ΑΡΙΘΜΟΣ 173/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου B. B. του P., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 396, 397, 412/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Ιουλίου 2011 αίτησή του καθώς και στο από 30 Ιουλίου 2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 877/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη" κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαιρέσεως της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου του ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής, που αποτελεί προϋπόθεση της επιεικεστέρας μεταχείρισης, πρέπει η υπερδιέγερση ενός συναισθήματος να έχει εξελιχθεί σε τέτοια ψυχική κατάσταση, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα του δράστη να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση της πράξεως και εκείνα που τον συγκρατούσαν απ' αυτήν, όχι όμως και να έφθασε σε κατάσταση διαταράξεως της συνειδήσεώς του κατά την έννοια των άρθρων 34 και 36 ΠΚ. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 29, 308 παρ.1 και 311 παρ.1 ΠΚ συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης απαιτείται, εκτός από το δόλο του δράστη για την πρόκληση σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια του δράστη ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου που επακολούθησε. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 193 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικέ κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, με γενική αναφορά στο είδος τους και χωρίς ανάγκη χωριστής μνείας σε κάθε μία από αυτές και αξιολογικής συσχετίσεως, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των εκτιθέμενων περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως και εξυπακούεται, εκτός αν ο νόμος αξιώνει για την ύπαρξη αυτού πρόσθετα στοιχεία ή είναι ενδεχόμενος. Η ως άνω αιτιολογία απαιτείται επίσης και για κάθε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που οδηγούν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, στην άρση ή τη μείωση του καταλογισμού του δράστη ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιούνται στις διατάξεις των άρθρων 34 και 36 ΠΚ. Σύμφωνα με την πρώτη τούτων "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό". Ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 36 ΠΚ αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 ΠΚ). Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η διάταξη της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της υπαίτιας μέθης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητας του για καταλογισμό, λόγω μέθης, πρέπει απαραιτήτως να προβάλλεται, εκτός των άλλων, και ότι η μέθη δεν είναι υπαίτια, ότι δηλαδή δεν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη αλλά σε τυχερό γεγονός ή ανώτερη βία και να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η παραπάνω έλλειψη υπαιτιότητας αυτού (Ολ.ΑΠ 1198/1990). Εξάλλου, η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 3459/2006 δηλαδή εκείνου που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με δικές του δυνάμεις, δεν οδηγεί στην έλλειψη της ικανότητας προς καταλογισμό, αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 34 ΠΚ προϋποθέσεις. Τέλος, αυτοτελείς είναι και οι ισχυρισμοί περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου κώδικα ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 396, 397, 412/2011 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, εκτός των άλλων αξιοποίνων πράξεων, (οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση την οποία τέλεσε, ενώ βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και την πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία ως τοξικομανής και του επιβλήθηκε για την πρώτη η ποινή της ισοβίου κάθειρξης και για τη δεύτερη η ποινή της φυλάκισης των δύο ετών και επτά μηνών, ως και η χ.π. 5.300 ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από τις άνω εκθέσεις που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από τις άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος αλβανικής καταγωγής και αλβανικής υπηκοότητος κατά μήνα Νοέμβριον του έτους 2007 επανεισήλθεν παρανόμως εις την Ελλάδα, χρησιμοποιήσας πλαστά έγγραφα, μετά προηγουμένην απέλασίν του από την Χώραν γενομένην τον μήνα Αύγουστον του έτους 2007. Λόγω του παρανόμου της παραμονής του εκινείτο εις την Ελλάδα υπό το ψευδές όνομα M. και διέμενεν εις κατοικίας εις τον ..., επί της οδού ..., αρ.14, επειδή δε δεν ειργάζετο παντάπασιν και εστερείτο παντελώς ετέρων πόρων εισοδημάτων ησχολείτο με την εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών, από την οποίαν απεκέρδαινεν τα προς το ζην. Την 25-2-2008 και περί ώρα 04.00', ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Ρουμάνον υπήκοον M. B., μετά του οποίου είχεν γνωρισθή προ διμήνου και μετά τινός αλβανού υπό το όνομα A., αγνώστων λοιπών στοιχείων επεσκέφθησαν, με τον σκοπόν να διασκεδάσου, το ρουμανικής πελατείας Μπαρ-Κλαμπ "..." το οποίον ευρίσκετο επί της οδού ..., αρ. 10 των Αθηνών εις την περιοχήν της Πλατείας ... . Έφθασαν δε εκεί εποχούμενοι ενός αυτοκίνητου τύπου FIAT CEICENTO χρώματος γκρι, το οποίον κατά την μετάβασιν ωδήγει ο κατηγορούμενος. Εις το κατάστημα αυτό, το οποίον απηυθύνετο κυρίως εις ρουμάνους και όπου δεν εγένοντο ασμένως δεκτοί οι αλβανοί από τους εκεί ρουμάνους ήδη ευρίσκετο, ομοίως δια να διασκέδαση, ο Ρουμάνος υπήκοος Ι. Ν., ο οποίος είχε φθάσει εκεί περί ώραν 03.00' και ο οποίος δεν είχε καθίσει εις κάποιο τραπέζι, αλλά περιεφέρετο εις το κατάστημα συνομιλών με διαφόρους θαμώνας. Ο κατηγορούμενος και οι δύο άνω συνοδοί του, όταν έφθασαν εις το μπαρ εκάθισαν εις εν τραπέζι όπου εκάθηντο δύο γυναίκες ρουμανικής υπηκοότητος οι οποίες συνωδεύοντο εκεί από άλλον άνδρα και οι οποίες ευρίσκοντο ήδη εις το κατάστημα. Όταν οι δύο αυτές γυναίκες εσηκώθησαν από το τραπέζι και ήρχισαν να χορεύουν, ο άνω Ι. Ν. τις επλησίασεν και ήρχισεν να τους ομιλή. Ο κατηγορούμενος τότε εθεώρησεν εαυτόν προσβεβλημένον από την άνω προσέγγισιν του Ι. Ν. προς αυτάς, εξενευρίσθη, ηγέρθη, επλησίασεν τον Ι. Ν. και του "σφύριξε" εις το αυτί. Ο Ι. Ν. αντιληφθείς την σαφή επιθετικότητα του κατηγορουμένου και τον εντεύθεν κίνδυνον δια την ζωήν του, απεμακρύνθη προς το εσωτερικόν του καταστήματος προκειμένου να μην ερεθίση τον κατηγορούμενον. Όμως, μετ' ολίγον, μεταγνώσας επανήλθεν και επλησίασεν και πάλιν τις άνω δύο γυναίκες οι οποίες, ως εσημειώθη, προήρχοντο από το τραπέζι όπου εκάθητο ο κατηγορούμενος και οι οποίες εχόρευον ακόμη. Τότε ο κατηγορούμενος, αυτήν την φοράν ομού μετά του άνω αλβανού υπό το όνομα A., ερεθισθείς από την επιμονήν του Ι. Ν. να προσέγγιση τις δύο γυναίκες, εσηκώθη και πάλιν από το τραπέζι, επλησίασε και πάλιν τον Ι. Ν. επηκολούθησεν μεταξύ των φραστικόν επεισόδιον, κατά το οποίον ο κατηγορούμενος και ο A. εξύβρισαν τον Ι. Ν.. Διαρκούντος μάλιστα του επεισοδίου ο κατηγορούμενος είπε εις τον Ι. Ν. ψιθυριστά εις το αυτί ότι θα τον φονεύση. Τότε οι υπάλληλοι "σεκιούριτυ" του καταστήματος προκειμένου να μη επεκταθή το επεισόδιον, το οποίον ελάμβανε σοβαρός διαστάσεις, εξέβαλον, βιαίως από το κατάστημα τους άνω δύο αλβανούς, δηλαδή τον κατηγορούμενον και τον A., ενώ οι ρουμάνοι Ι. Ν. και ο άνω B. M. παρέμειναν εντός αυτού. Μετά ικανήν ώραν και περί ώραν 6.00' οι άνω δύο ρουμάνες συνοδευόμενες από τον άνδρα ο οποίος αρχήθεν τις συνώδευεν, εξήλθον του καταστήματος αποχωρούσες και εκινούντο εις το πεζοδρόμιον. Τότε τις ηκολούθησεν εκτός του καταστήματος και ο Ι. Ν. ο οποίος ήρχισεν και πάλιν να συνομιλή και δη εις έντονον ύφος με την μία από αυτές ιστάμενος επί του πεζοδρομίου, προ του αριθμού 8 της οδού ..., ενώ ή άλλη παρέμενεν ολίγα μέτρα μακράν εις το πεζοδρόμιον και απλώς τους παρηκολούθει. Ενώ ο Ι. Ν. συνωμίλει ανύποπτος με την άνω γυναίκα ο κατηγορούμενος ο οποίος είχεν αποφασίσει ήδη εν ηρέμω ψυχική καταστάσει να τον φονεύση, τον επλησίασεν αιφνιδίως εποχούμενος ως συνεπιβάτης εις την θέσιν του συνοδηγού του ιδίου ως άνω αυτοκινήτου τύπου FIAT CEICENTO το οποίον αυτήν την φοράν το ωδήγει εις την οδόν ... ο άνω άγνωστος αλβανός υπό το όνομα A., με προέλευσιν από την οδόν ... και με κατεύθυνσιν προς την Πλατείαν .... Το αυτοκίνητον επλησίασεν τους συνομιλούντας Ι. Ν. και την άνω συνομιλούσαν μετ' αυτού ως άνω γυναίκα, οι οποίοι ευρίσκοντο εις το πεζοδρόμιον και συνωμίλουν εντόνως. Όταν προσήγγισαν τον Ι. Ν. εις εγγυτάτην απόστασιν ο άνω οδηγός, κατά το εγκληματικόν σχέδιον του κατηγορουμένου, εμείωσεν εις το ελάχιστον την ταχύτητα του οχήματος, προκειμένου να διευκολύνη την στόχευσιν του κατηγορουμένου, χωρίς όμως και να μηδένιση την ταχύτητα αυτού και ευθύς αμέσως ο κατηγορούμενος με εν πιστόλι τύπου τοκάρεφ το οποίον έφερεν παρανόμως μεθ' εαυτού εις το αυτοκίνητον, από το ανοικτόν παράθυρο του συνοδηγού εστόχευσεν τον Ι. Ν. και τον επυροβόλησεν τέσσερις φορές, με αποτέλεσμα εν μόνον βλήμα του χρησιμοποιηθέντος από τον κατηγορούμενον πυροβόλου όπλου να πλήξη τον Ι. Ν. εκ των έμπροσθεν εις το πρόσθιον θωρακικόν τοίχωμα, προκαλέσας εις αυτόν διαμπερές τραύμα, εξ αιτίας του οποίου, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Οι κάλυκες των τεσσάρων βλημάτων εκτιναχθέντες κατέπεσαν εντός του αυτοκινήτου, διότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνον των πυροβολισμών είχεν την ένοπλον χείρα του εντός του οχήματος, τοσούτο μάλλον όσον το όπλον αυτό εμφανίζει ισχυράν ανάκρουσιν και απαιτείται κατά την χρήσιν αυτού να κρατείται είτε δια των δύο χειρών είτε πολύ κοντά εις τον κορμόν του βάλλοντος, προκειμένου ο πυροβολών να το ελέγχη και να μην απωλέση τον ελέγχον του όπλου μετά την πρώτην βολήν. Ακολούθως αφού ο άνω αλβανός υπό το όνομα A., ο οποίος ωδήγει το αυτοκίνητον αναπτύξας ταχύτητα το όχημα και ο επιβαίνων κατηγορούμενος απομακρύνθησαν από τον τόπον του συμβάντος και αφού εσταμάτησε το όχημα εις ένα υπαίθριον χώρον σταθμεύσεως παρά τον σταθμόν ΗΣΑΠ Αγίου Νικολάου, ο κατηγορούμενος δρων μεθοδικώς και ψυχραίμως προκειμένου να απαλλαγή από το όπλον του εγκλήματος και να διασφαλίση κάλλιον τον μη εντοπισμόν του επέταξεν το πιστόλι εις τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Ο κατηγορούμενος αμέσως επεκοινώνησεν τηλεφωνικώς με τον άνω Ρουμάνο B. M., και αφού εβεβαιώθη ότι το τραύμα όντως προεκάλεσεν τον θάνατον εις τον Ι. Ν. κατά τους αμέσως επόμενους μήνας δεν προσήγγιζεν την περιοχήν της Πλατείας ..., δια να μην αναγνωρισθή από τους παρατυχόντας ρουμάνους. Την 28-5-2008 ο κατηγορούμενος συνελήφθη από αστυνομικούς του Τμήματος Διώξεως λαθρομεταναστών ..., επί της συμβολής των οδών ... και ... εις Αθήνας. Εις τους αστυνομικούς εδήλωσεν ότι αυτός είχεν πυροβολήσει την 25-2-2008 τον ρουμάνον υπήκοον Ι. Ν. έξω από το μπαρ ..., ισχυρίσθη όμως ότι προηγουμένως είχε κάμει χρήση ναρκωτικών και μεγάλης ποσότητος αλκοόλ και ότι είχε δεχθή επίθεσιν από τον Ι. Ν., ενώ ευρίσκετο εις το σταματημένον αυτοκίνητον, ισχυρισμούς τους οποίους επανέλαβε έκτοτε και κατά την απολογίαν του εις το ακροατήριον. Την 30-5-2008 υπέδειξεν εις τους αστυνομικούς το σημείον όπου επέταξεν το όπλον, χωρίς όμως τούτο να ανευρεθή, παρά την γενομένην επισταμένην αναζήτησιν και έρευναν. Την 30-5-2008 ωδήγησεν τους αστυνομικούς εις την επί της οδού ..., αρ. 14 εις τον ... κατοικίαν του, όπου τους παρέδωσεν και αυτοί κατέσχον τα κάτωθι: α) Δύο αυτοσχέδιες συσκευασίες οι οποίες περιείχον σκόνην λευκού χρώματος, οι οποίες, ζυγισθείσες εις ζυγαριάν της Υποδιευθύνσεως Διώξεως Ναρκωτικών την 30-5-2008 ευρέθησαν να έχουν μικτόν βάρος 28 γραμμαρίων, β) το υπ' αριθμ. .../14-6-2004 δελτίον ταυτότητος Ρουμανίας, όπου εικονίζετο ο ίδιος και γ) την υπ' αριθ. ... ρουμανικήν άδειαν ικανότητος οδηγήσεως όπου εικονίζετο ο ίδιος. Οι άνω δύο αυτοσχέδιες συσκευασίες απεδείχθη ότι περιείχον την απηγορευμένην ναρκωτικήν ουσίαν κοκαΐνη, όπως απεδείχθη από την αναγνωσθείσαν υπ' αριθμ. πρωτ. 3085/2008 έκθεσιν εξετάσεως της Γ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών, ενώ τα κατασχεθέντα ως άνω έγγραφα δεν είχον εκδοθή από τις αρμόδιες Ρουμανικές Αρχές, αλλ' ήσαν εξ υπαρχής πλαστά ως προς όλα τα στοιχεία των και ο κατηγορούμενος ο οποίος σαφώς εγνώριζε την πλαστότητα, τα είχεν χρησιμοποιήσει τουλάχιστον τετράκις εντός του χρονικού διαστήματος από τον Νοέμβριον του 2007 έως την 30-5-2008, εις ελέγχους οι οποίοι του έγιναν εις Αθήνας, προκειμένου να διευκολύνη την κίνησίν του εις την Ελλάδα, διότι με την χρήσιν των εγγράφων αυτών ενεφανίζετο ως Ρουμάνος (Κοινοτικός) υπήκοος και επομένως, ως έχων το δικαίωμα νομίμου διαμονής εις την Ελλάδα. Όσον αφορά τα ναρκωτικά τα οποία κατεσχέθησαν, απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος τα είχε αγοράσει εις την ευρυτέραν περιοχήν της ... και εις μη εξακριβωθέντα επακριβώς χρόνον, πάντως εντός του προηγουμένου μηνός από της, γενομένης την 30-5-2008, συλλήψεώς του, από άγνωστα πρόσωπα και έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος, με σκοπόν την εμπορίαν και με τον ίδιον σκοπόν τα κατείχε την 30-5-2008 εντός της, επί της οδού ..., αρ.14 εις τον ..., οικίας του. Ο κατηγορούμενος, αν και παρανόμως ευρισκόμενος εις την Ελλάδα αλλοδαπός, χωρίς εργασίαν και εμφανείς πόρους ζωής, επί επτά περίπου μήνας πριν από τη σύλληψίν του χωρίς να εργάζεται είχεν χρηματικήν άνεσιν, διέμενεν εις μισθωμένην οικίαν δια την οποίαν κατέβαλλεν μίσθωμα, εχρησιμοποίει διαρκώς δια τις μετακινήσεις του ταξί και εξόδευεν χρήματα δια διασκέδασιν. Απεδείχθη ότι τα απαραίτητα για την άνετον διαβίωσίν του χρήματα τα εξοικονομούσε, από την εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών, σκοπόν δια τον οποίον ηγόρασε και κατείχεν την άνω ποσότητα των 28 γραμμαρίων κοκαΐνης η οποία κατεσχέθη εις την κατοικίαν του την 30-5-2008, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του, ότι την εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών ηγόρασεν και κατείχεν δι' ιδίαν αυτού αποκλειστικώς χρήσιν. Επίσης, από τα άνω εν σχέσει με τον τρόπον και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος ετέλεσεν την ανθρωποκτονίαν εις βάρος του Ι. Ν., αποδεικνύεται ότι τον εφόνευσεν εκ προθέσεως και ευρισκόμενος εις ήρεμον ψυχικήν κατάστασιν τόσον κατά τον χρόνον της λήψεως της αποφάσεως όσον και κατά τον χρόνον της τελέσεως της πράξεως. Ειδικώτερον απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος χολωθείς εξ ασήμαντου αφορμής, ήτοι εκ του ότι ο Ι. Ν. απλώς συνωμίλει με ρουμανίδα γυναίκα μετά της οποίας η μόνη σχέσις η οποία τον συνέδεε ήτο ότι απλώς ευρίσκετο εις το αυτό με αυτόν τραπέζι εντός του καταστήματος, απεφάσισεν να τον φονεύση ευρισκόμενος εν ηρέμω ψυχική καταστάσει και χωρίς οιοδήποτε συναίσθημα αυτού να ευρίσκεται εις υπερδιέγερσιν, κινούμενος απλώς από ψυχράν και νηφάλιον εκδικητικότητα και εν ταυτώ αισθανόμενος εσχάτην περιφρόνησιν προς την αξίαν της ανθρωπινής ζωής και μάλιστα του εδήλωσεν ρητώς την πρόθεσίν του αυτήν. Μάλιστα τούτο το απεφάσισεν και το εδήλωσεν εις τον Ι. Ν. πριν επιταθή το επεισόδιον και τον εκβάλουν οι άνω υπάλληλοι του καταστήματος έξω από αυτό. Εμεθόδευσεν δε την ανθρωποκτονίαν, ούτως ώστε να είναι βέβαιος ο θάνατος του Ι. Ν.. Ειδικώτερον, ενώ μετά το επεισόδιον απεχώρησεν και απεμακρύνθη του καταστήματος, αφού παρέλαβεν μεθ' εαυτού ισχυρόν πιστόλι τύπου τοκάρεφ, επανήλθεν αφού εζήτησεν από τον ομοεθνή υπό το όνομα A. να οδήγηση αυτός το αυτοκίνητον ώστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος να έχη ελευθέρας τας χείρας δια να πυροβόληση ευχερέστερον και δη του εζήτησεν να τον μεταφέρη έξωθι του καταστήματος (ήτοι εις τον τόπον όπου βεβαίως θα ανευρίσκετο εξερχόμενος ο Ι. Ν.). Εκεί εκ τίνος αποστάσεως ανέμενον εποχούμενοι τον Ι. Ν. να εξέλθη του καταστήματος, όταν δε εβεβαιώθησαν ότι εξήλθεν, τον επλησίασαν εποχούμενοι, ως άνω περιεγράφη και τότε, ενώ ο παθών ανύποπτος διεπληκτίζετο μετά της άνω γυναικός, κατά το σχέδιόν των όταν τον επλησίασαν ανέκοψαν την ταχύτητα του αυτοκινήτου και ο κατηγορούμενος εσκόπευσεν τον Ι. Ν. και, τελών εν ηρέμω ψυχική καταστάσει, επυροβόλησεν κατ' αυτού τετράκις με σκοπόν να τον φονεύση και ουχί απλώς να τον τραυματίση ή τον εκφοβίση. Η ανθρωποκτόνος πρόθεσις του κατηγορουμένου απεδείχθη, και από τον τρόπον της ενεργείας και δη τον μεθοδευθέντα αιφνιδιασμόν του παθόντος, από την κατ' αυτού ρίψιν τεσσάρων βολίδων και εκ του σημείου και του είδους του άνω τραύματος το οποίον ο κατηγορούμενος εγνώριζεν ότι είναι ικανόν να επιφέρη τον θάνατον του παθόντος, τον οποίαν αρχήθεν εσχεδίασεν και επέφερεν. Εκ των βολίδων αυτών η μία μόνον έπληξεν τον Ι. Ν. και δη εις το πρόσθιον θωρακικόν τοίχωμα και του προεκάλεσεν διαμπερές τραύμα, εξ αιτίας του οποίου, ως μόνης ενεργού αίτιας, επήλθεν αμέσως ο θάνατός του. Κατόπιν, κατά το σχέδιόν των, ο ομοεθνής του κατηγορουμένου οδηγός υπό το όνομα A. αναπτύξας την ταχύτητα του αυτοκινήτου επέτυχεν ώστε τόσον αυτός όσον και ο επιβαίνων κατηγορούμενος απεμακρύνθησαν από τον τόπον του συμβάντος. Κατόπιν εσταμάτησεν το όχημα εις ένα υπαίθριον χώρον σταθμεύσεως παρά τον σταθμόν ΗΣΑΠ Αγίου Νικολάου και τότε ο κατηγορούμενος, δρων μεθοδικώς και ψυχραίμως, προκειμένου να απαλλαγή από το όπλον του εγκλήματος και να διασφαλίση κάλλιον τον μη εντοπισμόν του επέταξεν το πιστόλι εις τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί τελέσεως της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας άλλως ότι πρόκειται περί θανατηφόρου σωματικής βλάβης πρέπει, συνεπώς προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα, να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι. Ομοίως πρέπει, συνεπώς προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα, να απορριφθή ως αναπόδεικτός και ο περί αμύνης ισχυρισμός καθ' όσον απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος επυροβόλησεν τον ανυποψίαστον Ι. Ν. ο οποίος ευρίσκετο εις το πεζοδρόμιον από απόστασιν και όχι εκ του σύνεγγυς αφού προηγουμένως τον εστόχευσεν, χωρίς να υπάρξη οιαδήποτε επαφή μεταξύ των και χωρίς να έχη δεχθή επίθεσίν τινα από αυτόν. Ως αβάσιμος, συνεπώς προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα, πρέπει να απορριφθή και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τελέσεως της ανθρωποκτονίας εν καταστάσει βρασμού ψυχικής ορμής διότι από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξις του και οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η τελεσθείσα σε βάρος του Ι. Ν. ανθρωποκτονία απεφασίσθη και εξετελέσθη από τον κατηγορούμενο τελούντα εν ηρέμω ψυχική καταστάσει. Περαιτέρω, απεδείχθη από τις αναγνωσθείσες εκθέσεις Ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, εξηρτημένος από την ηρωΐνην, την κοκάϊνην και χασίς, καθόσον έχει αποκτήσει την έξιν της χρήσεως των συγκεκριμένων ναρκωτικών ουσιών την οποίαν δεν δύναται να αποβάλη μόνον με τις ιδικές του δυνάμεις. Όμως απεδείχθη ότι, η πολυτοξικομανία του αυτή, ως και η οργανική βλάβη εγκεφάλου από την οποίαν πάσχει εξ αιτίας της χρόνιας πολυτοξικομανίας του και δια την οποίαν γνωματεύει ο πραγματογνώμων Ι. Ν., ο οποίος κατέθεσεν και ως μάρτυς, δεν επηρέασαν εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν, όσον αφορά την ανθρωποκτονίαν εις βάρος του Ι. Ν., έστω και επ' ελάχιστον την ικανότητα του κατηγορουμένου να αντιληφθή το άδικον της πράξεώς του ή να ενεργήση συμφώνως προς την αντίληψίν του δια το άδικον αυτό. Αντιθέτως, ο όλος τρόπος δράσεώς του, δηλαδή η μετά λεπτομερή οργάνωσιν και σχεδιασμόν με ιδιαιτέρως σκληρόν τρόπον και ψυχραιμίαν θανάτωσις του Ι. Ν., η διαφυγή του κατηγορουμένου από τον τόπον του εγκλήματος και η φροντίς δια την άμεσον "απαλλαγήν" του από το όπλον του εγκλήματος, φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησεν ευρισκόμενος εις πλήρη διαύγειαν. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθή ως αβάσιμος τόσον ο ισχυρισμός του περί ελλείψεως ικανότητος καταλογισμού λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, όσον και ο επικουρικώς προβληθείς ισχυρισμός του περί ηλαττωμένης δια τον ανωτέρω λόγω, ικανότητος προς καταλογισμόν. Τέλος, ουδόλως απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος πριν από την τέλεσιν της πράξεως της ανθρωποκτονίας εις βάρος του Ι. Ν. είχε κάμει χρήσιν ναρκωτικών ουσιών. Το συμπέρασμα, του πραγματογνώμονος Ι. Ν. ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεσιν της ανθρωποκτονίας ετέλει υπό την επίδρασιν συνδυασμού κοκαΐνης, ηρωίνης και αλκοόλ και άλλων ουσιών στηρίζεται, όπως προκύπτει από τη ιατρική έκθεσιν πραγματογνωμοσύνης του, μόνον εις όσα του ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, τα οποία ο πραγματογνώμων απλώς εδέχθη. Όμως, ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί προηγούμενης της πράξεώς του χρήσεως από αυτόν διαφόρων ναρκωτικών, ουσιών δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού, το τοιούτον δεν απεδείχθη, τοσούτο μάλλον όσον η κατάστασις του κατηγορουμένου πριν φθάσουν εις το μπαρ ήτο τόσον καλή, ώστε του επέτρεψεν να οδήγηση ο ίδιος το αυτοκίνητον. Κατά συνέπεια, απορριπτέοι ως αβάσιμοι τυγχάνουν και οι περί ελλείψεως άλλως ηλαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμόν ισχυρισμοί του κατηγορουμένου λόγω διαταράξεως της συνειδήσεώς του, άλλως περί ανυπαιτίου μέθης, άλλως περί υπαιτίου διαταράξεως της συνειδήσεως κατά την έννοιαν της παρ. 3 του άρθρου 35 ΠΚ εξ αιτίας της χρήσεως ναρκωτικών και αλκοόλ. Σημειούται ότι η τοξικομανία καθ' εαυτήν δεν σημαίνει και έλλειψιν άλλως ηλαττωμένην ικανότητα προς καταλογισμόν του κατηγορουμένου λόγω διαταράξεως της συνειδήσεώς του καθ' όσον η τοξικομανία, αυτή και μόνη, δεν οδηγεί εις έλλειψιν ή μείωσιν ικανότητος προς καταλογισμόν, αν δεν συντρέχη μία από τις αναφερόμενες εις το άρθρον 34 ή 36 ΠΚ προϋποθέσεις (ΑΠ 183772006), οι οποίες εν προκειμένω απεδείχθη ότι δεν συντρέχουν κατά τα προδιαληφθέντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθή ο κατηγορούμενος ένοχος: α) ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε βάρος του Ι. Ν., β) παράνομης οπλοφορίας, γ) οπλοχρησίας, δ) αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, από τοξικομανή και ε) χρήσης πλαστών πιστοποιητικών κατ' εξακολούθηση. Το αίτημα του κατηγορουμένου δια την χορήγησιν των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας πρέπει να απορριφθή, διότι δεν απεδείχθησαν περιστατικά δικαιολογούντα την αναγνώρισιν εις τον κατηγορούμενον των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων. Αντιθέτως απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος ούτε έντιμον ζωήν έζησε έως τον χρόνον τελέσεως των άνω πράξεών του δια τις οποίες κηρύσσεται ένοχος, αφού μετά μάλιστα από απέλασίν του είχεν εισέλθει και διέμενεν παρανόμως εις την Χώραν, εκυκλοφόρει οπλοφορών υπό ψευδές όνομα και με πλαστά έγγραφα και μη εργαζόμενος απεκέρδαινεν τα προς το ζην από την εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών, ούτε ειλικρινή μεταμέλειαν επέδειξε αφού μετά την τέλεσιν της ανθρωποκτονίας έσπευσεν να διαφύγη από τον τόπο του εγκλήματος και να εξαφανίση το όπλον του αδιαφορών δια την τύχην του Ι. Ν.. Απεδείχθη τέλος ότι η συγγνώμη την οποία όντως και δη τρόπο καταδήλως επιδεικτικόν (λόγω της όλη προσωπικότητος του κατηγορουμένου), ήτοι δια γονυκλισίας μετά κλαυθμών, εζήτησεν από μέλος της οικογενείας του άνω παθόντος ήτο μόνο ρηματική και αυτή ως και η, μετά την πρωτοβάθμιον καταδίκην του, χρηματική ενίσχυσις της οικογενείας του άνω παθόντος παρά μελών της οικογενείας του εγένοντο προσχηματικώς και μόνον δια να προβληθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ώστε να τύχη του αιτουμένου ελαφρυντικού και να επιτύχη μείωσιν της ποινής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους υπό του αναιρεσείοντος προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) ότι η πράξη αυτή αποφασίσθηκε και εκτελέστηκε από αυτόν, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, β) ότι ο αναιρεσείων, όντας τοξικομανής κατά το χρόνο που αυτός διέπραξε την αποδιδόμενη σ' αυτόν ανθρωποκτονία εστερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό άλλως βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, διότι πριν από τη διάπραξη της ανωτέρω πράξεως είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, γ) ότι βρισκόταν σε κατάσταση ανυπαιτίου μέθης άλλως αν υπαιτίου διαταράξεως της συνειδήσεως κατά την έννοια του άρθρου 35§3 ΠΚ εξαιτίας χρήσεως ναρκωτικών και αλκοόλ και δ) ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμελείας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση την οποία τέλεσε ενώ βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχοντας πλήρη την ικανότητα προς καταλογισμό και της αγοράς και κατοχής 28 γρ. κοκαΐνης ως τοξικομανής με σκοπό την εμπορία. Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 και 299 παρ.1 ΠΚ και άρθρ. 20 Ν. 3459/2006, που το άνω δικαστήριο εφάρμοσε. Ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται α) η ύπαρξη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος του υποκειμενικού στοιχείου με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος ηθέλησε την παραγωγή του άνω εγκληματικού αποτελέσματος διά θετικής αυτού ενέργειας, β) ότι ο αναιρεσείων βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως όσο και κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να φονεύσει τον παθόντα βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χωρίς οποιοδήποτε συναίσθημα αυτού να βρίσκεται σε υπερδιέγερση κινούμενος από ψυχρά εκδικητικότητα, την ανθρωποκτόνο δε πρόθεσή του εκδήλωσε στον παθόντα πριν επιτεθεί το μεταξύ τους επεισόδιο δηλώνοντας σ' αυτόν ρητώς, ότι θα τον σκοτώσει, γ) η απόρριψη ως αβάσιμου του αυτοτελούς ισχυρισμού, ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο της τελέσεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση για την οποία καταδικάστηκε, βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, από τις παραδοχές της απόφασης ως προς τις συνθήκες τελέσεως της πράξης, οι οποίες αποκλείουν την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής, δ) η απόρριψη των λοιπών ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών δεδομένου ότι με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και με επαρκή ανάλυση αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσείον δεν ήταν ακαταλόγιστος ή πρόσωπο με μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή ότι δεν περιήλθε σε κατάσταση αναιτίου μέθης, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης ο τρόπος δράσης του αναιρεσείοντος δηλαδή η μετά λεπτομερή οργάνωση και σχεδιασμό και με ιδιαίτερη ψυχραιμία θανάτωση του θύματος, η διαφυγή του αναιρεσείοντος από τον τόπο του εγκλήματος και η φροντίδα για την άμεση απαλλαγή του από το όπλο του εγκλήματος φανερώνουν ότι αυτός βρισκόταν σε πλήρη διαύγεια, ενώ κατά τις ίδιες παραδοχές ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν τοξικομανής, πριν από την τέλεση της πράξης και κατ' αυτήν δεν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ, μάλιστα δε αντέκρουσε με πλήρη αιτιολογία τα αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη, τα οποία εδέχθη ο ιατροδικαστής ως του τα εξιστόρησε ο κατηγορούμενος και, όχι ενεργώντας τις απαραίτητες ιατροδικαστικές πράξεις και ε) η απόρριψη των προαναφερομένων ελαφρυντικών περιστάσεων. Τέλος, το Δικαστήριο με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος βρισκόταν παράνομα στην Ελλάδα, χωρίς εργασία και εμφανείς πόρους ζωής επί επτά μήνες πριν τη σύλληψή του, είχε χρηματική άνεση, διέμενε σε μισθωμένη οικία για την οποία κατέβαλε το μίσθωμα, χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του ταξί και ξόδευε χρήματα για διασκέδαση και ότι τα απαραίτητα για την άνετη διαβίωσή του χρήματα τα εξασφάλιζε από την εμπορία ναρκωτικών ουσιών, σκοπό για τον οποίον αγόρασε και κατείχε την ευρισκομένη στην οικία του ποσότητα των 28 γραμμαρίων κοκαΐνης πλήρως αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι ο αναιρεσείων αγόρασε και κατείχε την παραπάνω ποσότητα για ιδία αυτού αποκλειστική χρήση και κατόπιν τούτου κήρυξε αυτόν ένοχο αγοράς και κατοχής 28 γρ. κοκαΐνης με σκοπό την εμπορία. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' σχετικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι στο σχετικό λόγο αναιρέσεως αναφερόμενες αιτιάσεις ότι το άνω Δικαστήριο δεν απήντησε αιτιολογημένα στον προβληθέντα ισχυρισμό ότι η υπό του αναιρεσείοντος τελεσθείσα αξιόποινη πράξη δεν έφερε το νομικό χαρακτήρα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση αλλά της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, άλως της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, είναι απορριπτέος, αφενός μεν γιατί το δικαστήριο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές απήντησε στον ισχυρισμό αυτό, δεχόμενο την ύπαρξη ανθρωποκτόνου πρόθεσης, αφετέρου δε γιατί η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως που του αποδίδεται δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες με την επίφαση της έλλειψης της αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 502 παρ.1 και 365 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας που δόθηκε στην προδικασία δεν παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τα άρθρα 6 παρ.3 στοιχ.δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και από το άρθρο 333 παρ.2 του ΚΠΔ, να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, εκτός αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχε αντιλέξει στην ανάγνωση της εν λόγω κατάθεσης. Εφόσον, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αντιλέξει στην ανάγνωση της ως άνω κατάθεσης, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από τις προαναφερόμενες διατάξεις, να θέτει ερωτήματα στο μάρτυρα, αφού διατηρείται το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να κάνει παρατηρήσεις και να εκθέσει τις απόψεις του επί της κατάθεσης του μάρτυρα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος πρόσθετος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δικάσαντος Μικτού Ορκωτού Εφετείου, με την αιτίαση ότι αναγνώσθηκαν οι ένορκες καταθέσεις των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση μαρτύρων, που είχαν δοθεί στην προδικασία, χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν αδύνατη η εμφάνισή τους στο ακροατήριο είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η ανάγνωση αυτή, στην οποία δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δημιουργεί ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως προς την περί ενοχής κρίση και την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και λόγω της ανάγνωσης των μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν στην προδικασία. Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, απερρίφθησαν στα πλαίσια της έρευνας των λόγων αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.Α' και Δ' ΚΠΔ, δεν καθιδρύουν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, θεμελιούμενο στην διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ορίζουσα ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...". Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι ποινικές υποθέσεις δικάζονται από ανεξάρτητα και νομίμως λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαιος, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται, αντίστοιχα, ουσιαστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων, στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της, κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Με την διάταξη αυτή καθορίζονται ποια δικαιώματα παρέχονται για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Πρόκειται, επομένως, περί διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και η τυχόν παραβίασή της, θεμελιώνει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1Ε του ΚΠΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως, όταν ουσιαστικό ποινικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της προαναφερομένης αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νομίμως με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητός του, εφαρμόσει εσφαλμένως κάποια διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, οπότε η νομική αυτή πλημμέλεια ελέγχεται αποκλειστικά από τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ ένδικα μέσα. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, οι ίδιες ως άνω νομικές πλημμέλειες, προβαλλόμενες, με τους προαναφερομένους αναιρετικούς λόγους ως παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 510 παρ.1Α και Δ ΚΠΔ, που τηρήθησαν ως αβάσιμες, προβάλλονται και ως παραβίαση της άνω ουσιαστικής διατάξεως (άρθρ. 6 παρ.1 ΕΣΔΑ) χωρίς να γίνεται από τον αναιρεσείοντα επίκληση των λόγων για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη αυτή και ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο. Επομένως, οι άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αόριστες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθμ. 396, 397 και 412/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-7-2011 αίτηση (δήλωση) του B. B. του P., κατοίκου ..., και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο από 30-7-2012 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 396, 397 και 412/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ