Αριθμός 980/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ - ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" (ήδη μετονομασθείσα σε "ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Υ. του Β., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την υπ' αριθμ…/16-12-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου …, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 2-5-2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 429/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 6-3-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς αυτόν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (4-12-2012). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση του για την μετ' αναβολή δικάσιμο (4-12-2012), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς του και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ. α' και γ' ΚΠολΔ. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 2 εδάφιο α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920, ως πρόσωπα, τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα, στα οποία, λόγω των εξαιρετικών προσόντων που διαθέτουν ή της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της όλης επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέα αυτής και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν σε μεγάλο βαθμό δικαιώματα του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση στην επιχείρηση των διατάξεων της νομοθεσίας που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, αμείβονται δε συνήθως τα πρόσωπα αυτά με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές. Γι' αυτό, αν και δεν παύουν τα πρόσωπα αυτά να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με την σύμβασή τους. Η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου διευθυντικής θέσης, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής, από την φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις 13-3-1996, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Α.Ε. ΝΙΚΗ", η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, καθολική διάδοχο αυτής εταιρεία, με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ - ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΦΟΥΡ - ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ", που διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων σούπερ μάρκετ σε όλη την Ελλάδα και απασχολεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος στα εν λόγω καταστήματα της αναιρεσείουσας έναντι των νομίμων αποδοχών. Με βάση την σύμβαση αυτή, ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε ως υπάλληλος από 16-3-1996 έως 29-4-1997 σε υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στην …και από 30-4-1997 έως 31-12-2001 στο υποκατάστημα αυτής στο …. Από την 1-1-2002 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθυντή Υποκαταστήματος, τα οποία εκτέλεσε: α) Από 1-1-2002 έως 30-6-2002 στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στο …, β) από 1-7-2002 έως 30-5-2005 στο υποκατάστημα αυτής στην …και γ) από 1-6-2005 έως 30-3-2007 στο υποκατάστημά της στο … (οπότε η αναιρεσείουσα θεώρησε ως οικειοθελή αποχώρηση την απουσία του αναιρεσίβλητου από την εργασία), με μικτές μηνιαίες αποδοχές, που διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.291,27 ευρώ για το έτος 2002, των 1.413,96 ευρώ για το έτος 2003, των 1.536,95 ευρώ για το έτος 2004, των 1.629,17 ευρώ για το έτος 2005 και των 1.710,63 ευρώ για το έτος 2006. Ο αναιρεσίβλητος - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - στα πλαίσια των σχετικών καθηκόντων του άνοιγε και έκλεινε τα υποκαταστήματα της αναιρεσείουσας στο … και στην …και ήταν υπεύθυνος για την καλή λειτουργία τους. Ειδικότερα, αυτός κατηύθυνε την εργασία των άλλων υπαλλήλων, τόσο αναφορικά με τα καθήκοντά τους, όσο και με την ρύθμιση του χρόνου εργασίας τους (ωράριο, βάρδιες, ρεπό). Επίσης, μεριμνούσε για την τήρηση του ωραρίου εργασίας από τους υπαλλήλους και αξιολογούσε την υπηρεσιακή τους απόδοση σε υπηρεσιακές εκθέσεις, τις οποίες συνέτασσε ο ίδιος. Εισηγείτο στους ανωτέρους του για την πρόσληψη ή μετακίνηση προσωπικού, διατηρούσε στο χώρο της επιχείρησης χωριστό γραφείο, στο οποίο διεκπεραίωνε τα ζητήματα που ανέκυπταν κατά την λειτουργία του υποκαταστήματος, κρατούσε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου και του υποκαταστήματος, ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας στο κατάστημα που διηύθυνε, φρόντιζε για τις προμήθειες και παραλαβές των προϊόντων και την προβολή τους μέσα στο κατάστημα, παρακολουθούσε τις τιμές του ανταγωνισμού και έκανε παρατηρήσεις και εισηγήσεις προς την περιφερειακή διεύθυνση. Τα ως άνω καθήκοντα - συνεχίζει το Εφετείο - ο αναιρεσίβλητος ασκούσε, με βάση το δεσμευτικό πρόγραμμα και τις γενικές εντολές της αναιρεσείουσας και πάντα μέσα στα πλαίσια των οδηγιών αυτής, χωρίς να έχει εξουσία να προσλαμβάνει ή να απολύει προσωπικό. Με τα δεδομένα αυτά - όπως δέχεται το Εφετείο - ο αναιρεσίβλητος, αν και ελάμβανε αποδοχές υπέρτερες από τις κατώτατες που προβλέπονταν από τις οικείες Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων πώλησης εμπορικών επιχειρήσεων", δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπάλληλος, που ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα, η φύση των οποίων καθιστά ασυμβίβαστη την τήρηση των χρονικών ορίων εργασίας και ως τέτοιος (διευθύνων υπάλληλος) δεν εδικαιούτο αμοιβή και προσαυξήσεις για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία και αποζημίωση, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την απασχόλησή του κατά τα Σάββατα, καθόσον αυτός δεν διέθετε πρωτοβουλία και ανεξαρτησία σε τέτοιο υψηλό βαθμό, ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, με την κατάρτιση του προγράμματος δράσης, την προσέλκυση πελατών, την έρευνα των συνθηκών αγοράς, την επιλογή προμηθευτών, την οικονομική διαχείριση κ.λπ., ούτε εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα στις συναλλαγές της με τρίτους κατά τρόπο αποφασιστικό, ώστε να φαίνεται ότι ενασκεί δικαιώματα της εταιρείας, ούτε ασκούσε επί του προσωπικού δικαιώματα που αρμόζουν στον εργοδότη, όπως προσλήψεις, απολύσεις κ.λπ., ούτε τέλος ταυτιζόταν με το πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης (210/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 46.974,22 ευρώ ως αμοιβή του για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τα Σάββατα, κατά το από 1-1-2002 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε σ' αυτόν (το Εφετείο), για τις ως άνω αιτίες, ωσαύτως κατά μερική παραδοχή της αγωγής, το ποσό των 72.841,27 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για την κρίση του αναφορικά με την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διευθύνων υπάλληλος της αναιρεσείουσας, καθόσον τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν και ασκούσε δεν επηρέαζαν αποφασιστικά, με την ανάπτυξη προσωπικής πρωτοβουλίας και την λήψη σημαντικών αποφάσεων, την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας, ως προς την επίτευξη των σκοπών της και των οικονομικών της στόχων, αλλά συνιστούσαν καθήκοντα υπαλλήλου - προϊσταμένου του προσωπικού της, με διευθυντικές αρμοδιότητες, που περιορίζονταν όμως στα ως άνω υποκαταστήματα αυτής στο … και στην … (από την αλυσίδα καταστημάτων που διαθέτει σε όλη την Ελλάδα η αναιρεσείουσα), χωρίς ευρύτερες αρμοδιότητες σε ολόκληρη την επιχείρηση ή σε σημαντικό τμήμα αυτής, με αποτέλεσμα να μη εξαιρείται ο αναιρεσίβλητος από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας και περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για παρασχεθείσα υπερεργασία, υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 εδάφιο α' της Διεθνούς Συμβάσεως (Διεθνής Συνδιάσκεψη Εργασίας) της Ουάσιγκτον (που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920), η οποία διάταξη έτσι δεν παραβιάσθηκε εκ πλαγίου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, που είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος . Επειδή ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρος της αναιρεσείουσας (εναγομένης) Γ. Κ., ούτε τις προσκομισθείσες από αυτήν με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Γ. Π. και Ι. Π., που δόθηκαν, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Ι. Κ. και Γ. Κ., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι προσκομιζόμενες με επίκληση (μεταξύ άλλων) υπ' αριθμ…/8-5-2008 και …/12-5-2008 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Π. και Ι. Π., που δόθηκαν με την επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος η πρώτη, η δε δεύτερη, ύστερα από νομότυπη γνωστοποίηση, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας διευθυντική, υπό την ανωτέρω έννοια, θέση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία και χωριστή ανάλυση και αξιολόγηση ενός εκάστου από αυτά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν υποβλήθηκε σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας του, ούτε, άλλωστε, ως ερημοδικασθείς, υπέβαλε σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-5-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ - ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (μετονομασθείσα ήδη σε "ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ"), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 429/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ