Αριθμός 1372/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ρ. του Ν. και Π., 2) Π. Ρ. του Ν. και της Π., 3) Π. χήρας Ν. Ρ., κατοίκων ..., της τοπικής κοινότητος ..., της δημοτικής ενότητας Τριταίας του Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ζαρναβέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., της τοπικής κοινότητος ..., της δημοτικής ενότητας Τριταίας του Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 30-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 138/2021 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από ... έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 142/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου .... Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 25-2-2019 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των εναγομένων, καθώς και κατά του Ν. Ρ., μετά το θάνατο του οποίου συνέχισαν τη δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι του οι ήδη αναιρεσείοντες και με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος και νομέας ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 385 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ... ... του Δήμου ... και στην ειδικότερα θέση "...". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 16-10-1978 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος απέκτησε άτυπα από τον Α. Μ. του Χ. έναν ξερικό αγρό έκτασης οκτώ στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." μετά τεσσάρων στρεμμάτων δασικής έκτασης, όπως αναφέρεται στο εν λόγω συμφωνητικό, της περιφέρειας ..., το οποίο συνορεύει, κατά την περιγραφή στο συμφωνητικό αυτό, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας ..., δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας ..., βόρεια με κοινοτικό δρόμο και νότια με ποτάμι. Στο εν λόγω συμφωνητικό αναφέρεται ότι αυτό συντάχθηκε προσωρινά μέχρι τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου και από τότε ο αγοραστής μπορεί να νέμεται τον ως άνω αγρό όπως θέλει. Επομένως, με το ως άνω συμφωνητικό ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος απέκτησε τη νομή και την κατοχή τους ως άνω ακινήτου, μεταβιβασθείσα από τον μέχρι τότε νομέα αυτού, όπως δεν αμφισβητείται, Α. Μ.. Η ευρύτερη έκταση που ο ενάγων έχει στη θέση αυτή αποτυπώνεται στο από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ. με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 1 συνολικής έκτασης 4.021 τ.μ., συνορεύουσα βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Κ., νότια εν μέρει με τον επαρχιακό δρόμο από ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Ρ., ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Κ. και δυτικά με άλλο δρόμο. Εντός της ευρύτερης αυτής έκτασης και δη στο δυτικό κομμάτι αυτής υπάρχει οικία με το γύρω χώρο αυτής περιφραγμένη. Το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι έκτασης 385 τ.μ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία 4-5-5α-5β-4 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και σύμφωνα με την αποτύπωση αυτή, εμπίπτει στην ως άνω συνολική έκταση των 4.021,72 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 24,60 μ. με ιδιοκτησία του ενάγοντος, νότια σε πλευρά μήκους 24,60 μ. με επαρχιακό δρόμο από ..., ανατολικά σε πλευρά μήκους 15,67 μ. με δημόσια δασική έκταση, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, κατά δε το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με υπόλοιπη ιδιοκτησία του και δυτικά με ιδιοκτησία του και δη με την τσιμεντένια μάνδρα του αύλειου χώρου της ως άνω οικίας του (βλ. φωτογραφίες του επιδίκου που προσκομίζουν οι εκκαλούντες). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα της ως άνω έκτασης που απέκτησε με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό. Στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του ενάγοντος η ιδιοκτησία Ρ. αποτυπώνεται ανατολικότερα και ανάμεσα στο επίδικο και την ιδιοκτησία του Ν. Ρ. μεσολαβεί ένα εδαφικό τμήμα, που χαρακτηρίζεται ως δασικό. Είναι το εδαφικό τμήμα που στο ως άνω τοπογραφικό αποτυπώνεται με τα στοιχεία 5-6-7-7α-5α-5. Για την ύπαρξη ανατολικότερα ιδιοκτησίας Ρ. κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου γιος του Κ. Κ. στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου ... κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που αφορούσε το επίδικο και ο οποίος επιβεβαιώνει την ύπαρξη ιδιοκτησίας Ρ. ανατολικότερα του επιδίκου, η οποία βρίσκεται αριστερά του δρόμου με κατεύθυνση από το ... προς τη ..., δηλαδή πάνω από το δρόμο, την οποία αναγνώρισε σε φωτογραφίες που του επέδειξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των τότε καθών η αίτηση και ήδη εκκαλούντων (βλ. τα υπ' αριθμ. 233/2018 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου ...). Για την ιδιοκτησία αυτή Ρ., πάνω από το δρόμο, κάνουν λόγο και οι μάρτυρες του εφεσιβλήτου στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και επικαλέστηκε. Συγκεκριμένα, ο Θ. Κ. κατέθεσε ότι η ιδιοκτησία Ρ. αρχίζει ανατολικότερα και δεν συμπεριλαμβάνει το επίδικο και μεταξύ αυτού και της ιδιοκτησίας Ρ. μεσολαβεί ένα τμήμα δασικής έκτασης (βλ. την υπ' αριθ. 1549/2018 ένορκη βεβαίωση). Τα ίδια περίπου καταθέτει και ο μάρτυρας Ι. Π. (βλ. 2199/2018 ένορκη βεβαίωση), αλλά και οι μάρτυρες Π. Κ. και Θ. χα Σ. Κ. (σχ. η υπ' αριθ.10/2021 ένορκη βεβαίωση). Άλλωστε, ο εφεσίβλητος στο δικό του ως άνω τοπογραφικό του έτους 2009, συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο, όπως αναφέρθηκε, αποτυπώνει ανατολικότερα και πάνω από το δρόμο ιδιοκτησία Ρ.. Οι εκκαλούντες με την έφεσή τους και τις προτάσεις τους το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δεδομένου ότι στον πρώτο βαθμό είχαν αρκεστεί σε γενική άρνηση της αγωγής, ισχυρίζονται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα αυτής της έκτασης που έχουν πάνω από το δρόμο και είναι περίπου συνολικής έκτασης 3,5 στρ., που περιήλθε στον πατέρα τους και σύζυγο της τρίτης και αποβιώσαντα εναγόμενο Ν. Ρ., αλλά και στον αδελφό του Β. Ρ., μετά το θάνατο του πατέρα τους το έτος 1976 και στη συνέχεια με άτυπη διανομή μεταξύ τους το έτος 1997 αποκλειστικά στον Ν. Ρ. Ήδη δε ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσας την 28-5-2019 Ν. Ρ. κατέλειπε με ιδιόγραφη διαθήκη την εν λόγω έκταση, που κατά τους ισχυρισμούς τους περιλαμβάνει και το επίδικο, στον γιο του και εκκαλούντα Π. Ρ. και ότι επομένως μετά τη συμβολαιογραφική αποδοχή της ως άνω κληρονομίας είναι κύριος αυτού ο Π. Ρ.. Ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί ειδική άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, δεδομένου ότι οι εκκαλούντες αρνούνται τα θεμελιωτικά της κυριότητας του ενάγοντος περιστατικά και επομένως δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό στην κατ' έφεση δίκη ώστε να πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ για την παραδεκτή προβολή του. Την έκταση αυτή, η ύπαρξη της οποίας επιβεβαιώθηκε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποτυπώνουν οι εκκαλούντες στο από Μάιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Τ. ως έκταση 3.640,95 τ.μ. με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3....Α33-Α1, ως ευρισκόμενη στη θέση "..." και συνορεύουσα κατά την πιο πάνω αποτύπωση νότια με επαρχιακό δρόμο, βορειοανατολικά με μονοπάτι, βόρεια με ιδιοκτησία Π. Κ., βορεοανατολικά πάλι με ιδιοκτησία Π. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Κ. και εν μέρει με δασική έκταση, βορειοανατολικά πάλι με δασική έκταση και δυτικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου. Σύμφωνα με την αποτύπωση αυτή, η ιδιοκτησία Ρ. φθάνει μέχρι την περίφραξη της οικίας του ενάγοντος και καταλαμβάνει επομένως και το ως άνω επίδικο εδαφικό τμήμα, αλλά και το ανατολικά αυτού εφαπτόμενο ως άνω χαρακτηριζόμενο ως δασικό. Το εν λόγω αγροτεμάχιο, ο αποβιώσας Ν. Ρ. κατέλειπε με την από 15-3-2019 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (βλ. το υπ' αριθ. 1026/2019 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου ...), στο γιο του και εκκαλούντα Π. Ρ., μαζί επίσης με αγρό έκτασης 7.200 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια θέση κάτω από το δρόμο από ... και συνορεύει γύρωθεν σε καμπύλη πλευρά με την εν λόγω επαρχιακή οδό, νότια με ρέμα, δυτικά με δασική έκταση και ανατολικά με ιδιοκτησία Β. Ρ. Ο Π. Ρ. αποδέχθηκε την ως άνω επαχθείσα κληρονομία, δυνάμει της υπ' αριθ. 4139/14-5-2020 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου ... Μ. Α.-Μ., μεταγεγραμμένης σε τόμο 120 και αριθμό 7 των ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Τα ως άνω εδαφικά τμήματα, αποτελούσαν τμήματα μείζονος ενιαίας έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων, που περιήλθε στον Νικόλαο Ρ. και τον αδελφό του Βασίλειο, λόγω κληρονομίας του αποβιώσαντος την 21-11-1976 πατέρα τους Π. Ρ. του Γ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και την οποία αποδέχθηκε συμβολαιογραφικά με την υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Τριταίας Α. Π.Γ.., μεταγεγραμμένη σε τόμο 33 και αριθμό 3177 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τριταίας. Στην εν λόγω αποδοχή κληρονομίας γίνεται λόγος για αγρό 20 στρεμμάτων συνορευόμενου γύρωθεν με κοινοτική οδό και με αγρό Β. Τ. Τον όλο αγρό των 20 στρεμμάτων τεμάχισε η διάνοιξη της επαρχιακής οδού ...-... και το έτος 1997 τα αδέλφια Ν. και Β. Ρ. προέβησαν σε άτυπη διανομή αυτού, σύμφωνα με την οποία ο Ν. Ρ. έλαβε το ως άνω κομμάτι των 3.640,95 τ.μ. βόρεια, πάνω από το δρόμο και νότια κάτω από το δρόμο έλαβε το ως άνω κομμάτι των 7.200 τ.μ. (βλ. ένορκη βεβαίωση του Ν. Ρ.. αλλά και των υπολοίπων μαρτύρων των εφεσιβλήτων σε συνδυασμό με την αποτύπωση ιδιοκτησίας Ρ. πάνω από το δρόμο στο τοπογραφικό διάγραμμα του 2009 του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου). Ωστόσο, είναι ερειδόμενο το ζήτημα εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην ευρύτερη έκταση της ιδιοκτησίας των 4.021,72 τ.μ. του ενάγοντος που περιήλθε σε αυτόν εν μέρει με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ή εμπίπτει στην ως άνω έκταση των 3.640,95 τ.μ. που έχει περιέλθει πλέον στον εκκαλούντα Π. Ρ.. Ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς να έχει προκύψει οποιαδήποτε έριδα ή αντιδικία αποτύπωσε την ως άνω συνολική του έκταση στη θέση "...", στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του 2009, περιλαμβάνοντας σαφώς εντός αυτής και το επίδικο, αλλά και το εφαπτόμενο ανατολικά αυτού δασικό τμήμα, αποτυπώνοντας την ιδιοκτησία Ρ. νότια και ανατολικότερα αυτών. Επίσης, καθόλα τα πρόσφατα έτη από το 2014 έως και το 2018 δηλώνει την ως άνω έκταση των 4.000 τ.μ. που περιλαμβάνει και το επίδικο στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλει (βλ. αντίγραφα αυτής των ετών 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018). Το έτος 2015 άσκησε την από 31-5-2015 αγωγή του κατά του Α. Μ., γιο του δικαιοπαρόχου του Α. Μ., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ως άνω ακριβώς επίδικου εδαφικού τμήματος λόγω αμφισβήτησής της από τον τελευταίο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 325/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που έκανε δεκτή την αγωγή του και τον αναγνώρισε κύριο του ως άνω εδαφικού τμήματος, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιήλθε σε αυτόν άτυπα το έτος 1978 με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι έκτοτε νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το με κηπευτικά κυρίως χωρίς να ενοχληθεί από τρίτον. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, καθόσον δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά αυτής και μεταγράφηκε μάλιστα και στο Υποθηκοφυλακείο Τριταίας σε τόμο 113 και αριθμό 26. Περαιτέρω, την 23-5-2016 ο ενάγων περιέφραξε το επίδικο και τότε ο Π. Ρ. προσήλθε παραπονούμενος στο Α.Τ. ... ότι ο ενάγων περιέφραξε δασική έκταση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να περάσει το κοπάδι του και ότι ισχυρίζεται (εννοείται ο ενάγων) ότι είναι ιδιοκτησίας του. Σε απάντηση των παραπόνων αυτών, ο ενάγων ανέφερε ότι η εν λόγω έκταση είναι δική του και κατέχει νόμιμα έγγραφα ιδιοκτησίας για αυτήν (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 1020/3857/6-γ/31-3-2018 απόσπασμα του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. ...). Την 19-5-2017 οι εκκαλούντες Π. και Μ. Ρ. κατέστρεψαν εκ νέου την περίφραξη του επιδίκου και ο ενάγων υπέβαλε έγκληση σε βάρος τους, ισχυριζόμενος και πάλι ότι το επίδικο είναι ιδιοκτησίας του, ενώ την 17-5-2017 είχαν προκαλέσει ζημιές με το ποίμνιό τους στα κεραμίδια της οικίας του και στο περιβόλι με κουκιά και μπίζα (βλ. την από 22-5-2017 ένορκη κατάθεση επέχουσα θέση εγκλήσεως του ενάγοντος, καθώς και το συνταχθέν κατηγορητήριο για φθορά, απειλή και φθορά δια ζώων για τα ως άνω περιστατικά). Επίσης, την 13-3-2018, οι εκκαλούντες εισήλθαν στο επίδικο που ήταν περίκλειστο, έσκαψαν και ξερίζωσαν από το επίδικο θάμβους, μικρά δένδρα και μία μικρή ελιά, κλάδεψαν δε μικρά πεύκα. Και για τις πράξεις τους αυτές ο ενάγων υπέβαλε αντίστοιχη έγκληση εναντίον τους (βλ. το από 21-1-2019 σχετικά συνταχθέν κατηγορητήριο). Εν τέλει, την 16-4-2018 οι εκκαλούντες με τη χρήση γεωργικού ελκυστήρα εισήλθαν στο επίδικο και το όργωσαν, καταστρέφοντας την υπάρχουσα βλάστηση. Και σε αυτήν την ενέργεια, ο ενάγων αντέδρασε και κατέθεσε έγκληση, ασκήθηκε δε σε βάρος τους εκ νέου ποινική δίωξη (βλ. το από 16-9-2019 κατηγορητήριο). Μετά και την τελευταία ως άνω ενέργεια των εκκαλούντων, ο ενάγων κατέθεσε εναντίον τους την υπό κρίση αγωγή, ενώ είχε καταθέσει εναντίον τους την από 23-4-2018 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής του, εναντίον τους. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε στον πρώτο βαθμό λόγω έλλειψης κατεπείγοντος (βλ. την υπ' αριθ. 233/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...), σε δεύτερο βαθμό όμως έγινε δεκτή η αίτησή του, αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου και υποχρεώθηκαν οι εκκαλούντες να αποδώσουν τη νομή αυτού προσωρινά στον ενάγοντα. Από τα ως άνω περιστατικά καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων επεδείκνυε σταθερά διάνοια κυρίου για το επίδικο, αφού πάντα το θεωρούσε τμήμα της συνολικής ιδιοκτησίας του των τεσσάρων περίπου στρεμμάτων στη συγκεκριμένη θέση και το περιέλαβε στο συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο τοπογραφικό, ενώ το περιλαμβάνει και στις δηλώσεις της περιουσιακής του κατάστασης, αλλά και στον ΕΝΦΙΑ. Περαιτέρω, ενεργούσε και εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου, καθόσον το οριοθετούσε, απέκρουε σταθερά όλες τις προσβολές της νομής και τις αμφισβητήσεις τόσο από τους εκκαλούντες όσο και από τρίτους (βλ. ως άνω αναγνωριστική αγωγή, που μάλιστα μετέγραψε και κατέστησε άρα γνωστή έναντι παντός ενδιαφερόμενου τρίτου) Επιπλέον, όπως καταθέτουν και οι μάρτυρές του στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, από τότε από το έτος 1978, το καθαρίζει, το περιποιείται και κάθε χρόνο φυτεύει εντός αυτού κηπευτικά. Ας σημειωθεί ότι το επίδικο δεν έχει δασικό χαρακτήρα (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 37872/20-2-2019 έγγραφο του Δασαρχείου ...). Αντίθετα, οι εκκαλούντες περιέλαβαν το επίδικο εδαφικό τμήμα σε τοπογραφικό διάγραμμα, ως τμήμα της ιδιοκτησίας τους, το πρώτον το έτος 2018 και αφού βεβαίως είχε προηγηθεί η αντιδικία και είχε αποβληθεί ο ενάγων από αυτό τον Απρίλιο του 2018. Ούτε βέβαια παλαιότερες του 2018 δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης προσκομίζουν στις οποίες να περιλαμβάνεται το επίδικο. Περαιτέρω, δεν άσκησαν κανένα ένδικο μέσο για την προστασία των δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου, παρά το γεγονός ότι από τα ως άνω αναφερόμενα περιστατικά είναι σαφές ότι ο ενάγων θεωρούσε το επίδικο ιδιοκτησία του και επιμόνως προέβαινε στην οριοθέτησή του. Αντίθετα, στο πρώτο ως άνω επεισόδιο, όταν ο ενάγων περιέφραξε το επίδικο, οι εκκαλούντες παραπονέθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο είναι δασική έκταση και ότι παρεμποδίζεται η διέλευση του ποιμνίου τους χωρίς να προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας επ' αυτού. Ο ενάγων από την άλλη μεριά πάντοτε και σε όλες τις οχλήσεις του από τους εκκαλούντες προέβαλλε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο. Μόνες οι καταθέσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία Ρ. των 3,6 στρ. πάνω από το δρόμο και ότι πάντοτε ο αποβιώσας Ν. Ρ. καλλιεργούσε και όργωνε αυτό και έβοσκε το ποίμνιό του εντός αυτού, δεδομένου ότι αντικρούονται από τις ως άνω αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν αρκούν για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων περί ιδίας κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Ν. Ρ. και λόγω θανάτου αυτού του δευτέρου εξ αυτών Π. Ρ.. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου λόγω έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται αυτό, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1978, καλλιεργώντας το, καθαρίζοντάς το, οριοθετώντας το και αποκρούοντας προσβολές τρίτων με ένδικα μέσα, μέχρι και τον Απρίλιο του 2018, οπότε αποβλήθηκε παράνομα και αυθαίρετα από την νομή αυτού από τους εκκαλούντες, που εισήλθαν και άροσαν αυτό. Ας σημειωθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο των εκκαλούντων, καθόσον στην αγωγή προστασίας της νομής, νομιμοποιείται παθητικά ο προσβολέας της νομής και όχι ο ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτού ..., ενώ ως προς την αναγνωριστική αγωγή της κυριότητας, αρκεί η αμφισβήτηση ως προς το δικαίωμα του ενάγοντος και εν προκειμένω, οι εκκαλούντες αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που είχε εκφέρει όμοια κρίση, κάνοντας δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 8 ιδίου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως όταν, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτήν. (ΑΠ 1522/2022, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 104/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, καθώς όπως διατείνονται, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, που δεν περιέχονται στην αγωγή του. Ειδικότερα, διατείνονται ότι για τον ακριβή προσδιορισμό του επιδίκου ακινήτου, ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε με την αγωγή του, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρώτον ότι "η ευρύτερη έκταση που ο ενάγων έχει στη θέση αυτή αποτυπώνεται στο από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ. με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 1 συνολικής έκτασης 4.021 τ.μ.", δεύτερον ότι "το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην ευρύτερη έκταση της ιδιοκτησίας των 4.021,72 τ.μ." και τρίτον ότι "η ευρύτερη αυτή έκταση περιήλθε σε αυτόν (ενάγοντα) εν μέρει με το αναφερόμενο στην αγωγή και στην προσβαλλόμενη απόφαση ιδιωτικό συμφωνητικό". Ότι επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε επί ιστορικής βάσης, η οποία ετύγχανε ανύπαρκτη στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου και έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σε αυτήν, αλλά ούτε και προτάθηκαν από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα να υποπέσει το Δικαστήριο στην παράβαση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ. Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 25-2-2019 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος επισύναψε σε αυτήν το από μηνός Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ., αναφέροντας συγκεκριμένα για το εν λόγω τοπογραφικό "το οποίο για την πληρότητα της παρούσας προσαρτάται στο τέλος αυτής (αγωγής)". Επομένως, το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, εφόσον επισυνάφθηκε στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αποτέλεσε περιεχόμενο αυτής. Απεικονίζεται δε σε αυτό έκταση με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 1 συνολικού εμβαδού 4.021,72 τ.μ., ενώ περιέχει και δήλωση του αναιρεσιβλήτου περί της ιδιοκτησίας του στην έκταση αυτή. Περαιτέρω, όσον αφορά το επίδικο τμήμα, αναφέρονται στην αγωγή τα ακόλουθα: "Τυγχάνω αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός (1) αγροτεμαχίου με κάθε συστατικό του... έχει συνολική έκταση τριακόσια ογδόντα πέντε (385,00) τ.μ. ή όσης και εάν είναι μικρότερης ή μεγαλύτερης και εμφαίνεται με τα στοιχεία 4-5-5α-5β-4 στο από Δεκέμβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ., το οποίο για την πληρότητα της παρούσας προσαρτάται στο τέλος αυτής και συνορεύει, σύμφωνα με το ίδιο σχεδιάγραμμα, βόρεια σε πλευρά μήκους 24,60 μέτρων με ιδιοκτησία μου, νότια σε πλευρά μήκους 24,60 μέτρων με επαρχιακό δρόμο από ..., ανατολικά σε πλευρά μήκους μέτρων 15,67 με δημόσια δασική έκταση και δυτικά σε πλευρά μήκους μέτρων 15,67 με ιδιοκτησία μου". Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το επίδικο τμήμα των 385 τ.μ. αποτελεί κατά την αγωγή τμήμα της ευρύτερης έκτασης των 4.021,72 τ.μ., αφού για την περιγραφή του γίνεται παραπομπή στα στοιχεία και στα όρια που το προσδιορίζουν στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, όπου απεικονίζεται, όπως προαναφέρθηκε, και η ευρύτερη έκταση των 4.021,72 τ.μ. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, δέχθηκε ότι "Δυνάμει του από 16-10-1978 ιδιωτικού συμφωνητικού ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος απέκτησε άτυπα από τον Α. Μ. έναν ξερικό αγρό έκτασης οκτώ στρεμμάτων... μετά τεσσάρων στρεμμάτων δασικής έκτασης, όπως αναφέρεται στο εν λόγω συμφωνητικό...". Η δε περαιτέρω παραδοχή του Δικαστηρίου ότι "η ευρύτερη αυτή έκταση (των 4.021,72 τ.μ.) περιήλθε σε αυτόν (ενάγοντα) εν μέρει με το αναφερόμενο στην αγωγή ιδιωτικό συμφωνητικό", προέκυψε από τις αποδείξεις και ειδικότερα από την προηγούμενη παραδοχή του ότι από τα οκτώ στρέμματα που ο ενάγων απέκτησε με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, τα τέσσερα στρέμματα ήταν δασική έκταση, η οποία δεν απεικονίζεται στο ανωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα που έχει επισυναφθεί στην αγωγή. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε με βάση την ιστορική βάση της αγωγής και δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν περιέχονταν σε αυτή, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και κατά το πρώτο μέρος του σκέλους αυτού, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αποδειχθέν ζήτημα της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς προσέδωσε βαρύνουσα σημασία σε δύο αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον τελευταίο. Συγκεκριμένα, α) στο από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ., για το οποίο εξήρε την αποδεικτική του βαρύνουσα σημασία, επειδή συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, αναφέροντας συγκεκριμένα "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς να έχει προκύψει οποιαδήποτε έριδα ή αντιδικία αποτύπωσε την ως άνω συνολική του έκταση στη θέση ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του 2009, περιλαμβάνοντας σαφώς εντός αυτής και το επίδικο, αλλά και το εφαπτόμενο ανατολικό αυτού δασικό τμήμα, αποτυπώνοντας την ιδιοκτησία Ρ. νότια και ανατολικότερα αυτών" και β) στην 325/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., επιδεικνύοντας ιδιαίτερη σημασία σε αυτήν, για την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι "Το έτος 2015 άσκησε την από 31-5-2015 αγωγή του κατά του Α. Μ., γιο του δικαιοπαρόχου του Α. Μ., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί τους ως άνω ακριβώς επιδίκου εδαφικού τμήματος λόγω αμφισβήτησής της από τον τελευταίο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 325/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... που έκανε δεκτή την αγωγή του και τον αναγνώρισε κύριο τους ως άνω εδαφικού τμήματος, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιήλθε σε αυτόν άτυπα το έτος 1978 με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι έκτοτε νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το με κηπευτικά κυρίως, χωρίς να ενοχληθεί από τρίτον. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, καθόσον δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά αυτής και μεταγράφηκε μάλιστα και στο Υποθηκοφυλακείο Τριταίας σε τόμο 113 και αριθμό 26", ενώ η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί της αγωγής του αναιρεσιβλήτου με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία τίτλου κτήσης επί του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι ως άνω αναφερόμενες πλημμέλειες δεν αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ώστε να θεμελιώσουν τον από το άρθρο αυτό προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, αλλά αποδεικτικά επιχειρήματα το Δικαστηρίου, που συνέχονται με την εκτίμηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Διατείνονται, περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον αυτόν ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και κατά το δεύτερο μέρος του σκέλους αυτού, ότι η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης επεκτάθηκε και στο ουσιώδες ζήτημα του αιτουμένου από τον αναιρεσίβλητο δικαιώματος επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς αναφέρεται σε αυτήν ότι "Ωστόσο, είναι ερειδόμενο το ζήτημα εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην ευρύτερη έκταση της ιδιοκτησίας των 4.021,72 τ.μ. του ενάγοντος, που περιήλθε σε αυτόν εν μέρει με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ή εμπίπτει στην ως άνω έκταση των 3.640.95 τ.μ., που έχει περιέλθει πλέον στον εκκαλούντα Π. Ρ.". Ότι πέραν του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά ένα μέρος η ευρύτερη έκταση της ιδιοκτησίας των 4.021,72 τ.μ. του αναιρεσιβλήτου περιήλθε σε αυτόν με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, δηλαδή με μη νόμιμο τρόπο, καθόσον η συμφωνία για μεταβίβαση ακινήτου απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί, επιπροσθέτως παρέλειψε να αναφέρει με ποιο τρόπο περιήλθε στον ενάγοντα κατά το λοιπό μέρος. Ωστόσο, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι με το από 16-10-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε άτυπα έναν ξερικό αγρό έκτασης οκτώ στρεμμάτων, από τα οποία τα τέσσερα στρέμματα αποτελούν δασική έκταση, ενώ στη συνέχεια διευκρινίζει ότι με το ως άνω συμφωνητικό ο αναιρεσίβλητος απέκτησε τη νομή και την κατοχή του ως άνω ακινήτου. Δεχόμενο δε περαιτέρω το Δικαστήριο ότι η ευρύτερη έκταση των 4.021,72 τ.μ., στο οποίο, όπως επίσης δέχθηκε, περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 385 τ.μ., περιήλθε στον αναιρεσίβλητο εν μέρει με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, σαφώς υπονοεί, ενόψει των προηγούμενων παραδοχών του, ότι η έκταση αυτή των 4.021,72 τ.μ. αποτελεί μέρος της έκτασης των οκτώ στρεμμάτων, την οποία ο αναιρεσίβλητος απέκτησε με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό. Επομένως, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς για το ζήτημα αυτό αιτιολογίες, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν κατά τα ανωτέρω οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα. Με τον αυτόν ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της πλημμέλειας της παράβασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει πρόδηλες αντιφάσεις στην αιτιολογία της αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της περιγραφής των ορίων του μείζονος ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, ισχυρίζονται: α) Ότι αρχικά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: "Δυνάμει του από 16-10-1978 ιδιωτικού συμφωνητικού ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος απέκτησε άτυπα από τον Α. Μ. του Χ. έναν ξερικό αγρό έκτασης οκτώ στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." μετά τεσσάρων στρεμμάτων δασικής έκτασης, όπως αναφέρεται στο εν λόγω συμφωνητικό της περιφέρειας ..., το οποίο συνορεύει, κατά την περιγραφή στο συμφωνητικό αυτό, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας ..., δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας ..., βόρεια με κοινοτικό δρόμο και νότια με ποτάμι". Ότι στη συνέχεια η απόφαση, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι "Η ευρύτερη έκταση που ο ενάγων έχει στη θέση αυτή αποτυπώνεται στο από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ. με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 1 συνολικής έκτασης 4.021,72 τ.μ., συνορεύουσα βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Κ., νότια εν μέρει με τον επαρχιακό δρόμο από ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Ρ., ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Κ. και δυτικά με άλλο δρόμο". Ότι διαπιστώνεται προφανής αντίφαση, τόσο ως προς την έκταση του μείζονος ακινήτου εντός του οποίου περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα, καθώς στη μεν πρώτη εκδοχή της "έκτασης των οκτώ στρεμμάτων", στη δε δεύτερη εκδοχή "συνολικής έκτασης 4.021 τ.μ." όσο και ως προς την περιγραφή των ορίων της μείζονος εκτάσεως κυρίως της νοτίου πλευράς, καθόσον στη μεν πρώτη εκδοχή της "έκτασης οκτώ στρεμμάτων" η μείζων έκταση συνορεύει νότια "με ποτάμι", που αποτελεί φυσικό σταθερό όριο, ενώ στη δεύτερη εκδοχή της "συνολικής έκτασης 4.021 τ.μ." η μείζων έκταση νοτίως συνορεύει "εν μέρει με τον επαρχιακό δρόμο από ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Ρ.". β) Ότι την ίδια σύγχυση και αβεβαιότητα προκαλεί και η πρόδηλη αντιφατικότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, όταν αυτή αναφέρεται στα όρια του επιδίκου ακινήτου, κυρίως στο ανατολικό όριο αυτού, αναφέροντας ότι "Το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι έκτασης 385 τ.μ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία 4-5-5α-5β-4 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και, σύμφωνα με την αποτύπωση αυτή, εμπίπτει στην ως άνω συνολική έκταση των 4.021,72 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 24,60 μ. με ιδιοκτησία του ενάγοντος, νότια σε πλευρά μήκους 24,60 μ. με επαρχιακό δρόμο από ..., ανατολικά σε πλευρά μήκους 15,67 με δημόσια δασική έκταση, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, κατά δε το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με υπόλοιπη ιδιοκτησία του και δυτικά με ιδιοκτησία του και δη με την τσιμεντένιο μάνδρα του αύλειου χώρου της ως άνω οικίας του". Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντί να άρει την αντίφαση που παρουσιάστηκε μεταξύ των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου και του προσκομισθέντος από αυτόν ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, υιοθέτησε στις αιτιολογίες του την πρόδηλη αυτή αντίφαση ως προς το ανατολικό όριο του επιδίκου τμήματος, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επί των αιτιάσεων αυτών των αναιρεσειόντων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ως προς την ανωτέρω υπό στοιχείο α' αιτίαση, δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, ο αναιρεσίβλητος αγόρασε άτυπα με το αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό έκταση οκτώ στρεμμάτων, μέρος του οποίου αποτελεί η ευρύτερη έκταση των 4.021,72 τ.μ., την οποία μόνη, και για λόγους που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, προσδιορίζει με το τοπογραφικό διάγραμμα που έχει επισυναφθεί στην αγωγή. Πρόκειται, συνεπώς, για δύο διαφορετικά ακίνητα, για τα οποία επομένως δεν είναι αναγκαίο να συμπίπτουν τα όριά τους. Επί πλέον, κρίσιμο ζήτημα που έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί ο προσδιορισμός του επιδίκου τμήματος των 385 τ.μ., το οποίο, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί τμήμα της έκτασης των 4.021,72 τ.μ. Ως προς την ανωτέρω υπό στοιχείο β' αιτίαση, επίσης δεν υφίσταται αντίφαση στις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι το επίδικο τμήμα των 385 τ.μ. προσδιορίζεται επακριβώς κατά τις πλευρικές του διαστάσεις και το συνολικό εμβαδόν του στο επισυναφθέν στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ακριβή του θέση και ταυτότητα, που αποτελεί και το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω. Δεν αλλοιώνει δε την ανωτέρω περιγραφή του ως προς την ακριβή θέση του, ούτε δημιουργεί αντίφαση, το γεγονός ότι αναφέρεται στην απόφαση ότι το επίδικο αυτό ακίνητο, ανατολικά συνορεύει, σύμφωνα με την αγωγή, με δημόσια δασική έκταση, σύμφωνα δε με το τοπογραφικό διάγραμμα που έχει επισυναφθεί στην αγωγή, με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου. Κατά συνέπεια, ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-7-2021 αίτηση των 1) Μ. Ρ., 2) Π. Ρ. και 3) Π. χήρας Ν. Ρ. για αναίρεση της 138/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ