Αριθμός 1329/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Βασιλακάκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σοφοκλή Στεφανίδη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1497/19-4-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την 1845/11-5-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η απόφαση 851/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-9-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 9-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, το άρθρο 15 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ορίζει στις παραγράφους 1, 2, 3 και 6 αυτού και ότι: "μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Καταρτίζει έκθεση στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού. Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ίδιου ΚΑΑΑ, τελ. Εδάφιο: "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 § 1 ν. 3193/ 2003)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που δεν εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του. Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (13 ΚΑΑΑ), τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005). Εν συνεχεία, κατά την έννοια των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, εφ' όσον συνετάγη, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ακόμα και αν είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση ως προς την πραγματική κρίση για την αξία του απαλλοτριωθέντος (Α.Π. 130/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 §§ 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (§ 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Επίσης στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 13 του ν. 2882/2001 ορίζεται ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο" (Ολ.ΑΠ 14/2011). Με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος, αλλά και εκείνη του άρθρου 13 παρ.1 και 2 του ν.2882/2001 δεν καθιερώνεται καμμιά εξαίρεση για τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αποζημίωσης, ο οποίος είναι εκείνοι του οριστικού προσδιορισμού εφ'οσον παρήλθε έτσι από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό και ανεξάρτητα από το εάν στο μεταξύ μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και πριν από τη συζήτηση στο Εφετείο της αίτησης για οριστικό προσδιορισμό συντελέστηκε η απαλλοτρίωση με την κατάθεση ολόκληρης της ορισθείσας από το Μονομελές Πρωτοδικείο προσωρινής αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, της από 14.4.2008 έκθεσης της επιτροπής του άρθρου 15 ΚΑΑΑ περί της αξίας των απαλλοτριωθέντων με το συννημένο σ' αυτή φύλλο υπολογισμού, της από 27.7.2007 τεχνικής έκθεσης του Διευθυντή του ΥΠΕΧΩΔΕ, των γνωμοδοτήσεων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και οι οποίες εκτιμώνται κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΚΠολΔ ελεύθερα και ειδικότερα της αριθμ. Φ 5283/11885/1.3.2011 έκθεσης εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών Σ. Γ. και Δ. Μ., της από Φεβρουαρίου 2011 έκθεσης του Δ. Ο., της από 25.9.2009 έκθεσης του Ε. Θ., της από 19.1.2009 έκθεσης του Μ. Π. Λ., της από 21.9.2009 έκθεσης του Θ. Δ. Τ., και των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης εξετασθέντων μαρτύρων κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, οι οποίες εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα εξής: Η αιτούσα εταιρία που ιδρύθηκε με το ν. 1955/1991 είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας με κύριο μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο και έχει σκοπό τη μελέτη, κατασκευή, οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του δικτύου υπόγειου αστικού σιδηροδρόμου του Νομού Αττικής και Νομού Θεσσαλονίκης και γενικά ηλεκτρικών σιδηροδρόμων τον Νομού Αττικής και Νομού Θεσ/νίκης εκτός από το σιδηροδρομικό δίκτυο Ο.Σ.Ε [με ηλεκτροκίνηση ή χωρίς]. Το αιτούν σωματείο με την επωνυμία "ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ" ιδρύθηκε το έτος 1919 και σκοπό έχει τη φύλαξη και φροντίδα των παιδιών εργαζομένων γονέων της πόλης της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής. Με την αριθμ. 1107732/8141/0010/4.1.2007 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε [ΦΕΚ 24/26.1.2007] κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή έργων ΜΕΤΡΟ στο σταθμό "ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ" του ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, έκτασης συνολικού εμβαδού 411,64 τ.μ που βρίσκεται σε περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης νομού Θεσσαλονίκης και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από Ιουνίου 2006 και με αριθμό σχεδίου 01 κτηματολογικό διάγραμμα και στο με αριθμ. σχεδίου 02 αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της "ΑΤΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε", τα οποία έχει συντάξει η Β. Γ., έχει ελέγξει για λογαριασμό της "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." η Β. Χ. και έχει θεωρήσει για το νομότυπο της σύνταξης ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων Ι. Σ., στις 24.10.2006. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες της "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." Το απαλλοτριωθέν ακίνητο εμφαίνεται στο προαναφερόμενο κτηματολογικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-11-12-13-14-16-17-18-19-1. Αυτό αποτελεί το νοτιοδυτικό τμήμα ακινήτου κειμένου εντός σχεδίου πόλης, εμβαδού 5.138,82 τ.μ, ιδιοκτησίας του αιτούντος σωματείου με την επωνυμία "ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ". Το μείζον αυτό ακίνητο είναι γωνιακό, έχει πρόσοψη στις οδούς ... και ... και αποτελεί μέρος του οικοδομικού τετραγώνου της Πανεπιστημιούπολης Θεσσαλονίκης. Το ακίνητο αυτό [μείζον] έχει πρόσοψη 73 μ περίπου επί της οδού ..., 55 μ επί της οδού ... και συνορεύει με την Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ επί τεθλασμένης πλευράς 88 μ, και με την Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ επί τεθλασμένης πλευράς 68 μ. Το όλο ακίνητο με την αριθμ 24291/31.3.1934 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 5936/5.12.1993, παραχωρήθηκε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά κυριότητα, στο σωματείο ΑΣΥΛΟ ΠΑΙΔΙΟΥ προκειμένου κατά την αιτιολογική έκθεση αυτού [νόμου] να καταστεί δυνατή η περαιτέρω συνέχιση του φιλανθρωπικού του έργου. Στο μείζον αυτό οικόπεδο έχει ανεγερθεί βάσει της αριθμ. 508/5.4.1993 άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσ/νίκης [ανανεωθείσα επ' αόριστο] ένα διώροφο κτίσμα αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο που στεγάζει βρεφονηπιακό σταθμό καθώς και τις εγκαταστάσεις του σωματείου [παιδική εστία-πνευματικό κέντρο]. Το απαλλοτριωθέν τμήμα εμβαδού 411,64 τμ βρίσκεται επί της οδού ... αριθμ. 129, συνορεύει με την οδό αυτή και τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης και κείται απέναντι από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, μπροστά από το υφιστάμενο κτίριο του Ασύλου του Παιδιού αποτελώντας τμήμα της πρασιάς, ήτοι κείται μεταξύ της ρυμοτομικής και της οικοδομικής γραμμής. Η περιοχή "ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ" στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριωθέν ακίνητο περιλαμβάνει την Πανεπιστημιούπολη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η ευρύτερη περιοχή του απαλλοτριωθέντος αποτελεί μία οικιστική περιοχή με εμπορική κίνηση. Η οδός ... επί της οποίας διαθέτει πρόσωπο το απαλλοτριωθέν ακίνητο, αποτελεί, μαζί με την οδό ..., του κεντρικότερο και εμπορικότερο οδικό άξονα που διασχίζει κατά μήκος ολόκληρη σχεδόν την πόλη της Θεσσαλονίκης, είναι διπλής κατεύθυνσης, μεγάλου πλάτους και στο ύψος του απαλλοτριωθέντος διαθέτει διαχωριστική νησίδα. Το απαλλοτριωθέν εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και συγκοινωνιακά εξυπηρετείται. από αστικά λεωφορεία με πολλές γραμμές που διέρχονται από την ... οδό και την .... Οι επικρατούσες στην ευρύτερη περιοχή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου χρήσεις, είναι χρήσεις κατοικίας και επαγγελματικής στέγης με πολλά εμπορικά καταστήματα ιδίως καφέ, ταχυφαγεία και συναφή καταστήματα λόγω της γειτνίασης με την Πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης. Στα απέναντι από το επίδικο οικοδομικά τετράγωνα υπάρχουν πολυώροφες οικοδομές που ως επί το πλείστον κατασκευάσθηκαν μεταξύ των δεκαετιών 1930-1950 ενώ η ευρύτερη αυτή περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη. Για την ευρύτερη αυτή περιοχή, πλην αυτή του απαλλοτριωθέντος, οι όροι δόμησης είναι: συντελεστής δόμησης 4,20-4,80, κάλυψη: 70% και ύψος το προβλεπόμενο από το ΓΟΚ. Το απαλλοτριωθέν ακίνητο βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης του Δήμου Θεσ/νίκης που εγκρίθηκε με το από 31.8.1982 Π.Δ [ΦΕΚ 551/15.11.1982]. Με το άρθρο 1 του διατάγματος αυτού εγκρίνεται η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Θεσ/νίκης στο χώρο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου α] δια του χαρακτηρισμού του μείζονος ακινήτου ως χώρου για την ανέγερση κτιρίου Ασύλου Παιδιού και β] του καθορισμού θέσεως εκκλησίας μέσα σ' αυτό. Με το άρθρο δε 2 του ιδίου διατάγματος ορίζονται οι όροι και περιορισμοί δομήσεως του χώρου που καθορίζονται για την ανέγερση κτιρίου Ασύλου Παιδιού ως εξής: Οικοδομικό σύστημα πανταχόθεν ελεύθερο, συντελεστής δόμησης ένα [1], μέγιστο ποσοστό κάλυψης 40% της επιφανείας του χώρου, μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός ορόφων 2, με μέγιστο ύψος του κτιρίου εννέα [9] μέτρα, συμπεριλαμβανομένου και του ύψους της στέγης που είναι υποχρεωτική, το δε κτίριο που ανεγείρεται πρέπει να απέχει από μεν τις ρυμοτομικές γραμμές 15μ. τουλάχιστον, από δε τα όρια του οικοπέδου 5 μ, τουλάχιστον. Για το απαλλοτριούμενο ακίνητο δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού αξίας ακινήτου. Η επιτροπή του άρθρου 15 ΚΑΑΑ με την από 14.4.2008 έκθεση της αφού δέχεται [αυτολεξεί] ότι "Στη θέση που βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητο δεν υπάρχει αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού αξίας ακινήτου. Το μέλος της Επιτροπής Ζ. Δ., Εφοριακός, συνέταξε φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου σύμφωνα με την όμορη στην απέναντι πλευρά του δρόμου ιδιοκτησία η οποία εντάσσεται στο αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού αξίας. Η αξία αυτή ανέρχεται σε 2.719.292 ευρώ. Η επιτροπή την δέχεται ως προτεινόμενη τιμή του εξεταζόμενου ακινήτου. Επισυνάπτεται το φύλλο υπολογισμού", χωρίς περαιτέρω αιτιολογία και αναφορά των στοιχείων που διαλαμβάνονται στη διάταξη της παρ, 3 του άρθρου 15 παρ 3 ΚΑΑΑ. Για τη διαμόρφωση όμως της τιμής αυτής, στο φύλλο υπολογισμού λήφθηκαν υπόψη: συντελεστής δόμησης 4,20, Κ 69%, Σ Ε- 3,1, που όπως ειπώθηκε παραπάνω δεν ισχύουν για το επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητο που διέπεται από ειδικούς όρους δόμησης και έχει περιορισμούς στη χρήση του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την αριθμ. 35773/2009 απόφαση του με κρίσιμο χρόνο την 29.9.2009 καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος σε 10.000 ευρώ/τ.μ. Οι τιμές των οικοπέδων με πρόσωπο σε εμπορικούς δρόμους και γωνιακών της ευρύτερης περιοχής του επιδίκου-τα οποία είναι περιορισμένα-για τα οποία όμως ισχύουν συντελεστής δόμησης 4,2-4,8, με ανέγερση πολυώροφων οικοδομών, ποσοστό κάλυψης 70%, κυμαίνονται από 4.000 ευρώ/τ.μ έως 12.000 ευρώ/τ.μ. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι όροι δόμησης και ειδικότερα ο συντελεστής δόμησης ενός ακινήτου, αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία της τιμής-αξίας του, την οποία και διαμορφώνουν. Οικόπεδο της ΕΥΑΘ, εμβαδού 254 τ.μ που κείται επί της οδού ... 127, σε απόσταση 200μ. περίπου, από το απαλλοτριωθέν επίδικο, προς το κέντρο της πόλης, με συντελεστή δόμησης 4,8, κάλυψη 70% και ύψος το ανώτατο επιτρεπόμενο από το ΓΟΚ, [πολυώροφη οικοδομή] εκτιμήθηκε το έτος 2001 για την εισαγωγή των μετοχών της εταιρίας ΕΥΤΑΘ στην κύρια αγορά του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, σε 835.700.000 δρχ=2.452.531 ευρώ, ήτοι 9.655,63 ευρώ/τ.μ. Ο Δ. Ο. αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, ενεργώντας κατόπιν αιτήσεως της εταιρίας ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, με την από Φεβρουαρίου 2011 έκθεση του γνωμοδοτεί ότι η αξία του επιδίκου ανέρχεται σε 2005 έως 2.050 ευρώ/τ.μ. Οι εκτιμητές Σ. Γ. και Α. Μ., μέλη του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, που ορίσθηκαν κατόπιν αιτήσεως της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε, με την από 28.2.2011 έκθεση τους εκτιμούν την αξία του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου σε 2.314 ευρώ/τ.μ. Ο Θ. Τ. σύμβουλος επιχειρήσεων με την από 21.9.2009 έκθεσή του που συνέταξε για λογαριασμό του αιτούντος σωματείου, γνωμοδοτεί ότι η αξία του επιδίκου απαλλοτριωθέντος ακινήτου ανέρχεται σε 31.623 ευρώ/τ.μ. Ο Μ. Λ. πολιτικός μηχανικός ενεργώντας κατόπιν αιτήσεως του σωματείου ΆΣΥΛΟ του ΠΑΙΔΙΟΥ, γνωμοδοτεί με την από 19.1.2009 έκθεση του, ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ανέρχεται σε 21.256,43 ευρώ/τ.μ. Επίσης, ο Ε. Θ. πολιτικός μηχανικός ορισθείς από το Τ.Ε.Ε κατόπιν αιτήσεως του σωματείου, με την από 25.9.2009 έκθεση του γνωμοδοτεί ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι 31.176,45 [=12.833.477:411,64] ευρώ/τ.μ. Οι προαναφερόμενοι τρεις τελευταίοι εκτιμητές για τη διαμόρφωση των τιμών, που αποδίδουν στο απαλλοτριωθέν, έλαβαν υπόψη τους την αξιοποίηση του με ανέγερση οκταώροφης οικοδομής με ισόγειους, υπόγειους, ημιυπαίθριους χώρους, διαμερίσματα και καταστήματα, με συντελεστή δόμησης 4,8-)κάλυψη 70%-αντιπαροχή 60% προϋποθέσεις όμως που όπως ειπώθηκε, δεν συντρέχουν για το απαλλοτριωθέν. Εξ αυτών μάλιστα, ο Μ. Λ. για τον προσδιορισμό της αξίας του επιδίκου το εξαγόμενο ποσό προσαύξησε κατά 10% λόγω προσδοκώμενης αναβαθμίσεως του συγκεκριμένου οικοπέδου από την απομάκρυνση της Διεθνούς Έκθεσης και τη δημιουργία στη θέση της μητροπολιτικού πάρκου, ήτοι από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο. Το αιτούν σωματείο επικαλείται ως συγκριτικό στοιχείο, πώληση διαιρετών χώρων οικοδομής επί της οδού ... αριθμ 18. Πλην όμως αυτό, δεν είναι πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο γιατί βρίσκεται σε άλλη θέση, με μεγαλύτερη εμπορική κίνηση και με διαφορετικούς όρους δόμησης. Επίσης, το ίδιο επικαλείται την αριθμ. 764/2008 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως σε 9.100 ευρώ/τ.μ για ακίνητα κείμενα επί της διασταύρωσης της παραλιακής οδού με την οδό Λογοθέτη, σε θέση εξόχως προνομιακή, θεωρούμενα "πρώτα" στη θάλασσα, με απεριόριστη θέα σ' αυτή με υπερπολυτελείς γύρωθεν οικοδομές απευθυνόμενες σε αγοραστικό κοινό με υψηλά εισοδήματα. Η απόφαση όμως αυτή δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, δεδομένου ότι αφορά ακίνητα κείμενα σε τελείως διαφορετική θέση και με άλλους όρους δόμησης. Η αιτούσα με την αριθμ. εκθ. κατάθεσης 39883/6.10.2008 αίτηση της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζήτησε να καθορισθεί προσωρινή τιμή μονάδος σε 6.606 ευρώ/τ.μ-τιμή την οποία με την από 14.4.2008 έκθεση της καθόρισε η επιτροπή του άρθρου 15 ΚΑΑΑ-την οποία τότε αναγκαστικά αποδέχθηκε πιστεύοντας ότι οι όροι δόμησης που αυτή δέχθηκε στην έκθεση της ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το γεγονός όμως αυτό δεν ενέχει ομολογία της εταιρίας ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ για την αξία του ακινήτου, αλλά και αν ακόμη είχε, την ανακαλεί με την κρινόμενη αίτηση της και τις προτάσεις της, εφόσον η τιμή αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Με βάση τα προεκτεθέντα στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά το χρόνο που συζητήθηκαν οι κρινόμενες αιτήσεις [14.3.2011] που είναι και ο κρίσιμος χρόνος, αφού από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό [29.9.2009] παρήλθε έτος [άρθρ. 17 παρ. 2 εδ 3 Συντάγματος και 13 παρ 1 εδ β' ΚΑΑΑ], η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ενόψει της προνομιούχας θέσης του και ιδίως του ότι έχει πρόσοψη επί της κεντρικής οδού ..., της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητας του σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτού λόγω της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε, και συνεπώς, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ισάξιο, ανέρχεται σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια [3.500] ανά τ.μ". Εξ άλλου, στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο έχει εμβαδόν 4.727,19 τ.μ, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν αναιρείται ούτε περιορίζεται η κατά προορισμό χρήση του. Το αρχικό ακίνητο είχε πρόσοψη προς την οδό ... με πλευρά 73 μ περίπου και μετά την απαλλοτρίωση η πρόσοψη αυτή μειώνεται σε 28 μ, περίπου. Με την απότμηση καταργείται η είσοδος που υπήρχε από την πλευρά της ... οδού για τα λεωφορεία και τα ΙΧΕ αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητα όμως μπορούν να εξυπηρετούνται εξίσου άνετα από την είσοδο που έχει το ακίνητο επί της οδού ... η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστική νησίδα στο κέντρο της. Η απότμηση όμως μέρους της πρόσοψης του εναπομείναντος ακινήτου προς την οδό ..., δεν στερεί την άμεση πρόσβαση του στην οδό αυτή. Άλλωστε, η οπτική επαφή του εναπομείναντος ακινήτου με την οδό ... δεν θα διαταραχθεί, αφού η μόνη υπέργεια κατασκευή επί μέρους του απαλλοτριωθέντος, θα είναι η είσοδος στο υπόγειο σταθμό, ενώ η λοιπή απαλλοτριωθε ίσα έκταση, μετά την κρασπέδωσή της θα διαταθεί ελεύθερη στη χρήση των πολιτών, ενώ η κατασκευή των εγκαταστάσεων του ΜΕΤΡΟ και της σήρραγγος θα πραγματοποιηθεί σε βάθος πλέον των 20 μ. Έτσι, το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο εμβαδού 4.727,19 τ.μ θα εξακολουθήσει να έχει πρόσωπο στην οδό ..., στην οδό ... και σε χώρο του ΜΕΤΡΟ ελεύθερα προσβάσιμο και πέρα από αυτό στην οδό .... Κατ' ακολουθία, η πρόσβαση στο εναπομείναν ακίνητο του κοινού [όχι αυτοκινήτων] μπορεί να συνεχισθεί και από την οδό ..., προς την οποία, στην πλευρά των 28 μ. αυτού [εναπομείναντος] μπορεί να δημιουργηθεί νέα είσοδος. Μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, στο εναπομείναν υπάρχει μεγάλη ακάλυπτη έκταση για την άνετη ελεύθερη κυκλοφορία των παιδιών και δεν περιορίζεται ο χώρος πρασίνου και αυλισμού των παιδιών. Η απότμηση και η κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως δεν δυσχεραίνουν ούτε κατ' ελάχιστο τη χρήση των εγκαταστάσεων του ΑΣΥΛΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ, την ανάπτυξη των σκοπών του σωματείου επί του ακινήτου και ούτε παρεμποδίζουν ή επηρεάζουν αρνητικά την κατά οποιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού. Η κατασκευή των έργων του ΜΕΤΡΟ είναι ειδικώς προσανατολισμένη ακριβώς στο να αποκλεισθεί κάθε θόρυβος, ενόχληση ή άλλη παρενέργεια από το έργο, η οποία κινείται παγίως κάτω από τα όρια του ανθρωπίνως αντιληπτού. Η μικρή υψομετρική διαφορά του εναπομείναντος ακινήτου με την οδό ... παραμένει ίδια όπως και πριν από την απαλλοτρίωση και δεν δημιουργείται από την απότμηση ή εξαιτίας της διαμόρφωσης της εισόδου του σταθμού ΜΕΤΡΟ. Η κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως δεν επιφέρει περιορισμούς στη δόμηση του εναπομείναντος ακινήτου ούτε η επ' αυτού δόμηση απαιτεί ειδικές μελέτες θεμελίωσης με ιδιαίτερα οπλισμένο σκυρόδεμα που επιβαρύνει το κατασκευαστικό κόστος. Το γεγονός ότι, πριν από την έκδοση οικοδομικής άδειας για την κατασκευή κτιρίων επί του εναπομείναντος ακινήτου, θα πρέπει η Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης να υποβάλει στην αιτούσα εταιρία το σχετικό φάκελο, ώστε η τελευταία να διατυπώσει τη γνώμη της πως δεν επηρεάζεται αρνητικά το έργο του ΜΕΤΡΟ, δεν σημαίνει ότι τίθεται περιορισμός στη δόμηση ή ότι η τελευταία εξαρτάται από τη συναίνεση και έγκριση της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, ούτε ότι αυτή θα καθορίσει τις προϋποθέσεις κατασκευής, απλά έχει σκοπό τη μη επέκταση της δόμησης και στο ήδη απαλλοτριωθέν ή στο υπέδαφος αυτού. Η κατασκευή στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, έργων του σταθμού ΜΕΤΡΟ, για το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, συνιστά σημαντικό αυξητικό παράγοντα της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου, με οποιονδήποτε τρόπο και αν αξιοποιηθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατασκευή σταθμών ΜΕΤΡΟ στην Αθήνα αναβάθμισε τις περιοχές αυτών και συνετέλεσε στην αύξηση της αξίας των ακινήτων πάνω από 50%. Στις αγγελίες πώλησης διαμερισμάτων, γραφείων και άλλων χώρων επαγγελματικής στέγης τονίζεται, μεταξύ των αναφερομένων χαρακτηριστικών που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού, η εγγύτητα αυτών στο σταθμό ΜΕΤΡΟ, γεγονός που υποδηλώνει την πλεονεκτική θέση αυτών δικαιολογούσα και το αναγραφόμενο αυξημένο τίμημα πώλησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι υπάρχει ζημία από την απότμηση μέρους της πρόσοψης του ακινήτου του αιτούντος σωματείου προς την οδό ..., άποψη που αποκρούει το Δικαστήριο, αυτή [η ζημία] είναι πολύ μικρότερη της ωφέλειας την οποία το εναπομείναν ακίνητο πορίζεται από την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης, ώστε μετά το συμψηφισμό αυτών, να του απομένει μόνον ωφέλεια. Μετά τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει και ως ουσία βάσιμες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αίτημα περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τις αντίθετες αιτήσεις των αντιδίκων κατά ένα μέρος προσδιορίζοντας την οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητο με κρίσιμο χρόνο εκείνο της συζητήσεως ενώπιόν του (14-3-2011), σε 3.500 € το τ.μ. και με το να απορρίψει την αίτηση του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση αποζημιώσεως πρόσθετης για την απομείωση της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου του μετά την απαλλοτρίωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1, 2 και 4, 15 παρ.1, 2, 3 και 6 του ν. 2882/2001, 9 παρ.1 του ν. 3193/2003, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τα κριτήρια προσδιορισμού της αποζημίωσης μεταξύ των οποίων και εκείνα των όρων δόμησης του απαλλοτριωθέντος πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των προαναφερθεισών διατάξεων, όπως εκτίθεται ανωτέρω, και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή και των δύο αιτήσεων με συνεκτίμηση όλων των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής δεν ήταν υποχρεωτική Εξ άλλου, η σχετική για το πρόσφορο ή όχι των συνεκτιμηθέντων συγκριτικών στοιχείων κρίση του Εφετείου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 41α του ν. 1249/1982 και 3 παρ.2 του α.ν. 1521/1950 που προβλέπουν την μέθοδο προσδιορισμού της αξίας ακινήτων βάσει του αντικειμενικού συστήματος για φορολογικούς λόγους. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του, το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου σε σχέση με τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, με τις οποίες έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων, αλλά και απορρίφθηκε η αίτηση του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό επί πλέον αποζημιώσεως για την κάλυψη της απομείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί με τις παραδοχές του αιτιολογικού προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς να χρειαζόταν άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι των συγκριτικών στοιχείων κρίση του Εφετείου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ούτε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του, και τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. ΙΙ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη την επικληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ομολογία της αναιρεσίβλητης με το δικόγραφο της αίτησής της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο ποσό των 6.500 €, που είχε προσδιορίσει και η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του 2882/2001, στη συνέχεια όμως απέκρουσε την λήψη υπόψη της ομολογίας αυτής, κρίνοντας ότι δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια (αρθ. 354 ΚΠολΔ) αφού δέχθηκε ως βάσιμη την δήλωση ανάκλησης της ίδιας ομολογίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει την ίδια ομολογία και τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τέταρτο μέρος από τον αριθμό 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Επίσης το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 και τα συγκριτικά στοιχεία από την μεταβίβαση καταστήματος στην οδό ... αριθ.18, και για το παρακείμενο ακίνητο της ΕΥΑΘ και τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του από τον ίδιο αριθμό 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τρίτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι με Προεδρικό Διάταγμα θα μπορούσε να καθορισθούν για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του άλλο είδος χρήσης και νέοι όροι δόμησης για να φθάσει ο νέος συντελεστής στο 4,8 ενώ κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης ήταν 1, ώστε τελικά το απαλλοτριωθέν να θεωρείται πλέον ισάξιο με τα γειτονικά του ακίνητα. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του αναιρεσείοντος δεν είχε αυτοτέλεια κατά την προαναφερθείσα έννοια του "πράγματος", αλλά αποτελούσε επιχείρημα ή συμπέρασμα του αναιρεσείοντος συναγόμενο από τις αποδείξεις. Σε κάθε όμως περίπτωση τα περιστατικά αυτά δεν ανάγονταν στον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της αξίας του απαλλοτριωθέντος, πέραν από το γεγονός ότι αποκρούσθηκαν από την προσβαλλόμενη με την παραδοχή των αντίθετων περιστατικών του ισχύοντος διατάγματος για την χρήση και τους όρους δομήσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κρίνονται αβάσιμα. Κατ' ακολουθία, των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 851/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ