 3-12-2007 πρακτικών συμβιβασμού και την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως μισθώσεως για το χρονικό διάστημα πέραν της εξαετίας, τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις αυτών και κυρίως εις ό,τι αφορά την κατοχή και τη χρήση του μισθίου ακινήτου (καταστήματος) για το πέραν της εξαετίας χρονικό διάστημα. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος τους, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει στους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή εκάστου εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά δε το μέρος τους που αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού σε αυτούς αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα και δέχθηκε άλλα εσφαλμένα ως προς τα ανωτέρω ζητήματα. Κατά το άρθρο 409 ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Η περί μειώσεως της ποινής, κατά την ως άνω διάταξη, αίτηση μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή είτε με ένσταση, για να κριθεί δε το βάσιμο ή μη αυτής το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα σε κάθε περίπτωση συντρέχοντα περιστατικά, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση προς την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της αθετήσεως της συμβάσεως πληγέντα συμφέροντα του δανειστή και μάλιστα όχι μόνο την περιουσιακή αλλά και την τυχόν ηθική βλάβη αυτού, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματος αυτού και το γεγονός της τυχόν ωφελείας του εκ της μη εκπληρώσεως της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, τα οποία είχε γι' αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ' αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού, κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία (ΑΠ 1705/2002, ΑΠ 148/2002). Εκ τούτων προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτηση του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος, μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής (ΑΠ 303/1982, ΑΠ 1460/2005). Εν όψει δε του χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ ως δημοσίας τάξεως, η αξίωση του οφειλέτη περί μειώσεως της ποινής μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της δίκης και επομένως, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της εφέσεως κατ' αρθρ. 527 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 96/1984 ΑΠ 762/2000). Το δικαστήριο λαμβάνει ως βάση για τον σχηματισμό της ως άνω κρίσεως του τον χρόνο της αποφάσεως του (ΑΠ 303/1982). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, του εφετηρίου, των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και από την προβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων προς αντίκρουση της από 22-2-2010 αγωγής των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σε αυτούς ως εκμισθωτών, μεταξύ των άλλων και καταπεσούσα ποινική ρήτρα, ύψους 300.000 ευρώ, συνεπεία μη συμμορφώσεως αυτού ως μισθωτού προς τις διατάξεις του υπό ημερομηνία 3-12-2007, δευτέρου, ιδιωτικού συμφωνητικού, αναφορικά με το χρόνο απόδοσης του μισθίου ακινήτου (καταστήματος), προέβαλλε τόσον προφορικά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όσο και με τις προτάσεις, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου ένσταση μειώσεως της ανωτέρω ποινικής ρήτρας στο μέτρο που αρμόζει επειδή ήταν δυσανάλογα μεγάλη (άρθρα 404, 409 ΑΚ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 69/2011 απόφαση του απέρριψε την ως άνω ένσταση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Συνεπεία ασκήσεως εφέσεως κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως από τον εναγόμενο - ενιστάμενο και με αυτοτελή λόγο εφέσεως η ένσταση αυτή επανήλθε προς νέα κρίση στο Εφετείο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την επαναφερθείσα με αυτοτελή λόγο εφέσεως εν λόγω ένσταση, επίσης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Παράλληλα το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση αυτή ήταν σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη, ως προτεινόμενη, το πρώτον, στο Εφετείο με λόγο Εφέσεως, συνεπεία μη επίκλησης από τον ενισταμένο - εκκαλούντα λόγο για το δεδικαιολογημένο της προβολής του το πρώτον στο Εφετείο και ότι δεν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία των αντιδίκων του. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την εν λόγω ένσταση, ως διττώς απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, αλλά και απαράδεκτης το πρώτον στο Εφετείο προβολής της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν αυτή ήταν πλήρως ορισμένη, καθόσον περιελάμβανε όλα εκείνα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που καθιστούσαν αυτή ορισμένη και δεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, αφετέρου δε νομίμως επαναφέρθηκε, με πλήρη, σαφή και ορισμένο λόγο εφέσεως, στο Εφετείο για κρίση του παραδεκτού και της βασιμότητας αυτής. Επομένως, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ως άνω ένσταση, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει, όπως δεκτού γενομένου ως βασίμου του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της μείωσης της ποινικής ρήτρας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά διορθωτική, με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 4055/2012, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 146/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση και κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ