Αριθμός 2142/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Ποταμίτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1456/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3959/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 23-1-2013 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ,αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση από την .../25-6-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 17-3-2012, αιτήσεως για αναίρεση της 3959/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως κατά τη δικάσιμο της 25-1-2013 κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με σχετική σημείωση στο πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (4-10-2013), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο . Εξάλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του . Με την από 6-4-2004 αγωγή του ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) ως η οδηγός του αυτοκινήτου το οποίο ενεπλάκη την 11-4-2001 σε τροχαίο ατύχημα από το οποίο αυτός τραυματίστηκε σοβαρά, να του καταβάλει τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά για χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της αναιρεσείουσας , στην αρχή, η 1456/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά από έφεση η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτια ήταν η εναγομένη έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο- ενάγοντα τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά (4000 ευρώ) για χρηματική ικανοποίηση . Ο αναιρετικός λόγος από τον αρθμό 1 του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του αρθ. 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίο εφαρμόστηκε (υπαγωγικώς συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε Θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλομένη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα εξής: "Από τις χωρίς όρκο καταθέσεις του μεν ενάγοντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της δε πρώτης εναγομένης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη και την παρούσα αντίστοιχα πρακτικά συνεδριάσεως αυτών, οι οποίες εκτιμώνται ελευθέρως, από όλα τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που επικαλούνται και προσκομίζουν σι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίαν είναι και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας καθώς και από τα έγγραφα εκείνα των οποίων για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό γίνεται επίκληση και προσαγωγή τους εκ μέρους του ενάγοντα όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια αυτού σε συνδυασμό και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 11-4-01, και περί ώρα 13.30,ο ενάγων, οδηγώντας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια οδηγήσεως, τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ/τα ιδιοκτησίας του, εκινείτο με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα τα 50 χιλ/ώρα επί της οδού Σάμης στα όρια των Δήμων Αθηναίων και Γαλατσίου με κατεύθυνση προς Ριζούπολη. Η οδός Σάμης είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, και πλάτος οδοστρώματος 7,50 μ. Όταν ούτος έφθασε στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την οδό Άσσου, η οποία είναι επίσης διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα Κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 8 μ., συγκρούσθηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Χ. Κ., κινούμενη με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα τουλάχιστον 60 χιλ/ώρα επί της οδού Άσσου και από δεξιά σε σχέση με την πορεία της ανωτέρω δίκυκλης μοτ/τας του ενάγοντα, η οποία, συνεπεία της συγκρούσεως, ανετράπη, κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά επί 4,5 μ., προσέκρουσε στο ρείθρο του πεζοδρομίου και στη συνέχεια, αφού κινήθηκε δεξιά επί 5,50 μ., ακινητοποιήθηκε στο μέσον περίπου της οδού Σάμης, με αποτέλεσμα τον ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενο τραυματισμό του ενάγοντα. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της πρώτης εναγομένης, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνισταμένη στο ότι κινούνταν με αυξημένη για τις περιστάσεις και υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ/ώρα ταχύτητα, τουλάχιστον 60 χιλ/ώρα, την οποία δεν ανέκοψε, ως όφειλε και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να πράξει, εν όψει της ανωτέρω διασταυρώσεως, αλλά συνέχισε την πορεία της και εισήλθε σ' αυτήν ανέλεγκτα (αρθρ. 19 παρ. 3 ΚΟΚ, ΑΠ 1651/2001 ΕλλΔ/νη 43, 1040). Ο ισχυρισμός αυτής ότι η ταχύτητα της ήταν μικρή και ότι φθάνοντας στην ανωτέρω διασταύρωση, προτιθέμενη να στρίψει δεξιά, ήλεγξε από αριστερά την κίνηση επί της οδού Σάμης δεν αποδείχτηκε αντίθετα δε αναιρείται από την παντελή έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης εκ μέρους του αυτοκινήτου της, το σημείο σύγκρουσης, το οποίο με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα του Α.Τ. Αττικής προσδιορίζεται στο μέσον περίπου της διασταύρωσης (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα) και κυρίως τη σφοδρότητα της σύγκρουσης ως ανωτέρω περιγράφεται. Άλλωστε, με τη με αριθμό 36152/06 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η τελευταία κηρύχθηκε ένοχη σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντα και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών. Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι τυχόν συνυπαιτιότητα του ενάγοντα, οδηγού της παραπάνω δίκυκλης μοτ/τας, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος επειδή από έλλειψη προσοχής και συνέσεως, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την οδήγηση της και την οποία υπό τις αυτές οδικές συνθήκες και περιστάσεις Θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός, δεν σταμάτησε ως όφειλε στη διασταύρωση των ως άνω οδών όπου δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ούτε σήμανση με πινακίδες για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό Άσσου και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο από δεξιά κινούμενο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (αρθ. 26 παρ, 5 Κ.Ο,Κ) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αναφορικά με την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αφού σχετική ένσταση δεν προτείνεται από αυτήν ενώ τέτοια ένσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό αυτής που συνιστά άρνηση της αγωγής περί αποκλειστικής υπαιτιότητάς του ενάγοντα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος..". Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία επίσης είχε καταλογίσει σ' αυτήν αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα και είχε κάνει μερικά δεκτή την αγωγή του. Έτσι όμως το Εφετείο , διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, ήτοι, εάν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας της και της σύνδεσής της αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα (το ατύχημα και τον από αυτό τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου), με συνέπεια να μη είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου της με το επελθόν αποτέλεσμα. Ειδικότερα, αν και γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα είναι υπαίτια του επελθόντος αποτελέσματος, διότι δεν ανέκοψε την ταχύτητά με την οποία κινείτο και εισήλθε με αυξημένη για τις περιστάσεις τέτοια ( ταχύτητα τουλάχιστον 60 χλμ ανά ώρα) στον χωρίς σήμανση κόμβο των οδών 'Άσσου και Σάμης δεν διευκρινίζεται σε τι συνέβαλε η είσοδός της στην διασταύρωση των άνω οδών με την άνω αυξημένη, (κατά 10 χλμ/ώρα), ταχύτητα στο επελθόν αποτέλεσμα , όταν μάλιστα, κατά την παραδοχή της ίδιας απόφασης η αναιρεσείουσα κινείτο από "δεξιά σε σχέση με την πορεία του αναιρεσιβλήτου" και είχε ως εκ τούτου (αρθ, 26 παρ, 5 Κ.Ο.Κ) προτεραιότητα εισόδου στον, χωρίς σήμανση, κόμβο των οδών Σάμης και Άσσου. Επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός , αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολό της προσβαλομένης δι' αυτού αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπομένων λοιπών αναιρετικών αιτιάσεων. Τέλος να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις (176,183 Κ.Πολ.Δ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3959/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ