Αριθμός 1503/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Α. του Α., 2) Ν. Α. του Α. και 3) Α. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ.Τ., 2) Ε. Σ. του Γ., κατοίκων ..., ως εκτελεστών της δημόσιας διαθήκης της Ά. Ν., και 3) Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς. Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο Υπουργός Οικονομικών εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8173/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 1773/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2008 αίτηση και τους από 23/12/2010 προσθέτους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/1/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201, 202, 1797, 1923, 1925 παρ. 1 και 1926 του ΑΚ, είναι δυνατή η εγκατάσταση κάποιου κληρονόμου με αναβλητική ή διαλυτική αίρεση, ακόμη και αν η πλήρωση της αίρεσης ενδέχεται, κατά τη θέληση του διαθέτη, να γίνει μετά το θάνατο του διαθέτη. Σε περίπτωση εγκατάστασης με διαλυτική αίρεση ο εγκατάστατος με τη διαλυτική αίρεση λαμβάνει αμέσως την κληρονομία από το θάνατο του διαθέτη, αλλά όταν πληρωθεί, μετά το θάνατο του διαθέτη, η αίρεση οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το κληρονομικό καταπίστευμα, να παραδώσει την κληρονομία σε εκείνον που όρισε για την περίπτωση αυτή ο διαθέτης, ο οποίος, ως εγκατάστατος υπό την αντίθετου περιεχομένου αναβλητική αίρεση, θεωρείται ως καταπιστευματοδόχος. Όταν, όμως, ματαιωθεί η αίρεση, όταν δηλαδή καταστεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί το γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε η εγκατάσταση ή η ανατροπή της, καθίσταται οριστικά κληρονόμος εκείνος που εγκαταστάθηκε με διαλυτική αίρεση, ενώ ματαιώνεται οριστικά η επαγωγή της κληρονομίας σ' εκείνον που εγκαταστάθηκε με αναβλητική αίρεση, ματαιώνεται δηλαδή η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο. Σε περίπτωση δε που η αίρεση είναι (εξαρχής) αδύνατη, αν είναι διαλυτική δεν έχει καμιά ενέργεια και ισχύει συνεπώς η εγκατάσταση σαν να μην υπήρχε αυτή, ενώ αν είναι αναβλητική καθιστά άκυρη τη σχετική διάταξη, με αποτέλεσμα να μην ισχύει η εγκατάσταση του με αναβλητική αίρεση εγκαταστάτου, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 208 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση, εφαρμόζεται και ως προς τις διαθήκες. Η ματαίωση της αίρεσης, όπως άλλωστε και η εξαρχής αδυναμία εκπλήρωσής της, μπορεί να οφείλεται και σε νομικούς λόγους, οι οποίοι εμποδίζουν την επέλευση του γεγονότος από το οποίο εξαρτήθηκε η εγκατάσταση ή η ανατροπή της (ΑΠ 829/2007). Ειδικότερα, στις διατάξεις τελευταίας βουλήσεως το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η πλήρωση της αίρεσης, μπορεί να είναι η συμπεριφορά τρίτου ή τιμωμένου με τη διαθήκη προσώπου υπό τη μορφή της ενέργειας ή παράλειψης ακόμη και αν η επίδειξη ή μη αυτής της συμπεριφοράς εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, εφόσον προκύπτει, ότι ο διαθέτης απέβλεψε στη συμπεριφορά αυτή, έχοντας συγκεκριμένο ενδιαφέρον στην επίδειξή της. Ηρτημένης της αναβλητικής αίρεσης η επέλευση των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται μέχρι την πλήρωσή της. Σε περίπτωση δε ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης η δικαιοπραξία θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ. Απ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 27-1-2000 αποβίωσε στη …άγαμη και χωρίς τέκνα η Ά. Ν. του Χ.. Η αποβιώσασα, δυνάμει της .../20-10-1995 δημόσιας διαθήκης της, που συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου 1995 η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Χρυσούλα Μαυρίδου και η οποία δημοσιεύθηκε με τα 515/24-3-2000 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε γενικό κληρονόμο της το υπό σύσταση κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία "..." με έδρα τη …. Με την ίδια διαθήκη ανακάλεσε τις προγενέστερες δημόσιες, μυστικές ή ιδιόγραφες διαθήκες της. Ειδικότερα, δυνάμει της παραπάνω .../20-10-1995 δημόσιας διαθήκης της, η διαθέτις διένειμε την περιουσία της κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα όρισε τα εξής: "Ανακαλώ κάθε προηγουμένη διαθήκη μου δημόσια ή μυστική ή ιδιόγραφη και ορίζω ότι η μόνη ισχυρή διαθήκη μου θα είναι η παρούσα και αυτή θέλω να ισχύσει. 2) Συνιστώ με την παρούσα δημόσια διαθήκη μου Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "..." με έδρα τη …και σκοπό την εκπαίδευση των αποδήμων Ελλήνων (Ελλήνων υπηκόων ή Ελληνογενών κατά την καταγωγή των) σε θέματα που αφορούν τον χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, Ελληνικής Ιστορίας, Ελληνικού Πολιτισμού ως και Ελληνικής γλώσσας, όπως και κάθε άλλο παρεμφερή και συναφή σκοπό. Το Ίδρυμα αυτό με τους οικονομικούς πόρους που θέτω στη διάθεσή του με την παρούσα διαθήκη μου, θα δημιουργήσει, σε ακίνητό μου που βρίσκεται στο ..., αίθουσα διαλέξεων, θεατρική σκηνή, βιβλιοθήκη και φοιτητική Εστία με παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο στην μνήμη της μητέρας μου Α. Ν.. Στο Ίδρυμα αυτό αφήνω κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας την ακίνητη και κινητή περιουσία μου που θα βρεθεί κατά τον θάνατό μου (γενικός κληρονόμος μου) εκτός από τις κληροδοσίες που ορίζω με την παρούσα μου σε συγκεκριμένο; πρόσωπα, όπως κατωτέρω ειδικά αναφέρω. Για την ίδρυση, σύνταξη και έγκριση του Οργανισμού και του Κανονισμού λειτουργίας του Ιδρύματος αυτού αλλά και για την διοίκηση αυτού κατά τα πρώτα τρία χρόνια της λειτουργίας του, αλλά και γενικότερα για την εκτέλεση του συνόλου των διατάξεων της παρούσας διαθήκης μου αφήνω ως εκτελεστές τους α) Τον νυν Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κ. Ι. Τ. και β) τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γ. Μ. του Χ., οι οποίοι από κοινού με ομόφωνες αποφάσεις των και ενέργειες θα προβούν σε κάθε αναγκαία ενέργεια, διαδικασία και δικαιοπραξία προκειμένου να συσταθεί νομότυπα και να λειτουργήσει νόμιμα το ανωτέρω με την παρούσα μου συνιστώμενο Ίδρυμα και να υλοποιηθούν οι σκοποί του. Σε περίπτωση μη προσέλευσης υποψηφίων (σπουδαστών, φοιτητών, καθηγητών και κάθε άλλου) στο παραπάνω ίδρυμα, αυτό θα λειτουργεί σαν χώρος διαλέξεων, σεμιναρίων και συναυλιών που θα πραγματοποιούνται υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης ή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας ή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως και κάθε άλλου φορέα του Δημοσίου. Μετά την ολοκλήρωση της Ίδρυσης και της έναρξης λειτουργίας του το παραπάνω ίδρυμα θα διοικείται από Τριμελή Διοικούσα Επιτροπή το πρώτον που θα αποτελείται από α) Τον τότε Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας β) τον Α' Πρόεδρο Εφετών Θεσσαλονίκης και γ) τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γ. Μ. του Χ.. Μέχρι την ίδρυση και νομιμοποίηση του Ιδρύματος ορίζεται Διοικούσα Επιτροπή αποτελούμενη α) από τον κ. Ι. Τ. και εν περιπτώσει κωλύματός του από τον εκάστοτε Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας της Θεσσαλονίκης β) από τον εκάστοτε Α' Πρόεδρο του Εφετείου Θεσσαλονίκης ή το νόμιμο αναπληρωτή του και γ) από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μ. αναπληρούμενο από ειδικά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η βούλησή μου είναι να αποτελέσουν και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος. 3) Ειδικά ορίζω όπως το ανωτέρω Ίδρυμα με την επωνυμία "..." που είναι ο γενικός κληρονόμος μου, παρέχει ισόβια και εφόρου ζωής των στα κατωτέρω πρόσωπα (κληροδόχους) τις εξής παροχές (κληροδοσίες): α) Στους ανεψιούς μου (τέκνα της ανεψιάς μου Α. Ν.-Κ.) Η. Α., Ν. Α. και Α. Α. εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) δραχμές το μήνα με τιμαριθμική αναπροσαρμογή, β) Στον οικονόμο μου Χ. Δ. Γ. και στη σύζυγο του Μ. το γένος Δ. Ρ., οι οποίοι μου συμπαραστάθηκαν σαν συγγενείς στα προβλήματα της υγείας μου κατά την παραμονή μου στην Κλινική λόγω κατάγματος του ποδός και κατά την έξοδο μου λόγω αδυναμίας να κινηθώ, εκατό χιλιάδες δραχμές στους δυο μηνιαίως (με τιμαριθμική αναπροσαρμογή) και μετά το θάνατο του ενός εξ αυτών εκατό χιλιάδες (100.000) μηνιαίως στον ένα ως και το δικαίωμα αυτών να μένουν εφόρου ζωής χωρίς να πληρώνουν ενοίκιο στο επί της οδού ... διαμέρισμά μου όπου και σήμερα κατοικούν. Ο υιός τους ιατρός Δ. Γ. θα παραμείνει στο ανωτέρω διαμέρισμα επί πέντε (5) έτη χωρίς ενοίκιο μετά το θάνατο των γονέων του. Το ανωτέρω ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών το μήνα θα λαμβάνει ο ανωτέρω Χ. Γ. και η σύζυγός του αμέσως μετά το θάνατό μου από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και στην Εθνική Τράπεζα. 4) Από τα κινητά πράγματα της περιουσίας μου αφήνω κατά κυριότητα α) Το λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας "Βυζαντίου" στον ανωτέρω ανεψιό μου Η. Ε. Α. β) Τα έπιπλα της κατοικίας μου, το ρουχισμό μου και την Εγκυκλοπαίδεια "Ηλίου" στην ανωτέρω ανεψιά μου Α. Ε. Α. Ο Ν., Η. και Α. Α. να επιταχύνουν την ίδρυση του ιδρύματος ώστε το ταχύτερο να λαμβάνουν τα χρηματικά ποσά που θα δικαιούνται, γ) τους πίνακες ζωγραφικής που υπάρχουν στην κατοικία μου που ανήκουν στην αποκλειστική μου κυριότητα και αποτελούν έργα της αποβιωσάσης αδελφής μου Α. Ν. και της συνδρομής της δικής μου προ αυτήν, αφήνω στον Δήμο Θεσσαλονίκης για να αναρτηθούν στη Δημοτική βιβλιοθήκη πέντε (5) πίνακες ζωγραφικής βραβευθέντες, τεχνοτροπίας Πολυκλείτου Ρέγκου, της ζωγράφου Α. Ν. αριστούχου πτυχιούχου ζωγράφου της Σχολή Πολυκλείτου Ρέγκου. Εν περιπτώσει μη αναρτήσεως να επιστραφούν στη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος ... προς ανάρτηση. Οι Πίνακες είναι... (ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή των πινάκων). Τα παραπάνω έργα ζωγραφικής της Α. Ν. τα δωρίζω στη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος ... για να. αναρτηθούν στη βιβλιοθήκη... (ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή 44 πινάκων). Ορίζω όπως η Ο. Κ. Ν. διορισθεί, από το Ίδρυμα βοηθός βιβλιοθηκάριου, στη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος ..., η οποία είναι εκπαιδευτικός αριστούχος και η οποία θα απασχολείται τις απογευματινές ώρες με αμοιβή νόμιμη από το ίδρυμα εφόσον το αποδεχθεί η ίδια. Αναπληρωτή της ορίζω τον Δ. Ν. δημοτικό υπάλληλο. Στους εξ αίματος συγγενείς μου μη αναγκαίους κληρονόμους μου δεν αφήνω τίποτε για λόγους τους οποίους αναλύω σε επιστολή μου την οποία και σας εγχειρίζω και παρακαλώ να την φυλάξετε στην διαθήκη μου αυτή και εφόσον κάποιος από αυτούς θέλει να λάβει, γνώση του περιεχομένου της να την δώσετε". Στην ανωτέρω επιστολή με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 1995, η οποία τιτλοφορείται "Ιδιόγραφος επιστολή μυστική", η διαθέτις αιτιολόγησε τη θέλησή της περί αποκλήρωσης των εξ αίματος συγγενών της, δηλαδή της ανιψιάς της Α. Ν.-Κ., και των αδελφών της Μ. M., Α. Β. και Ν. Ν., oι οποίοι θα εκκαλούντο πρώτοι κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Από το κείμενο της ως άνω διαθήκης, προκύπτει αβίαστα η βούληση της διαθέτιδος να αποκληρώσει με ρητή διάταξη όλους τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ανεξαρτήτως βαθμού συγγενείας, πλην των εναγόντων ανιψιών της Η. Α., Ν. Α. και Α. Α. Το γεγονός ότι στη διαθήκη δεν κατονομάζει τους αποκληρωθέντες συγγενείς, ούτε αιτιολογεί την απόφασή της αυτή, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο κύρος της σχετικής διάταξης. Επομένως, πέραν των συγγενών της άγαμης και χωρίς τέκνα διαθέτιδος που θα καλούνταν το πρώτον στη δεύτερη τάξη, δηλαδή τα αδέλφια της Ν. Ν., Α. Β., Μ. συζ. L. M. και η ανιψιά της, θυγατέρα του προαποβιώσαντος αδελφού της Κ. Ν., Α. Ν. - Κ., αποκλήρωσε άπαντες τους συγγενείς της, δηλαδή και αυτούς που θα καλούνταν μετά την έκπτωση των προρρηθέντων (ΑΚ 1814) και κατ' ακολουθίαν και τους κατιόντες των αποκληρωθέντων, συμπεριλαμβανομένης της Α. Ν. Κ. του Ν. (χήρας του Ε. Α.) και μητέρας όλων των εναγόντων. Αντίθετα, τους ενάγοντες δεν θέλησε να τους αποκληρώσει και σε περίπτωση που η διαθέτιδα προέβλεπε το ενδεχόμενο της για οποιονδήποτε λόγο ακύρωσης των διατάξεων της διαθήκης της αναφορικά με το ίδρυμα ως κληρονόμου της, δεν απέκλεισε αυτούς από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες τιμήθησαν με τις παραπάνω κληροδοσίες α) της ισόβιας προσόδου των 120.000 δρχ. μηνιαίως στον καθένα, τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενης και β) της κατάληψης των εγκυκλοπαιδειών, των επίπλων και του ρουχισμού στους ενάγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι καταλείψεις αυτές, όπως ήδη αναφέρθηκε, λόγω της μικρής αξίας τους σε σχέση με το πολλαπλώς μεγαλύτερο μέγεθος της συνολικής αξίας της υπόλοιπης κληρονομιαίας περιουσίας, χαρακτηρίζονται ως κληροδοσίες και όχι ως εγκατάσταση των ανωτέρω ως κληρονόμων σε δήλο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στη διαθήκη περιέχεται η ιδρυτική πράξη περί συστάσεως ιδρύματος, το οποίο εγκατέστησε ως γενικό της κληρονόμο. Σ' αυτήν καθορίζεται η ακριβής επωνυμία του ιδρύματος ως "...", η έδρα ( …), ο σκοπός του, που συνίσταται στην "εκπαίδευση των αποδήμων Ελλήνων (Ελλήνων υπηκόων ή Ελληνογενών κατά την καταγωγή των) σε θέματα που αφορούν τον χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, Ελληνικής Ιστορίας, Ελληνικού Πολιτισμού ως και Ελληνικής γλώσσας, όπως και κάθε άλλο παρεμφερή και συναφή σκοπό", η αφιερούμενη στο ίδρυμα περιουσία, δηλαδή το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της διαθέτιδος, αλλά και οι βασικές διατάξεις του οργανισμού αυτού, που αφορούν τη συγκρότηση του Διοικητικού του Συμβουλίου, τις δραστηριότητες του Ιδρύματος, τους υπαλλήλους αυτού κλπ. Επιπλέον, περιέλαβε διάταξη περί ορισμού δύο εκτελεστών της διαθήκης, τους οποίους κατονόμασε ρητά. Συγκεκριμένα, όρισε τον εναγόμενο Ι. Τ. και τον Γ. Μ., υπό τις τότε, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ιδιότητές τους, δηλαδή του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, όσον αφορά τον πρώτο και του νομικού συμπαραστάτη της διαθέτιδος, όσον αφορά τον δεύτερο. Oι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η σύσταση και η Ίδρυση του επίδικου ιδρύματος τελούσε υπό την προϋπόθεση και την αναβλητική αίρεση να λάβουν σχετική ομόφωνη απόφαση περί της συστάσεως και της ιδρύσεως οι δύο εκτελεστές της διαθήκης που η διαθέτις επέλεξε, χωρίς τη δυνατότητα αντικατάστασής τους και ότι ο επελθών θάνατος του Γ. Μ. επέφερε την οριστική ματαίωση της αναβλητικής αιρέσεως και την ακυρότητα των περί ιδρύματος διατάξεων της διαθήκης στο σύνολο τους. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η διαθέτις είχε ειδικό ενδιαφέρον για την αποκλειστική συμμετοχή του Γ. Μ. κατά τη λήψη της απόφασης για την ίδρυση και τη σύσταση του ιδρύματος και κατά τη διοίκησή του, προκειμένου να συμμετάσχει σε αυτές ένα πρόσωπο αποκλειστικά δικής της επιλογής, που συνδεόταν με την ίδια με μακροχρόνιες σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, φιλίας και εκτίμησης και το οποίο επιπλέον θα γνώριζε, λόγω της συχνής επαφής με την ίδια, ανά πάσα στιγμή την πραγματική βούλησή της. Όμως, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η διαθέτις ήθελε με τον ορισμό των συγκεκριμένων προσώπων να εξασφαλίσει τη συμμετοχή ενός προσώπου από την ακαδημαϊκή κοινότητα, που θα είχε ίδια αντίληψη των διοικητικών και οργανωτικών αναγκών ενός τέτοιου Ιδρύματος και ενός καταρτισμένου νομικού, προκειμένου να υλοποιηθεί η σύσταση του εν λόγω Ιδρύματος κατά τρόπο νομικά άρτιο, χωρίς όμως να αποβλέπει στη συμμετοχή των συγκεκριμένων φυσικών προσώπων. Έτσι, ορίζοντας ότι οι συνεκτελεστές θα ενεργούσαν από κοινού και με ομόφωνες αποφάσεις, η διαθέτις ήθελε να εξασφαλίσει την επικοινωνία των εκτελεστών της διαθήκης κατά την αντιμετώπιση των θεμάτων και ότι κατά τη λήψη των σχετικών αποφάσεων θα είχαν ληφθεί κάθε φορά υπόψη τόσο τα ανακύπτοντα λειτουργικά όσο και τα νομικά ζητήματα. Συνεπώς, το γεγονός ότι η διαθέτις δεν προέβλεψε διαδικασία αντικατάστασης των ορισθέντων με την διαθήκη εκτελεστών, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι απέβλεψε στη συμμετοχή των συγκεκριμένων φυσικών προσώπων και μάλιστα με την έννοια της αναβλητικής αίρεσης, και ότι αποκλείστηκε με την ίδια διαθήκη η αντικατάσταση του Γ. Μ.. Άλλωστε, αποδείχθηκε ότι η διαθέτις τελούσε σε γνώση του θανάτου του Γ. Μ. κατά το έτος 1996, χωρίς έκτοτε να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή της επίδικης διαθήκης της, ενώ μπορούσε να το πράξει. Η παράλειψή της να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή της διαθήκης της μετά τον θάνατο του Γ. Μ. και μάλιστα για χρονικό διάστημα 5 ετών περίπου, αποτέλεσε, συνειδητή επιλογή της και επιβεβαίωση της επιθυμίας της να ισχύσει η επίδικη διαθήκη της, παρά την επελθούσα μεταβολή στα πρόσωπα των συνεκτελεστών. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα απέβλεπε, με την έννοια της διαλυτικής αίρεσης, στην συμμετοχή του Γ. Μ. προσωπικά, για την υλοποίηση της βούλησής της. Έτσι, η διάταξη της διαθήκης, σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι "Για την ίδρυση, σύνταξη και έγκριση του Οργανισμού και του Κανονισμού λειτουργίας του Ιδρύματος αυτού αλλά και για την διοίκηση αυτού κατά τα πρώτα τρία χρόνια της λειτουργίας του, αλλά και γενικότερα για την εκτέλεση του συνόλου των διατάξεων της παρούσας διαθήκης μου αφήνω ως εκτελεστές τους α) Τον νυν Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κ. Ι. Τ. και β) τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γ. Μ. του Χ., oι οποίοι από κοινού με ομόφωνες αποφάσεις των και ενέργειες θα προβούν σε κάθε αναγκαία ενέργεια, διαδικασία και δικαιοπραξία προκειμένου να συσταθεί νομότυπα και να λειτουργήσει νόμιμα το ανωτέρω με την παρούσα μου συνιστώμενο Ίδρυμα και να υλοποιηθούν οι σκοποί του", δεν περιέχει οιανδήποτε αναβλητική αίρεση, ούτε η διαθέτις εξάρτησε τη σύσταση του ιδρύματος από τη βούληση των ως άνω εκτελεστών ή από τις ενέργειες τους. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο διορισμός των παραπάνω συγκεκριμένων προσώπων, ως εκτελεστών της διαθήκης, ήταν επιβοηθητικός ιδίως λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας και δεν αποτέλεσε το καθοριστικό στοιχείο για τη σύσταση του ιδρύματος. Ο θάνατος ενός εκ των εκτελεστών μετά τη σύνταξη της διαθήκης δεν επέδρασε στο κύρος των σχετικών με το ίδρυμα διατάξεων της διαθήκης, Το γεγονός ότι η διαθέτις δεν προέβλεψε διαδικασία αντικατάστασης των ορισθέντων με την διαθήκη εκτελεστών, αν και γνώριζε τον επελθόντα θάνατο του Γ. Μ. κατά το έτος 1996, χωρίς να προβεί σε ουδεμία αλλαγή της επίμαχης διαθήκης της, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι απέβλεψε στη συμμετοχή των συγκεκριμένων φυσικών προσώπων στην εκτέλεση της διαθήκης, ούτε μπορεί να συναχθεί ότι με τη διαθήκη αποκλείστηκε η αντικατάσταση του Γ. Μ.. Δεν αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα απέβλεπε στην συμμετοχή του Γ. Μ., προσωπικά, ως εκτελεστή της διαθήκης, για την υλοποίηση της βούλησής της. Η παράλειψή της να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή της διαθήκης της μετά τον θάνατο του Γ. Μ. και μάλιστα για χρονικό διάστημα 5 ετών περίπου, αποτέλεσε συνειδητή επιλογή της και επιβεβαίωση της επιθυμίας της να ισχύσει η επίδικη διαθήκη της. Δεν συνάγεται το αντίθετο από το προβαλλόμενο από τους ενάγοντες γεγονός ότι η διαθέτις, μετά τη σύνταξη της διαθήκης, αναμείχθηκε σε ενέργειες αξιοποιήσεως της περιουσίας της. Η ίδια, χρησιμοποίησε την οικοδομική άδεια που είχε προεκδοθεί της διαθήκης και θέλησε να περατώσει τις οικοδομικές εργασίες που είχε ήδη αρχίσει, προκειμένου να αξιοποιήσει τμήμα ενός εκ των οικοπέδων της στο ... επωφελέστερα και υπέρ του υπό σύσταση ιδρύματος. Επομένως, οι διατάξεις της διαθήκης που αφορούν τη σύσταση του ιδρύματος δεν έχουν καταστεί άκυρες και ανίσχυρες εξαιτίας της αντικαταστάσεως του συνεκτελεστή της διαθήκης Γ. Μ. που αποβίωσε. Με την επίμαχη διαθήκη, σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενό της που αναφέρθηκε, ορίζονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται για την ιδρυτική πράξη Ιδρύματος. Οι τυχόν ελλείψεις που θα διαπιστωθούν μπορούν νόμιμα να συμπληρωθούν με το διάταγμα που εγκρίνει τη σύστασή του, στα πλαίσια των ορίων της θελήσεως της ιδρύτριας. Επομένως, δεν υφίσταται εν προκειμένω ακυρότητα των σχετικών διατάξεων της διαθήκης από την αιτία αυτή, δηλαδή από την φερόμενη από τους ενάγοντες ως υπάρχουσα παντελή έλλειψη κανονισμού λειτουργίας του ιδρύματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Σημειώνεται, ότι, ο καθορισμός του τυχόν ελλείποντος στοιχείου του οργανισμού του ιδρύματος κατά τον τρόπο αυτό, καθώς και η έκδοση του απαραίτητου εγκριτικού διατάγματος δεν απαιτούν αναγκαστικά τη συμμετοχή των εκτελεστών της διαθήκης, διότι η νομότυπη ίδρυση του υπό σύσταση Ιδρύματος είναι και ήταν εξαρχής νομικά εφικτή ακόμα και χωρίς την σύμπραξη των ορισθέντων εκτελεστών της επίμαχης διαθήκης. Γι' αυτό, ο θάνατος του συνεκτελεστή της διαθήκης Γ. Μ. και η προσωρινή, μέχρι την αντικατάσταση, έκλειψη με τον τρόπο αυτό ενός εκ των δύο ορισθέντων εκτελεστών, δεν έχει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια ως προς το εφικτό της νομότυπης σύστασης του προβλεπομένου από την διαθέτιδα Ιδρύματος". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η σχετική διάταξη της επίμαχης διαθήκης δεν περιέχει οιανδήποτε αναβλητική αίρεση, ούτε η διαθέτις εξάρτησε τη σύσταση του αναφερόμενου ιδρύματος από τη βούληση των αναφερόμενων εκτελεστών ή από τις ενέργειές τους, ότι η μη περάτωση της διαδικασίας για την έγκριση του ιδρύματος από την αρμόδια διοικητική αρχή οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και ότι η παραπάνω καθυστέρηση δεν κατέστησε την ιδρυτική πράξη και τις σχετικές διατάξεις της επίδικης διαθήκης άκυρες και ανίσχυρες. Κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι στη διαθήκη περιέχεται η ιδρυτική πράξη περί συστάσεως ιδρύματος, το οποίο εγκατέστησε ως γενικό της κληρονόμο, ότι στη πράξη αυτή περιλήφθηκε διάταξη περί διορισμού δύο εκτελεστών της διαθήκης, που κατονόμασε ρητά, ότι η διαθέτις, ορίζοντας ότι οι συνεκτελεστές θα ενεργούσαν από κοινού και με ομόφωνες αποφάσεις, ήθελε να εξασφαλίσει την επικοινωνία των εκτελεστών της διαθήκης κατά την αντιμετώπιση των θεμάτων, ότι με την διαθήκη δεν αποκλείστηκε η αντικατάσταση του αποβιώσαντος συνεκτελεστή Γ. Μ., ότι η αποβιώσασα δεν απέβλεπε, με την έννοια της διαλυτικής αίρεσης, στη συμμετοχή του ανωτέρω, προσωπικά για την υλοποίηση της βούλησής της και ότι γενικά η σχετική διάταξη της επίμαχης διαθήκης για τη σύσταση και ίδρυση του ιδρύματος δεν τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λήψης ομόφωνης απόφασης των ορισθέντων δύο προσώπων και ότι ο θάνατος του ενός δεν επέφερε την ακυρότητα των περί ιδρύματος διατάξεων της διαθήκης της ως άνω διαθέτιδας. Επομένως, οι συναφείς πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ, με το να δεχτεί ότι η άνω διάταξη της διαθήκης δεν τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λήψης ομόφωνης απόφασης των ορισθέντων δύο προσώπων και ότι ο θάνατος του ενός δεν επέφερε την ακυρότητα των περί ιδρύματος διατάξεων της διαθήκης, είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ. προκύπτει, ότι, προκειμένου να γίνει ερμηνεία διαθήκης, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους συναφείς τρίτο και τέταρτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους της αναίρεσης, καθώς και από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου του μοναδικού προσθέτου λόγου αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τις ως άνω διατάξεις πλημμέλειες, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1781 επ. ΑΚ και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, διότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε, όπως διατείνονται, έστω και έμμεσα ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως της διαθέτιδας, που περιέχεται στην αναφερόμενη διαθήκη, δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση της διαθέτιδας κατά την υποκειμενική αυτής άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή της, όπως αντικειμενικά, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια, ούτε διατύπωσε αμφιβολία ως προς την έννοια της βούλησης της διαθέτιδας, και έτσι δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ. Η εκ περισσού δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων ως ενισχυτικών της αντίληψης περί της βούλησης της διαθέτιδας, απόλυτα ήδη σαφώς εκπεφρασμένης με βάση τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν συνιστά διαπίστωση σχετικού κενού ή αμφιβολίας. Επομένως, οι εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 109 και 110 ΑΚ συνάγεται ότι στην ιδρυτική πράξη του κοινωφελούς ιδρύματος, που μπορεί να συσταθεί είτε με δικαιοπραξία εν ζωή είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, πρέπει να καθορίζεται ο σκοπός του ιδρύματος, η περιουσία που αφιερώνεται και ο οργανισμός του, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα διοικείται και θα λειτουργεί και ότι το ίδρυμα αποκτά προσωπικότητα με διάταγμα που εγκρίνει τη σύστασή του. Το διάταγμα που εγκρίνει το ίδρυμα μπορεί να ορίσει ή να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει τον οργανισμό με τον όρο ότι η θέληση του ιδρυτή θα παραμείνει σεβαστή. Η συμπλήρωση ή τροποποίηση μπορεί να γίνει με τους ίδιους όρους και με μεταγενέστερο διάταγμα, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 119. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η παράλειψη της διοίκησης για πέντε έτη να εγκρίνει το επίδικο ίδρυμα με την έκδοση του απαιτούμενου εγκριτικού διατάγματος, κατέστησε άκυρες στο σύνολό τους τις περί ιδρύματος διατάξεις της διαθήκης, δέχτηκε τα ακόλουθα: Το χρονικό αυτό διάστημα των πέντε ετών θεωρείται εύλογο, διότι δεν μεσολάβησε υπαίτια καθυστέρηση από την αρμόδια Διοικητική Αρχή ή έλλειψη ενδιαφέροντος και η παρέλευσή του δικαιολογείται από το γεγονός, ότι ο εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος εκτελεστής της διαθήκης Ι. Τ. καθυστέρησε να αποδεχθεί τον διορισμό του ως εκτελεστή. Συγκεκριμένα, αυτός είχε την αντίληψη ότι, λόγω της βουλευτικής του ιδιότητας μέχρι τον Μάρτιο του 2004, κωλυόταν να αποδεχθεί τον εν λόγω διορισμό του ως δημοσίου λειτουργού. Όμως, ο ίδιος, μετά την απώλεια της βουλευτικής του ιδιότητας, αποδέχτηκε με την 585/2004 έκθεση δηλώσεώς του ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το λειτούργημα του εκτελεστού της διαθήκης της Ά. Ν. και προέβη άμεσα στις απαιτούμενες ενέργειες για την αντικατάσταση του προαποβιώσαντος συνεκτελεστή Γ. Μ.. Υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, προκειμένου να ορίσει ως συνεκτελεστή της διαθήκης τον Ε. Σ., καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στη θέση του αποβιώσαντος Μ.. Ακολούθως, μετά και από την 599/2004 θετική γνωμοδότηση του Περιφερειακού Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την 4885/8-10-2004 απόφασή του, αποφάσισε την έγκριση διορισμού του Ε. Σ. ως συνεκτελεστή της διαθήκης της Ά. Ν., σε αντικατάσταση του Γ. Μ., λόγω θανάτου του, διορισμό τον οποίο αποδέχθηκε με έγγραφη δήλωσή του. Ήδη ο Ι. Τ. κίνησε τις διαδικασίες για την έκδοση της σχετικής εγκριτικής πράξης. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι η μη περάτωση της διαδικασίας για την έγκριση του ιδρύματος από την αρμόδια Διοικητική Αρχή οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και η παραπάνω καθυστέρηση δεν κατέστησε την ιδρυτική πράξη και τις σχετικές διατάξεις της επίδικης διαθήκης άκυρες και ανίσχυρες. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 109, 110, 112 και 123 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσαν και εφάρμοσαν. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και δη χωριστά τόσο για τους δύο πρώτους εξ αυτών όσο και για τον τρίτο αναιρεσίβλητο Υπουργό των Οικονομικών, λόγω χωριστής υπεράσπισης, ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο όμως μειωμένα κατ' άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-12-2008 αίτηση και το από 23-12-2010 δικόγραφο προοσθέτων λόγων των Η. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 1773/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ ως προς τους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ