Αριθμός 749/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου-Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Βοζίκη, για αναίρεση της 2988/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1914/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της άσκησης αυτής καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και να καθίστανται αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε "Άλλες Αρχές" ή το "Δημόσιο" ή τρίτους. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται αυτός που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2988/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη από συνήγορο όπως προκύπτει από αυτήν, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2853/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικαστεί για τη πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Από τη σχετική υπ΄ αριθμ. 2076/14-9-2006 έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος Αθηνών (.....) επί της οδού ......, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, είχε προβάλει με αυτή ότι "έλαβε γνώση της απόφασης με τη σύλληψή του την 11-09-2006, στην Αθήνα, επειδή τόσο η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος την 02-10-2002 όσο και του αποσπάσματος της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης (1-11-2004) έγινε θεωρουμένου εμού ως αγνώστου διαμονής, με αποτέλεσμα να μη λάβω γνώση της εκκρεμούς δίκης σε βάρος μου, ενώ ήμουν πάντοτε γνωστής διαμονής όπως και κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα και ειδικότερα κατοικούσα στην οδό ...... Επιπροσθέτως για το λόγο αυτό είναι άκυρη και η γενόμενη σε εμέ επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος". Για την υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, κατέθεσε τα αναφερόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης έγγραφα και ζήτησε και κατέθεσε ως μάρτυρας στο ακροατήριο ο ....., ο οποίος επιβεβαίωσε τον εν λόγω ισχυρισμό του. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει αριθμό 2853/11-02-2004. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 01-12-2004, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό της επίδοσης του αστ/κα ...., που βρίσκεται στη δικογραφία. Άσκησε την κρινόμενη έφεση στις, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, ως εκκαλούντα, αμφισβήτηση της διεύθυνσης κατοικίας του στα ...., στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή διαμονή καθώς και της ιδιότητας αυτού ως άγνωστης διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ αναφέρεται ο χρόνος επίδοσης της εκκαλουμένης υπ΄ αριθ. 2853/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (1-12-2004), δεν εκτίθεται στη συνέχει ο χρόνος κατά τον οποίο ασκήθηκε εναντίον της το ένδικο μέσο της έφεσης. Περαιτέρω δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και κυρίως δεν γίνεται μνεία ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 ΚΠΔ). Σημειώνεται, ότι το περαιτέρω ανακύπτον ζήτημα της παραγραφής της μερικότερης πράξης που φέρεται ότι τελέστηκε την 1-1-1999 θα ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2988/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ