Αριθμός 951/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία «Υ. Ν. Π. Ο..Ε.., που εδρεύει στον «Π. Η. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 18-11-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία «Ε. U. H. Α. Ε. και Β. Ε. Α., Κ., «Τ., που εδρεύει στην Κ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: α)Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-12-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β)Βασίλειο Κωνσταντινίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 988/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6500/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023). Άμεση, δηλαδή, συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία έμμεσα καθιερώνεται με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα, κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998, ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 674/2021). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 2063/2022), στο πλαίσιο δε αυτό οι συμβαλλόμενοι έχουν την εξουσία και να καταργήσουν υφιστάμενη σύμβαση με μεταγενέστερη μεταξύ τους συμφωνία (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 776/2018), καθορίζοντας και τους όρους της κατάργησης αυτής, είναι δε ζήτημα ερμηνείας της καταργητικής αυτής σύμβασης κατά τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν η ενέργειά της επέρχεται από την αρχή σύναψης της καταργούμενης σύμβασης, έχουσα αναδρομική ισχύ (ex tunc) ή η κατάργηση ισχύει για το μέλλον (ex nunc). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 192, 195 και 196 Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του (άρθρο 192), σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της (άρθρο 195) και αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό (άρθρο 196). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε. Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 2063/2022, 845/2019, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013). Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις, που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση. Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019). Ο επικαλούμενος την σύναψη συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η αποδοχή εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη ή απορρίπτουσα την σύναψη τέτοιας συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020). Επίσης, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την από 27-9-2016 αγωγή της, στην οποία εξέθεσε τα ακόλουθα: Ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, που κατάρτισε με την εναγομένη, ήδη από το έτος 1987, υπό την αναφερόμενη στην αγωγή προηγούμενη επωνυμία της, η εναγομένη της ανέθεσε και αυτή ανέλαβε, έναντι αμοιβής, που συνίστατο σε προμήθεια, ανά κατηγορία πελατών και προϊόντων, όπως τα ποσοστά αυτής (προμήθειας) αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, καθώς και σε συνηθισμένες στον κλάδο παροχές, όπως επίσης αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων (παγωτών) της εναγομένης στη συμβατική περιοχή του Νομού Ηλείας, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που περιέχονταν στις συμβάσεις. Ότι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις, η τελευταία πλήρης εκ των οποίων υπογράφηκε στις 10-4-2009 και αναφέρεται κατά λέξη στην αγωγή, ανανεώνονταν κάθε έτος και είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί η σύμβαση αορίστου χρόνου. Ότι στις 20-2-2016, κατά την διάρκεια συνάντησης στην Πάτρα του διαχειριστή της με τα αναφερόμενα ονομαστικά στην αγωγή αρμόδια στελέχη της εναγομένης, η τελευταία της πρότεινε τη συναινετική λύση της μεταξύ τους συνεργασίας για λόγους αναδιάρθρωσης του δικτύου της (συρρίκνωση του αριθμού των διανομέων και δημιουργία μεγάλων διανομέων σε μεγάλες περιοχές) και μετά από γενομένη συζήτηση και ανταλλαγή προτάσεων και αντιπροτάσεων επιτεύχθηκε μεταξύ τους σχετική συμφωνία λύσης της μεταξύ τους σύμβασης, με βάση την οποία η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει, ως εν γένει αποζημίωση (πελατείας και περαιτέρω ζημίας της), το ποσό των 300.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, σε τρεις ισόποσες δόσεις, καταβλητέες στις 20-4-2016, 30-9-2016 και 20-4-2017 αντιστοίχως, η ίδια δε συμφώνησε να παύσει άμεσα να είναι αποκλειστικός διανομέας της και να παραδώσει τα ψυγεία και το πελατολόγιο της, που αποτελείτο από τα αναφερόμενα στην αγωγή φυσικά και νομικά πρόσωπα, στο νέο διανομέα, που επρόκειτο να αναλάβει την συμβατική περιοχή της, όπως και πράγματι έπραξε, αφού αμέσως παρέδωσε αυτά στους δύο νέους διανομείς, που αναφέρονται στην αγωγή, επέστρεψε το απόθεμα προϊόντων και δεν προέβη έκτοτε σε καμμία πώληση παγωτού. Ότι για λόγους και μόνο απόδειξης της ως άνω καταρτισθείσας προφορικά συμφωνίας τους, η εναγομένη της απέστειλε το συνταχθέν από την ίδια από 24-3-20…. ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης, έχον το περιεχόμενο που αναφέρεται στην αγωγή, το οποίο υπέγραψε η ενάγουσα και το παρέδωσε υπογεγραμμένο στις 31-3-2016 στα αναφερόμενα στην αγωγή αρμόδια στελέχη της εναγομένης και στο οποίο αποτυπώθηκαν τα ως άνω προφορικώς συμφωνηθέντα, καθώς επίσης και ο επιπλέον όρος να μη δραστηριοποιείται η ενάγουσα στον τομέα του παγωτού για δύο έτη, με ποινική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση παράβασης του εν λόγω όρου, η ενάγουσα θα έπρεπε να καταβάλλει στην εναγομένη ποσό ύψους 210.000 ευρώ, ως ποινή. Ότι ακολούθως σε εκτέλεση της συμφωνίας λύσης της σύμβασης υπογράφηκε από την ίδια και το αναφερόμενο στην αγωγή αρμόδιο στέλεχος της εναγομένης το από 1-4-20…. έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό για την παράδοση των ψυγείων στους νέους διανομείς. Ότι κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω επήλθε η λύση της σύμβασης με την προφορικώς καταρτισθείσα συμφωνία στις 20-2-2016, άλλως με την παράδοση στην εναγομένη, στις 31-3-2016, υπογεγραμμένου από την ίδια, του από 24-3-2016 εγγράφου της, που αποτελούσε πρόταση για την λύση της σύμβασης, την οποία έτσι αποδέχθηκε, άλλως με την έμπρακτη αποδοχή από την ίδια της προταθείσας λύσης της σύμβασης με την παράδοση του πελατολογίου και των ψυγείων και την υπογραφή του από 1-4-20…. ιδιωτικού συμφωνητικού. Ότι ο επιπλέον όρος της ανωτέρω σύμβασης λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύεται στην ενάγουσα να δραστηριοποιείται στον τομέα του παγωτού για δύο έτη, με ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης του εν λόγω όρου, ποσού ύψους 210.000 ευρώ, ως ποινή, είναι άκυρος, ως αντικείμενος στο άρθρο 1 του Ν. 3959/2011 και στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, γιατί περιορίζει ανεπίτρεπτα τον ανταγωνισμό, καθώς και στα άρθρα 2 του Ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ, διότι η εναγομένη κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά παγωτού, κατέχοντας το 60% της αγοράς στην παραχωρηθείσα περιοχή, και με την εν λόγω συμφωνία ενισχύει καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της, βλάπτοντας τον υπολειπόμενο ανταγωνισμό. Ότι, επικουρικά, ο ίδιος όρος είναι άκυρος, για το πέραν του έτους χρονικό διάστημα, διότι δεν είναι απαραίτητος για την προστασία της τεχνογνωσίας της εναγομένης και ακόμη επικουρικότερα, είναι άκυρος για το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, ως ανήθικος και αντίθετος στο άρθρο 11 του ΠΔ 219/1991, διότι περιορίζει υπέρμετρα την ελευθερία ανταγωνισμού της (ενάγουσας), χωρίς μάλιστα να υπάρχει αντάλλαγμα για την μετά το ένα έτος απραξία της. Ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη και η ποινική ρήτρα που συνομολογήθηκε στην ανωτέρω σύμβαση για την περίπτωση παραβίασης της ρήτρας μη ανταγωνισμού. Ότι η εν λόγω ποινική ρήτρα είναι, επιπλέον, άκυρη, διότι επιβλήθηκε από την εναγομένη κατόπιν καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης που έχει αυτή στην αγορά, άλλως κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία τελεί η ενάγουσα έναντι της εναγομένης. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας μεθοδεύθηκε από την εναγομένη, η οποία περιέλαβε τον εν λόγω όρο στο από 24-3-20….. ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ η ίδια (ενάγουσα) είχε ήδη προηγουμένως παραδώσει το πελατολόγιο και τα ψυγεία της στο νέο διανομέα και δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς, καθώς είχε λυθεί η εμπορική τους συνεργασία. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω ποινική ρήτρα είναι υπέρμετρη και ανήθικη, διότι οδηγεί στην καταστροφή της και πρέπει να μειωθεί στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ. Ότι, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, η εναγομένη δεν της κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν ποσό αποζημίωσης των 300.000 ευρώ, το οποίο εξακολουθεί να της οφείλει. Ότι, επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι δεν συνήφθη, κατά τον ανωτέρω τρόπο, σύμβαση συναινετικής λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που την συνέδεε με την εναγομένη, τότε η λύση της σύμβασης αυτής επήλθε αναιτιολόγητα και με υπαιτιότητα της τελευταίας, η οποία ενεργώντας μεθοδευμένα, δόλια και αθέμιτα, προκειμένου να επιτύχει την επιδιωκόμενη αναδιάρθρωση του δικτύου της, δια των αρμοδίων στελεχών της, υποσχόμενη ψευδώς ότι θα της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 300.000 ευρώ, την έπεισε να λύσει την σύμβαση παραδίδοντας την πελατεία και τα ψυγεία της, η δε ενέργεια της αυτή αποτελεί και καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να τηρηθεί και η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 παρ. 4 π.δ. 219/1991 προθεσμία καταγγελίας των έξι μηνών. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν της νομότυπης τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό και παραίτησης από την επικουρική βάση ακύρωσης της ρήτρας μη ανταγωνισμού κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 2 του ν. 3959/2011, οι οποίες έλαβαν χώρα με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ενάγουσα ζήτησε: I) κατά την κύρια βάση της αγωγής της, που στηρίζεται στην επικαλούμενη καταρτισθείσα συμφωνία συναινετικής λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής: 1) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ, και ειδικότερα το ποσό των 100.000 ευρώ νομιμότοκα από 20-4-2016, το ποσό των 100.000 ευρώ νομιμότοκα από 30-9-2016 και το ποσό των 100.000 ευρώ, νομιμότοκα από 20- 4-2017, 2) να αναγνωριστεί ότι η περιλαμβανόμενη στο από 24-3- 20….. συμφωνητικό συναινετικής λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι άκυρη ως αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, άλλως ότι η ίδια ρήτρα είναι άκυρη για το πέραν του έτους χρονικό διάστημα, και 3) να αναγνωριστεί ότι η περιλαμβανόμενη στο ίδιο συμφωνητικό ποινική ρήτρα, ποσού 210.000 ευρώ, είναι άκυρη, άλλως να μειωθεί στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ. II) κατά την επικουρική βάση της αγωγής της, η οποία στηρίζεται στην ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, λόγω της άκαιρης, αδικαιολόγητης και καταχρηστικής καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα ζητεί: 1) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 88.020,78 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το κέρδος, το οποίο θα αποκόμιζε, βάσει των προπαρασκευαστικών ενεργειών της (αναγκαία υποδομή, σταθερή πελατεία) και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε χωρήσει η καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης από την εναγομένη και είχε συνεχισθεί η συνεργασία με αυτήν για έξι επιπλέον μήνες, κέρδος το οποίο υπολογίζει δυνάμει του ποσού αμοιβών του χρονικού διαστήματος του τελευταίου έτους της συνεργασίας της με την εναγομένη (από 1-1-2015 έως 31-12-2015) διαιρεμένου δια δύο (2), 2) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 13.508,70 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για αναπόσβεστες επενδύσεις κτηριακού και υλικοτεχνικού εξοπλισμού, στις οποίες προέβη το έτος 1998 κατόπιν ενεργητικής παρότρυνσης, άλλως με την προκύπτουσα από την μη εναντίωση προτροπή της εναγομένης, ποσό το οποίο υπολογίζει με βάση τη μερική απόσβεση, που χώρησε στη συνολική επένδυση από την πραγματοποίησή της, και το ποσοστό του συνολικού τζίρου της, που αντιστοιχεί στη συνεργασία της με την εναγομένη, το οποίο υπολογίζει στο 27,05%. 3) να αναναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 204.571,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στον ετήσιο μέσο όρο των μικτών αμοιβών, που εισέπραξε κατά την τελευταία πενταετία πριν από την καταγγελία της σύμβασης (2011 έως και 2015), ως "δίκαιη" αποζημίωση πελατείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, εισέφερε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με αυτούς, με αποτέλεσμα η εναγομένη να διατηρεί ουσιαστικές ωφέλειες και μετά την καταγγελία, αφού αυτοί εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της και να της αποφέρουν κέρδη, 4) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία συνίστατο α) στη βλάβη της φήμης και του ονόματος της και τον εκτοπισμό της από την αγορά, διότι η γενόμενη καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, που έλαβε χώρα κατά τον προαναφερθέντα τρόπο είναι αντισυμβατική, άκαιρη και καταχρηστική και συνιστά δόλια και αθέμιτη πράξη, αποτρέποντας την ενάγουσα να αναζητήσει εναλλακτική λύση και β) στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της και, συγκεκριμένα, στην προσβολή του δικαιώματος συμμετοχής της στην αγορά και την επιχειρηματική της ανάπτυξη, με την εφαρμογή από την εναγομένη ενός ιδιαιτέρως περιοριστικού του ανταγωνισμού συστήματος διανομής, χαρακτηριζόμενου από τον καθορισμό τιμής μεταπώλησης, την απαγόρευση παθητικών πωλήσεων, την υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας των παγωτών από την εναγομένη, την απαγόρευση παράλληλων εισαγωγών, την απαγόρευση ανταγωνισμού και τοποθέτησης παγωτών άλλων σημάτων στα ψυγεία της. Το ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αρ. 988/2018 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της και αφού δέχθηκε ότι η συμβατική μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν αυτή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία καταγγέλθηκε αιφνιδίως και με υπαιτιότητα της εναγομένης, χωρίς τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 8 παρ.4 του ΠΔ 219/1991, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό πόσο των 292.591,81 ευρώ ( ήτοι 88.020,78 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη και 204.571,03 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή παραπονείτο για την απόρριψη της κυρίας βάσης της αγωγής της, ενώ έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν και κατά την επικουρική βάση αυτής, δεχθείσα τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά, ως προς την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας: "Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα των τροφίμων και ειδικότερα των παγωτών, εισάγοντας και διαθέτοντας από σειρά ετών στην Ελληνική αγορά τα παγωτά υπό το σήμα "…………", ενώ από το έτος 2011 εξαγόρασε τον κλάδο εμπορίας της "……..", τη φήμη και την πελατεία της. Το σύνολο των ανωτέρω προϊόντων, τα οποία εμπορεύεται η εναγομένη, τα διανέμει στην Ελλάδα, μέσω δικτύου συνεργατών. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής κατάρτισε με την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) υπό την προηγούμενη επωνυμία αυτής, ήτοι υπό την επωνυμία "Ν.. Π. και Σ. «Ε., σύμβαση διανομής των προϊόντων της και συγκεκριμένα των παγωτών "………….", ήδη από το έτος 1987. Έκτοτε, η συνεργασία των διαδίκων εξακολούθησε έως το έτος 2016, με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η τελευταία πλήρης εκ των οποίων υπεγράφη στις 10-4-2009 και ανανεωνόταν ετησίως με τις από 6-4- 2010, 1-4-2011, 2-4-2012, 1-3-2013,1-4-2014 και 1-7-2015 συμβάσεις, κατέστη δε κατά τον τρόπο αυτό αορίστου χρόνου. Τα βασικότερα σημεία της μεταξύ των διαδίκων εταιρειών συνεργασίας που ενδιαφέρουν εν προκειμένω και προβλέπονται ρητώς στο από 10.4.2009 ιδιωτικό -μεταξύ τους- υπογραφέν συμφωνητικό είναι τα εξής : "Άρθρο 1 Αντικείμενο Σύμβασης: Η Unilever αναθέτει στον Αντιπρόσωπο και αυτός αποδέχεται την διάθεση προϊόντων της στην αγορά, σύμφωνα με τους παρακάτω ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις: Ο Αντιπρόσωπος αναλαμβάνει την διάθεση προϊόντων της Unilever στην περιοχή του Νομού ΗΛΕΙΑΣ, η οποία είναι η περιοχή δραστηριότητός του. Ρητά συμφωνείται ότι η Unilever συνιστά την παραπάνω περιοχή ως περιοχή δραστηριότητας του Αντιπροσώπου, χωρίς να υποχρεώνει με οποιονδήποτε τρόπο τον τελευταίο να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή αυτή. Περαιτέρω, ρητά συμφωνείται ότι στην παραπάνω περιοχή έχουν δικαίωμα να δραστηριοποιούνται και άλλοι συνεργάτες της Unilever, καθώς και η ίδια η Unilever, σε περίπτωση που δεν τηρείται από τον αντιπρόσωπο οποιοσδήποτε από τους αναγραφόμενους στο παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό όρος συνεργασίας,(π.χ. καθυστέρηση πληρωμών από τον αντιπρόσωπο) με αποτέλεσμα τον ελλιπή ή κακό εφοδιασμό με προϊόντα των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετεί.1.1.0 Αντιπρόσωπος υποχρεούται να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επιλογή των καλύτερων σημείων πωλήσεως Προϊόντων στην περιοχή που δραστηριοποιείται, καθώς και για την αύξηση των σημείων πωλήσεως Προϊόντων ……….. 1.2 Η Unilever αναλαμβάνει αποκλειστικά και εξολοκλήρου με δικά της έξοδα τη διαφήμιση και προώθηση των Προϊόντων της ……….. σε όλη την Ελλάδα. Ο Αντιπρόσωπος αναγνωρίζει ότι η αύξηση των πωλήσεων των Προϊόντων της Unilever στην Ελλάδα, καθώς και στην περιοχή όπου αυτός δραστηριοποιείται σε μη αποκλειστική βάση, οφείλεται αποκλειστικά στην επένδυση κεφαλαίων από την Unilever στους τομείς της ποιότητας των Προϊόντων, της διαφήμισης και εν γένει προώθησης των πωλήσεων των Προϊόντων και άλλων γενικότερων μέτρων που λαμβάνει η Unilever στον τομέα της εμπορίας (Marketing). Για το λόγο αυτό και συμφωνεί να τηρεί απολύτως και απαρέγκλιτα τις οδηγίες και υποδείξεις της Unilever σχετικά με την τοποθέτηση, εμφάνιση και διαφήμιση των Προϊόντων που διανέμει. Άρθρο 2. Ειδικότερες Υποχρεώσεις του Αντιπροσώπου :Η καταγραφή των υποχρεώσεων και καθηκόντων του Αντιπροσώπου στο άρθρο αυτό είναι,, ενδεικτική και όχι περιοριστική των δεσμεύσεων που περιέχονται και σε άλλα άρθρα της σύμβασης. Ο Αντιπρόσωπος αναλαμβάνει έναντι της Unilever τις παρακάτω ειδικότερες υποχρεώσεις: 2.1 Διανομή - Πωλήσεις - Πληροφορίες: α) Να εφαρμόζει το σύστημα διανομής της Unilever για τα Προϊόντα της. β) Να προβάλλει και διαφημίζει τα Προϊόντα της Unilever που αγοράζει και διακινεί σύμφωνα με τις οδηγίες της Unilever. γ) Να καλύπτει και διακοσμεί τα σημεία πωλήσεως με διαφημιστικό υλικό που θα παραδίδεται σε αυτόν από την Unilever και σύμφωνα με τις οδηγίες της τελευταίας. δ) Να δηλώσει ότι έλαβε γνώση και προσχωρεί πλήρως στους ορισμούς του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας, τον οποίο η UNILEVER θα του έχει γνωστοποιήσει πριν την υπογραφή της παρούσης. ε) Να τηρεί καρτέλες ενημερωμένες ως προς τις επισκέψεις των σημείων πωλήσεως - πελατών, τα στοιχεία κάθε πελάτη και τις αγορές του πελάτη στα Προϊόντα της Unilever ποσοτικά . στ) Να τηρεί όλες τις διατάξεις της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας σχετικά με τη διακίνηση και πώληση Προϊόντων, καθώς και τις σχετικές αγορανομικές διατάξεις και τις διατάξεις που διέπουν τη μεταφορά Προϊόντων. ζ) Ο Αντιπρόσωπος υποχρεούται σε συνεχή και αδιάκοπη επίσκεψη των σημείων πώλησης των Προϊόντων ……….., σε πρόθυμη και άμεση εξυπηρέτησή τους, που συνίσταται σε άμεσο εφοδιασμό του κάθε σημείου πωλήσεως, σε επιθεώρηση των ψυγείων των πελατών υποχρεούμενος στην άμεση επισκευή και συντήρηση των ψυγείων αυτών ,σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα IV της παρούσης, το οποίο υπογεγραμμένο από τα συμβαλλόμενα μέρη αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής. η) Να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση και πώληση των Προϊόντων στους πελάτες της περιοχής δραστηριότητάς του. Επίσης, να έχει εκτενές δίκτυο διανομής, κατάλληλη υποδομή και να χρησιμοποιεί κάθε εύλογο μέσον επιτυγχάνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή χρήση του ανωτέρω δικτύου διανομής. θ) Να εκπαιδεύει και διατηρεί πάντοτε επαρκές και έμπειρο προσωπικό, προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα που έχει αναλάβει δυνάμει της παρούσας. ι) Να διαθέτει και διατηρεί επαρκή εξοπλισμό για να είναι σε θέση να αποθηκεύει, να πωλεί και να συντηρεί καταλλήλως τα Προϊόντα. Ποιοτικά Χαρακτηριστικά για Συντήρηση - Διανομή Προϊόντων (Αυτοκίνητα) : α) Ο Αντιπρόσωπος υποχρεούται να διατηρεί τον απαραίτητο εξοπλισμό και, συγκεκριμένα, ειδικά αυτοκίνητα - ψυγεία για τη διακίνηση των Προϊόντων, των οποίων οι ψυκτικοί θάλαμοι οφείλουν να είναι σε άριστη κατάσταση, ώστε να συντηρούν και διακινούν τα Προϊόντα υπό θερμοκρασία (αέρας θαλάμου) συνεχή χαμηλότερη των μικρότερη των 25 βαθμών κελσίου υπό το μηδέν (π.χ. -22, -25, κλπ.).β) Κατά τα λοιπά, οι ψυκτικοί θάλαμοι των αυτοκινήτων-ψυγείων και τα εξαρτήματά τους (αντιψυκτικές πλάκες, αισθητήρες θερμοκρασίας, κλπ.) πρέπει να συνάδουν απολύτως με και να πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές και απαιτήσεις της Unilever, οι οποίες καθορίζονται από την Unilever, σύμφωνα με τους ελληνικούς και ευρωπαϊκούς κανόνες ασφαλούς συντήρησης, μεταφοράς, αποθήκευσης και διάθεσης Προϊόντων, και επισυνάπτονται στην παρούσα ως Παράρτημα III (οι Προδιαγραφές Ποιότητας ).γ) Ο Αντιπρόσωπος έχει υποχρέωση, φέροντας πλήρη ευθύνη έναντι της Unilever να εκπαιδεύει τους οδηγούς των αυτοκινήτων - φορτηγών του, καθώς και το λοιπό προσωπικό που τυχόν χρησιμοποιεί, ως προς τις Προδιαγραφές Ποιότητας Αυτοκινήτων Ψυγείων." Η μεταξύ των διαδίκων εταιρειών συμφωνία, όπως ως άνω περιγράφεται στα βασικότερα στοιχεία της, λειτούργησε ομαλώς, όμως από (το) έτος 2011, κατά το οποίο εξαγοράστηκε η ΕΒΓΑ από την εφεσίβλητη και μαζί μ(ε) αυτήν και το υπάρχον δίκτυο διανομής της, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση στην Χώρα, την γενικότερη μείωση των πωλήσεων και με στόχο την διατήρηση της βιωσιμότητας του κλάδου του παγωτού, αποφασίσθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης να προβεί σε οικονομικά επωφελέστερη γι' αυτήν αναδιάρθρωση του δικτύου των διανομέων της και σε μείωση του αριθμού αυτών (διανομέων). Στα πλαίσια αυτά, η εναγομένη πρότεινε και στην ενάγουσα εταιρεία την λύση της μεταξύ τους σύμβασης (και) ξεκίνησαν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις από τον Δεκέμβριο του 2015, προκειμένου να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση κατόπιν εκκαθάρισης των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων. Την 24.3.2016 η εναγομένη συνέταξε και απέστειλε στην ενάγουσα ένα ανυπόγραφο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης της μεταξύ τους σύμβασης. Το σχέδιο εκείνο προέβλεπε ότι η εναγομένη ανελάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 300.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ως αποζημίωση πελατείας και για την παράδοση εκ μέρους της ενάγουσας του πελατολογίου της, καθώς και όλων των πληροφοριών, που αφορούν το εν λόγω πελατολόγιο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η αξία των πωλήσεων και των παροχών ανά σημείο, κατηγορία και κωδικό προϊόντων, το ημερήσιο πρόγραμμα τροφοδοσίας των σημείων πώλησης, την εκτίμηση της δυναμικής των σημείων και των περιοχών, καθώς και οτιδήποτε άλλο είναι αναγκαίο για την ομαλή μετάβαση στο νέο διανομέα της εταιρίας του Πελατολογίου, καθώς και να πράξει ότι είναι αναγκαίο για την παράδοση των ψυγείων της εναγομένης στο νέο συνεργάτη της. Το ως άνω ποσό, σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα θα λάμβανε σε τρεις ισόποσες δόσεις των 100.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, καταβλητέες στις 20-4-2016, στις 30-9-2016 και στις 20- 4-2017. Επίσης, στο ίδιο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού περιλαμβανόταν ο όρος ότι η ενάγουσα, για δύο έτη από τη λύση της συνεργασίας της με την εναγομένη, δε δύναται να δραστηριοποιείται στον τομέα του παγωτού για δικό της λογαριασμό ή να παρέχει υπηρεσίες ή να συνεργάζεται εν γένει με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ανταγωνιστικά προς την εναγομένη, με πρόβλεψη, σε περίπτωση παραβίασης του όρου αυτού, την καταβολή στην εναγομένη από την ενάγουσα ποινικής ρήτρας ύψους 210.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε η εν λόγω απόπειρα συμβιβαστικής λύσης της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε ολοκληρώθηκε με την αποδοχή της από την εναγομένη και την υπογραφή από μέρους της του υπ' όψιν σχεδίου του ιδιωτικού συμφωνητικού, παρά αυτό αποτέλεσε μόνο μία βάση για τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, oι οποίες συνεχίσθηκαν και τελικώς η επίδικη συνεργασία διακόπηκε οριστικά και την περιοχή της ενάγουσας την ανέλαβαν δύο νέοι διανομείς, ήτοι οι εταιρείες <Π. Ο..Ε..> (έδρα Π.) και <Κ. Α..Ε..> (έδρα Π.), στις οποίες η ενάγουσα είχε παραδώσει τα ψυγεία και το πελατολόγιό της, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 1.4.2016 έγγραφο παράδοσης παραλαβής και την 27.9.2016 κατατέθηκε η κρινόμενη αγωγή από την ενάγουσα". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την περιεχομένη στην αγωγή της αναιρεσείουσας αίτησή της για καταβολή του συμφωνηθέντος κατά την κυρία βάση της αγωγής της ποσού των 300.000 ευρώ, λόγω λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δυνάμει της προφορικώς καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων, στις 20/2/2016, σύμβασης λύσης της σύμβασης αυτής, αφού το Εφετείο εξέτασε την αίτηση αυτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν και γι' αυτό είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Α-Ι.1 σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αρ. 9 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επίσης το Εφετείο, για την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως της αγωγής της αναιρεσείουσας για καταβολή του ποσού των 300.000 ευρώ, έλαβε υπ' όψη όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αγωγής της αναιρεσείουσας περί του τρόπου λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής με συμφωνία των διαδίκων, όπως αυτοί αναφέρθηκαν ανωτέρω και τους απέρριψε κατ' ουσίαν και γι' αυτό είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, και κατά τα υπό στοιχεία Α-Ι.2 και Α- ΙΙ.1 σκέλη του, με τα οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών της περί λύσης της σύμβασης, οι οποίοι απορρίφθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με την έφεσή της. Περαιτέρω όμως, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 185, 189, 192 και 193 Α.Κ., γιατί διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, σε σχέση με την κυρία βάση της αγωγής και τα αντίστοιχα αιτήματά της, ήτοι την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα στην αγωγή της συμφωνία συναινετικής λύσης της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης διανομής. Ειδικότερα: α) Απορρίπτει σιωπηρά το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τον κύριο αγωγικό ισχυρισμό ότι η σύμβαση διανομής λύθηκε με προφορικά καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων στις 20-2-2016, χωρίς να περιλαμβάνει στην απόφαση ειδική αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού αυτού, για τον οποίο η αναιρεσείουσα στην αγωγή της καθορίζει συγκεκριμένο τόπο σύναψης της συμφωνίας, κατονομάζει τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, με τους οποίους τη σύναψε και αναφέρει ότι αμέσως μετά την σύναψη της προφορικής αυτής συμφωνίας μεταβίβασε το πελατολόγιό της στους υποδειχθέντες από την αναιρεσίβλητη νέους διανομείς, επέστρεψε το απόθεμα προϊόντων και δεν προέβη σε νέες πωλήσεις παγωτών. β) Δέχεται ότι το από 24-3-2016 σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού δεν αποτελούσε αποτύπωση της προφορικώς καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αλλά βάση για την εξακολούθηση της διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, χωρίς ωστόσο να αναφέρει, αν, παρά τη διατύπωση λεπτομερώς εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των όρων λύσης της σύμβασης στο συμφωνητικό αυτό, διατηρούσε η τελευταία επιφυλάξεις για ορισμένους εξ αυτών, έχοντας την πρόθεση μελλοντικής μεταβολής ή τροποποίησής τους, σε περίπτωση αποδοχής τους από την αναιρεσείουσα, και επίσης, αν είχε γνωστοποιήσει στην τελευταία ότι το σχέδιο αποτελούσε βάση για εξακολούθηση της μεταξύ τους διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια αναφορικά με το αν το σχέδιο αυτό αποτελούσε πράγματι βάση περαιτέρω διαπραγμάτευσης ή, αντιθέτως, συνιστούσε αποτύπωση προηγηθείσας προφορικής συμφωνίας. γ) Η ασάφεια αυτή επιτείνεται από την περαιτέρω παραδοχή ότι η απόπειρα συμβιβαστικής λύσης της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων "ουδέποτε ολοκληρώθηκε με την αποδοχή της από την εναγομένη και την υπογραφή από μέρους της του υπ' όψιν σχεδίου του ιδιωτικού συμφωνητικού", με την οποία φέρεται το δικαστήριο της ουσίας να απαιτεί ουσιαστικά, χωρίς οποιαδήποτε σχετική αιτιολογία, έγγραφο τύπο για την κατάρτιση και ολοκλήρωση της συμφωνίας λύσης της ένδικης σύμβασης, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει τί δέχεται, τελικά, το δικαστήριο ως προς το ζήτημα της επικληθείσας από την αναιρεσείουσα προφορικής λύσης της σύμβασης στις 20-2-2016, δηλαδή ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας ή, αντιθέτως, ότι δεν τηρήθηκε γι' αυτή έγγραφος τύπος λόγω της μη υπογραφής του σχεδίου από την αναιρεσίβλητη. δ) Αναφέρει ότι, μετά την αποτυχία της απόπειρας συμβιβαστικής λύσης της σύμβασης, τελικά λύθηκε αυτή και τη διανομή στην περιοχή της αναιρεσείουσας ανέλαβαν οι αναφερόμενοι δύο νέοι διανομείς ("Πετρόγιαννη Ο.Ε." και "Καποτάς Α.Ε."), στους οποίους μάλιστα η αναιρεσείουσα παρέδωσε τα ψυγεία και το πελατολόγιό της, χωρίς να εξειδικεύει πώς λύθηκε, τελικώς, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, εφ' όσον δεν λύθηκε με την αναφερόμενη στην αγωγή συμφωνία λύσης της, με συνέπεια να δημιουργείται έτσι αμφιβολία για τον ακριβή λόγο και τρόπο λύσης της σύμβασης διανομής και ε) Δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία, γιατί το από 24/3/2016 έγγραφο σχέδιο συμφωνητικού δεν αποτελούσε, σε κάθε περίπτωση, πρόταση της αναιρεσίβλητης για λύση της υφιστάμενης σύμβασης απευθυνόμενη προς την αναιρεσείουσα, την οποία αυτή σε κάθε περίπτωση, αποδέχθηκε με την παράδοση στην αναιρεσίβλητη, στις 31-3-2016, υπογεγραμμένου από την ίδια, του ανωτέρω από 24-3-2016 εγγράφου, άλλως με την έμπρακτη αποδοχή της πρότασης και δη με την παράδοση του πελατολογίου και των ψυγείων και την υπογραφή του από 1-4-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως επικαλέστηκε με την αγωγή της η αναιρεσείουσα. Ενόψει των ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα υπό στοιχεία Α-Ι.4 και Α- ΙΙ.3 σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ότι υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την διάταξή της, που αφορά την απόρριψη της ανωτέρω κυρίας βάσης της αγωγής, που στηρίζεται στην σύμβαση λύσης της σύμβασης διανομής, που συνέδεε τους διαδίκους, παραλλήλως δε συναναιρείται η απόφαση και ως προς την διάταξή της, που αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, χωρίς την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, που πλήττουν την απόρριψη αυτή, η οποία παρέλκει, αφού η εξέταση της βάσης αυτής κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης της απόρριψης της κυρίας βάσης, η οποία όμως πλήρωση ανατράπηκε με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κυρία βάση της αγωγής, αφού μετά την αναίρεση αυτή οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 1625/2014, ΑΠ 1236/2003, ΑΠ 568/2001, ΑΠ 1608/1991, ΑΠ 580/1987). Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ. 6500/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και - Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ =