Αριθμός 1042/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 19, 20, 21, 22/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου ...ς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Σ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Ζαβάκο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ...ς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 117/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 486 παρ.2 Κ.Π.Δ. "Έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου της περιφερείας όπου ασκεί τα καθήκοντά του και ... μπορεί να ασκήσει ο εισαγγελέας εφετών, εφ' όσον η απόφαση δεν είναι ομόφωνη και το μέλος ή τα μέλη που μειοψήφισαν είχαν τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος" ... (όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 2 παρ.19α του Ν. 2408/1996) και παρ.3 "Η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498) άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη" (όπως προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19β' του Ν. 2408/1996). Περαιτέρω κατ' άρθρο 489 παρ.1 "Εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση α)... στ)κατά της απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου ... με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή στερητική της ελευθερίας διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα ή τουλάχιστον ενός έτους για πλημμέλημα", όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 26 του Ν. 3904/2010,", (ενώ με το άρθρο 33 Ν. 4055/2-4-2012 η στερητική της ελευθερίας ποινή πρέπει να είναι διαρκείας τουλάχιστον τριών (3) ετών για κακούργημα ή τουλάχιστον δύο (2) ετών για πλημμέλημα), κατ' άρθρο δε 490 παρ.2 Κ.Π.Δ. "Ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να προσβάλει με έφεση κάθε καταδικαστική απόφαση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ... της περιφέρειας του εφετείου του, είτε υπέρ είτε εναντίον εκείνου που καταδικάστηκε, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης". Εντεύθεν όπου ο Κ.Π.Δ., χορηγεί το ένδικο μέσο στον εισαγγελέα, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, ως τοιούτος νοείται ο εισαγγελεύς του δικαστηρίου το οποίο εδίκασε την υπόθεση. Ούτω με το άρθρο 489 Κ.Π.Δ. παρέχεται δικαίωμα στον εισαγγελέα του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση, να ασκήσει έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μόνο υπό τις διαγραφόμενες στην ίδια διάταξη προϋποθέσεις εκκλητού και με σημείο αναφοράς το ύψος της ποινής και τις τυχόν συνέπειες αυτής. Εξάλλου όπου ο νομοθέτης ηθέλησε να χορηγήσει το ένδικο μέσο και σε ανώτερο εισαγγελέα, εξεφράσθη ρητά και συγκεκριμένα. Τούτο - μεταξύ άλλων - συμβαίνει στη διάταξη του άρθρου 490 παρ.2 Κ.Π.Δ. όπου αναφέρεται ότι ο εισαγγελεύς εφετών μπορεί να προσβάλει με έφεση πάσα καταδικαστική απόφαση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου είτε υπέρ είτε εναντίον εκείνου, ο οποίος κατεδικάσθη και (μάλιστα) χωρίς να γίνει "διάκριση" και "αναζήτηση" ορίου εκκλητού της αποφάσεως. Δι' ο και αντικείμενο της προσβολής κατ' άρθρο μεν 489 παρ.1στ', από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών κατ' άρθρο δε 490 παρ.2 από τον εισαγγελέα εφετών, όπως με σαφήνεια και καθαρότητα από τη γραμματική διατύπωση προκύπτει είναι "κάθε καταδικαστική απόφαση", με μόνη προϋπόθεση στην περίπτωση του 490 παρ.1στ' αυτή να είναι εκκλητή, ενώ στην περίπτωση του 490 παρ.2, ανεξαρτήτως εάν η απόφαση είναι εκκλητή ή όχι δηλαδή ανεξάρτητα από την επιβληθείσα ποινή. Καταδικαστική είναι η απόφαση η κηρύττουσα ένοχο τον κατηγορούμενο τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή για την πράξη αυτή, αθωωτική δε είναι η απόφαση η οποία αποφαίνεται την εκ της κατηγορίας απαλλαγή του, όταν η πράξη δεν στοιχειοθετείται κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, στο μέτρο δε που γίνεται ακριβώς λόγος για καταδικαστική απόφαση, η αθωωτική κείται εκτός πεδίου εφαρμογής των άνω άρθρων. Καταδικαστική είναι η απόφαση και όχι αθωωτική, διά της οποίας το μικτό ορκωτό δικαστήριο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, τον παραπεμφθέντα ενώπιόν του για να δικασθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση, κηρύσσει ένοχο θανατηφόρου σωματικής βλάβης και του επιβάλλει για την πράξη αυτή ποινή. Και κατ' αυτής της αποφάσεως τόσον ο εισαγγελεύς του εκδόντος την τοιαύτη καταδικαστική απόφαση δικαστηρίου έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατ' άρθρο 489 στοιχ.στ' Κ.Π.Δ. βέβαια στην περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή κατά τ' άνω, όσο και ο εισαγγελεύς εφετών κατ' άρθρο 490 παρ.2 ιδίου Κώδικος αμφισβητών την κατ' ουσίαν κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ούτως, εφ' οσον ο νόμος χορηγεί αυτοτελές δικαίωμα στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών να ασκεί έφεση, όπως στην πρώτη ως άνω περίπτωση υπό τις προϋποθέσεις, ήτοι, του άρθρου 489 παρ.1 στοιχ.στ', ο παραστάς κατά την συζήτηση εισαγγελεύς στο μικτό ορκωτό δικαστήριο ασκεί παραδεκτώς έφεση, χωρίς άλλες διατυπώσεις και δή χωρίς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του άρθρου 486 παρ.2 Κ.Π.Δ. και χωρίς εντολή από τον εισαγγελέα εφετών. Το ότι το άρθρο 8 παρ.4 Κ.Π.Δ. ορίζει ότι "Ο εισαγγελέας των εφετών (ή άλλος εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας του ιδίου εφετείου) ασκεί καθήκοντα εισαγγελέα στο μικτό ορκωτό εφετείο της έδρας του και στα μικτά ορκωτά δικαστήρια της έδρας και της περιφέρειας του στα οποία και προσδιορίζει και τις υποθέσεις? μπορεί επίσης να αναθέτει σε εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα πρωτοδικών να εκτελεί καθήκοντα εισαγγελέα στα μικτά ορκωτά δικαστήρια της έδρας και της περιφέρειας του", κατ' ουδέν σημαίνει ότι δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του μικτού ορκωτού δικαστηρίου έχει μόνον ο εισαγγελεύς εφετών και μόνο κατ' εντολή του ο εισαγγελεύς του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, εφ' όσον ο νόμος δίδει αυτόνομο και αυθύπαρκτο δικαίωμα εφέσεως στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών κατά της τοιαύτης αποφάσεως υπό τας προϋποθέσεις του άρθρου 489 παρ.1 περ.στ' ΚΠΔ κατά τ' άνω εκτεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ο κατηγορούμενος Α. Α. παρεπέμφθη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσπρωτίας δια ανθρωποκτονία από πρόθεση, κατεδικάσθη δε υπό του ΜΟΔ αυτού, δια της υπ' αριθμ. 19, 20, 21, 22, 23, 24/13-5-2008 αποφάσεώς του διά θανατηφόρο (σωματική) βλάβη (άρθρο 311 εδ.α' Π.Κ.) κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και του επεβλήθη ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής ήσκησαν έφεση ο κατηγορούμενος την 14/5/2008 (ως) και ο εισαγγελεύς του δικαστηρίου αυτού, που την εξέδωσε ήτοι ο εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας την 22/5/2008 με λόγο ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άρθρο 299 παρ.1 Π.Κ.). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κερκύρας, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ.19, (20, 21, 22)/2011 απόφασή του έκρινε παραδεκτή και την έφεση του άνω εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, αφού απέρριψε τις ενστάσεις του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της εφέσεως αυτής ως εξής: "Ειδικότερα η έφεση αυτή αρμοδίως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, ήτοι από τον εισαγγελέα του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσπρωτίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον πρόκειται περί καταδικαστικής αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή για κακούργημα ανωτέρα των δύο ετών και όχι περί αθωωτικής αποφάσεως, ώστε να δικαιούται σε άσκηση έφεσης κατ' αυτής μόνον ο εισαγγελέας εφετών και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, η έφεση αυτή ασκήθηκε με τις νόμιμες διατυπώσεις, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ ήτοι με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως, περιέχουσας τους λόγους για τους οποίους ασκήθηκε και εμπροθέσμως, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δέκα ημερών, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 ΚΠΔ, δεδομένου ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13-5-2008 και η έφεση αυτή ασκήθηκε στις 22-5-2008." Νύν ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Μ.Ο.Ε. Κερκύρας καθ' υπέρβαση εξουσίας έκρινε παραδεκτή την άνω έφεση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κερκύρας. Όμως η έφεση αυτή του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας ησκήθη κατ' αποφάσεως του ΜΟΔ αυτού όπου παρέστη, η οποία είναι καταδικαστική και έχει τις προϋποθέσεις του άρθρου 489 παρ.1 στοιχ.στ' Κ.Π.Δ. και δεν είναι αθωωτική, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ώστε να δικαιούται εις άσκηση εφέσεως κατ' αυτής μόνον ο εισαγγελεύς εφετών κατ' άρθρο 486 παρ.2 ΚΠΔ και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως απαιτεί η παρ.3 αυτού, εάν ασκηθεί δε από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ν' απαιτείται εντολή προς τούτο του εισαγγελέως εφετών όπως επίσης αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών οι σχετικοί λόγοι της κρινομένης δηλώσεως - αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, υποστηρίζοντες εις μείζονα έκταση και εν πολλοίς επαναλαμβανόμενοι και εις το υπόμνημά του τα αντίθετα των ανωτέρω, ήτοι ότι το ΜΟΕ Κέρκυρας με το να κρίνει παραδεκτή την άνω έφεση του εισαγγελέως υπερέβη την εξουσία του, διότι αυτή δεν ησκήθη κατά καταδικαστικής αποφάσεως, ησκήθη υπό του εισαγγελέως πλημμελειοδικών και εις πάσα περίπτωση, υπ' αυτού χωρίς εντολή του εισαγγελέως εφετών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' άρθρο 299 παρ.1 Π.Κ. "Όποιος με πρόθεση σκοτώσει άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη" και παρ.2 "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τας οποίας ετελέσθη η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστου και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος), και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού: Βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί ότι ο δράστης ηθέλησε την πράξη του και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέβλεψε. Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δευτέρα απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Δι' ο και απαιτείται για την πληρότητα της καταδικαστικής για ανθρωποκτονία αποφάσεως ν' αναφέρεται ότι ο δράστης κατηγορούμενος ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση, ώστε να υπάρχει προμελέτη, ή ότι αυτός απεφάσισε και εξετέλεσε την πράξη σε βρασμό ψυχικής ορμής. Τοιούτος βρασμός υπάρχει όταν ο δράστης ευρέθη υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης, η οποία προεκλήθη από την αιφνίδια υπερένταση ενός συναισθήματος, οργής, θυμού, θλίψεως, φόβου ή πάθους, έρωτος, ζηλοτυπίας και η οποία έφθασε μέχρι σημείου ώστε να αποκλείεται η σκέψη και ο δράστης να στερείται της δυνατότητος να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στην πράξη ή τον απωθούν από αυτήν. Ο βρασμός ψυχικής ορμής είναι μια διατάραξη της συνειδήσεως, που περιορίζεται στην περιγραφείσα υπερένταση, ήτοι στο βιολογικό στοιχείο και δεν απαιτείται να επήλθε και ουσιαστική μείωση της ικανότητος του δράστου να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργήσει σύμφωνα με αυτήν. Περαιτέρω κατ' άρθρο 311 Π.Κ. "Αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται πρόκληση οποιασδήποτε διαβαθμίσεως σωματικής βλάβης των άρθρων 308-310 Π.Κ., για την οποία, ως βασικού εγκλήματος πρέπει να υπάρχει δόλος του δράστου, η βλάβη δε αυτή να είχε ως επακόλουθο τον θάνατο του παθόντος, οφειλόμενο μεν σε αμέλεια αυτού κατ' άρθρο 28 Π.Κ. ως προς το εδ.α', με επιδίωξη δε της βαρείας σωματικής βλάβης, όταν υπάρχει δηλαδή άμεσος δόλος, ως προς το εδ.β' . Αν ο δράστης δεν είχε δόλο ως προς την σωματική βλάβη, αλλά αμέλεια και επήλθε το θανατηφόρο αποτέλεσμα, υπάρχει μόνο ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αν η θανάτωση του παθόντος ήτο στην πρόθεση του δράστου και αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, τότε πρόκειται για ανθρωποκτονία με πρόθεση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος του 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πλειοψηφία, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, ότι απεδείχθησαν τα εξής περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, Α. Α., γεννήθηκε στο ... το έτος 1959 και μεγάλωσε στη ..., όπου οι γονείς του, μαζί με τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του Α. και Ι., είχαν εγκατασταθεί ως οικονομικοί μετανάστες. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο, το Γυμνάσιο και έλαβε και πτυχίο Μηχανολογίας. Το έτος 1984 τέλεσε στη ... γάμο με τη Γ. Μ., που είχε γεννηθεί στην ... το έτος 1964, αλλά και η ίδια βρισκόταν στη ... ως οικονομική μετανάστρια. Ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του το έτος 1988 επέστρεψαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην ... και συγκεκριμένα στο χωριό ..., όπου ήδη ο κατηγορούμενος με τους αδελφούς του είχαν δημιουργήσει και λειτουργούσαν ξενοδοχειακή μονάδα και είχαν εγκαταστήσει και τις κατοικίες τους. Από το γάμο με τη Γ. Μ. ο κατηγορούμενος απέκτησε τρία τέκνα, τη Θ. και τη Β., που γεννήθηκαν στη ... τα έτη 1985 και 1988 αντιστοίχως και το Σ., που γεννήθηκε στην ... το έτος 1990. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος είχε και ένα εξώγαμο τέκνο, που είχε αποκτήσει στη ... πριν από το γάμο του και το είχε αναγνωρίσει. Η έγγαμη συμβίωση του κατηγορουμένου και της συζύγου του αρχικά ήταν αρμονική, διακόπηκε όμως το Μάιο 2005, όταν η τελευταία, προφασιζόμενη ότι είχε βαρεθεί τη μονότονη ζωή στο χωριό, ανάμεσα στην ευρύτερη οικογένεια (γονείς, αδέλφια) του κατηγορουμένου, εγκαταστάθηκε σε μισθωμένη οικία στην πόλη της ... . Η αληθής όμως αιτία της διασπάσεως εκ μέρους της της εγγάμου συμβιώσεως ήταν η δημιουργία εξωσυζυγικού ερωτικού δεσμού από τριετίας περίπου με το Χ. Σ.. Ο Χ. Σ. είχε γεννηθεί το έτος 1963 στη ..., αλλά είχε εγκατασταθεί και διέμεινε στην ... και εργαζόταν τα τελευταία χρόνια ως οδηγός φορτηγών, πραγματοποιώντας μεταφορές είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό της χώρας. Αυτός ήταν κουμπάρος του ζεύγους Α., αφού η Γ. Μ., είχε παραστεί ως κουμπάρα στο γάμο του, ο οποίος ήδη είχε λυθεί και παράλληλα είχε αναπτύξει με τους αδελφούς Α. και επαγγελματική συνεργασία, καθόσον, όταν παλαιότερα με τον αδελφό του, Α. Σ., που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, διατηρούσαν επιχείρηση τροφίμων, προμήθευε την ξενοδοχειακή μονάδα αυτών με τρόφιμα. Μετά τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως του κατηγορουμένου και της συζύγου του, στη μισθωμένη οικία που διατηρούσε αυτή στην πόλη της ..., διέμεινε και η θυγατέρα τους Β., η οποία παρακολουθούσε μαθήματα κομμωτικής σε σχολή, αλλά και ο γιος τους Σ., όταν παρακολουθούσε μαθήματα τουριστικών σπουδών στη σχολή του ξενοδοχείου ... . H θυγατέρα τους Θ., σπούδαζε Διοίκηση Επιχειρήσεως στην ..., και, όταν μετέβαινε στην ..., διέμεινε με τον πατέρα της στην οικογενειακή κατοικία και απλώς επισκεπτόταν τη μητέρα της στην άνω οικία. Ο κατηγορούμενος ήταν ερωτευμένος με τη σύζυγό του και γι' αυτό τη διακοπή εκ μέρους της της εγγάμου συμβιώσεως την αποδέχθηκε και, μη θέλοντας να πιστέψει ότι είχε δημιουργήσει ερωτικό δεσμό με άλλον άνδρα, την απέδωσε στο παραπάνω σκεπτικό της. Έτσι επέδειξε συγκαταβατική συμπεριφορά και απέφυγε να την ενοχλήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, πιστεύοντας ότι θα ηρεμούσε και θα επανέλθει στη συζυγική στέγη. Από το φθινόπωρο όμως του 2005, λόγω προβλημάτων του ανηλίκου τέκνου τους Σ. στις σχολικές του επιδόσεις, άρχισαν να επικοινωνούν τηλεφωνικά και να συναντώνται σε διάφορες καφετέριες στην πόλη της ... για τη διευθέτηση των ανακυπτόντων προβλημάτων σε σχέση με το άνω ανήλικο τέκνο τους, αλλά και με τα άλλα δύο. Κατά τις συναντήσεις τους αυτές υπήρχε ηρεμία στις συζητήσεις τους και ο κατηγορούμενος, διακατεχόμενος από αισθήματα αγάπης και έρωτα προς τη σύζυγό του, προσπαθούσε να την πείσει να επιστρέψει στη συζυγική στέγη, ώστε να αποκατασταθεί η διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς τους. Η Γ. Μ. με τη συμπεριφορά της τον καθησύχαζε, δηλώνοντάς του "καλά είμαστε έτσι. Άσε να ηρεμήσω και θα τα βρούμε" και του δημιουργούσε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα έγγαμη συμβίωσή τους. Το φθινόπωρο του έτους 2006 η Γ. Μ. κατέστη έγκυος από το Χ. Σ. και μετακόμισαν αυτή και η θυγατέρα τους Β. στην οικία του Χ. Σ.. Στη συνέχεια, στις αρχές περίπου του έτους 2007 μετακόμισαν όλοι και διέμειναν σε οικία επί της ... αριθ. 6-8. Κατά μήνα Οκτώβριο 2006 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ της Γ. Μ. και του Χ. Σ., με αφορμή κάποιο μήνυμα που δέχθηκε στο κινητό τηλέφωνό της, κατά το οποίο αυτός της προκάλεσε σωματική βλάβη, χτυπώντας την στο πρόσωπο. Το γεγονός αυτό και γενικά ο οξύθυμος χαρακτήρας του Χ. Σ. κλόνισε τα συναισθήματα αγάπης που έτρεφε γι' αυτόν και την προβλημάτισε η περαιτέρω κοινή πορεία τους, ενόψει και της επικείμενης γεννήσεως του τέκνου τους. Αυτή δεν είχε αποκαλύψει στον κατηγορούμενο σύζυγό της την εγκυμοσύνη της και στις παρατηρήσεις του τελευταίου, κατά τις συναντήσεις τους, ότι πάχυνε, του έλεγε ότι θα πάει σε γυμναστήριο και μέχρι το καλοκαίρι θα αδυνατήσει. Στις αρχές του μηνός Απριλίου 2007 εστάλη από το Μαιευτήριο "ΙΑΣΩ" στην Αθήνα, το οποίο είχε επισκεφθεί η Γ. Μ. με το Χ. Σ. για την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της, στην κατοικία του κατηγορουμένου στο ... ...ς, προφανώς από παραδρομή, διότι είχε επισκεφθεί αυτό και άλλη φορά, πριν από τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς της, για την τεχνητή διακοπή μιας άλλης κυήσεως, έγγραφο με παραλήπτη τη Γ. Μ.-Σ. από το οποίο προέκυπτε η εγκυμοσύνη της. Μετά την παραλαβή του εγγράφου αυτού ο κατηγορούμενος ζήτησε από τη σύζυγό του να του πει αν όντως είναι έγκυος. Εκείνη δεν το αρνήθηκε και του αποκάλυψε ότι πατέρας του κυοφορουμένου είναι ο Χ. Σ.. Ο κατηγορούμενος, ακόμη και μετά τη ρητή αποκάλυψη της συζύγου του της ερωτικής σχέσης αυτής με το Χ. Σ. και της κυοφορίας του τέκνου του τελευταίου, συνέχισε να βλέπει αυτή και της ζητούσε, μάλιστα, μία φορά παρουσία και της αδελφής της Μ. Μ., να διακόψει την κύηση και να επιστρέψει στη συζυγική στέγη. Όταν αυτή του δήλωσε ότι, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης, ήταν αδύνατη η διακοπή, αυτός της πρότεινε να γεννήσει το παιδί, να το δώσει για υιοθεσία και να επιστρέψει στη συζυγική οικία και σε κάθε περίπτωση της δήλωσε ότι θέλει να επιστρέψει ακόμη και με το παιδί. Η Γ. Μ. δεν ήταν αρνητική, αλλά του έλεγε "άσε πρώτα να γεννήσω". Με τον τρόπο αυτό αυτή συνέχιζε να τροφοδοτεί τις ελπίδες του περί εγκαταλείψεως του Χ. Σ. και αποκαταστάσεως της εγγάμου συμβιώσεώς τους. Μάλιστα, κατά μήνα Μάιο 2007, όταν ο Χ. Σ. απουσίαζε σε ταξίδι στο εξωτερικό και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, δέχθηκε τον κατηγορούμενο στην οικία, όπου συμβίωνε με το Χ. Σ. και συνευρέθη μετ' αυτού ερωτικά. Στις 19-6-2007 η Γ. Μ. γέννησε σε Μαιευτική Κλινική της ..., το άρρεν τέκνο του Χ. Σ.. Ο κατηγορούμενος της έστειλε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο και της ευχήθηκε να "τους ζήσει", αυτή δε του τηλεφώνησε και του είπε να μην την επισκεφθεί στην κλινική για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα με το Χ. Σ.. Ο τελευταίος επισκεπτόταν καθημερινά τη Γ. Μ. στην κλινική και έμεινε μαζί της αρκετές ώρες. Έτσι στις 21-6-2007 πήγε στην κλινική από τις απογευματινές ώρες. Εκεί παρευρίσκονταν η μητέρα του και η φίλη της Γ. Μ., Α. Σ., η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας. Περί 23.15' -23.20' ο Χ. Σ. αναχώρησε από την κλινική, προκειμένου να μεταφέρει στην οικία της τη μητέρα του και στη συνέχεια να μεταβεί στην οικία, που συζούσε με τη Γ. Μ., για να μεταφέρει κάποια ρούχα για το νεογέννητο στην κλινική και τελικά να επιστρέψει και πάλι στην οικία αυτή για να κοιμηθεί, καθόσον θα παρέμενε στην κλινική με τη Γ. Μ. εκείνο το βράδυ η φίλη της Α. Σ.. Πράγματι αυτός άφησε τη μητέρα του στην οικία της και στη συνέχεια πήγε στη δική του. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, αποτελούμενη από τους τέσσερις ενόρκους και τον τακτικό δικαστή, Ιωάννη Παπαϊωαννίδη, Εφέτη, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, μετά τον τοκετό της συζύγου του, πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ότι το νεογέννητο, επειδή γεννήθηκε, ενόσω ευρίσκετο σε διάσταση με τη σύζυγό του, χωρίς να έχει λυθεί ο γάμος τους, έχει το τεκμήριο καταγωγής από το γάμο της μητέρας του και μέχρι να γίνουν οι απαιτούμενες δικαστικές διαδικασίες προσβολής της πατρότητάς του από το φυσικό του πατέρα, Χ. Σ., θα έφερε το επώνυμο αυτού και θα καταγραφόταν στο ληξιαρχείο στη μερίδα του. Με αφορμή την πληροφορία αυτή ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο Χ. Σ., περί την 23.00' της 21.6.2007 και του ζήτησε, προκειμένου να συζητήσουν κάποια θέματα σχετικά με το νεογέννητο, να συναντηθούν. Ο Χ. Σ. δεν αρνήθηκε τη συνάντηση και του είπε μάλιστα να περάσει το ίδιο βράδυ από το σπίτι του. Πράγματι ο κατηγορούμενος περί την 23.30' της 21.6.2007 τον επισκέφθηκε στο σπίτι του επί της ... αριθ. 6-8 και, αφού συζήτησαν και ο Χ. Σ. του δήλωσε ότι θα διευθετήσει ο ίδιος το άνω θέμα, που σχετίζεται με την πατρότητα του νεογέννητου, ο κατηγορούμενος του εξέφρασε το παράπονό του, γιατί συνδέθηκε με τη γυναίκα του και του διέλυσε το σπίτι του. Τότε ο Χ. Σ., απευθυνόμενος προς αυτόν, του είπε "κοίταξε να δεις εγώ δεν θέλω κήρυγμα και μαθήματα από σένα, εγώ πηδάω τη γυναίκα σου και αν θέλω πηδάω και την κόρη σου". Η τελευταία αυτή φράση του Χ. Σ. "...αν θέλω πηδάω και την κόρη σου", με δεδομένο ότι η κόρη του κατηγορουμένου Β. για μεγάλο χρονικό διάστημα διέμεινε με τη μητέρα της και συνεπώς και με το Χ. Σ., δημιούργησε σ' αυτόν αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση του συναισθήματος της οργής, η οποία ήταν τέτοιας εντάσεως, που απέκλειε σ' αυτόν τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια των πράξεών του καθώς και εκείνα που τον συγκρατούν από αυτές και τον περιήγαγε έτσι σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Μετά ταύτα, σύμφωνα με τη γνώμη πάντα της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος στην άνω κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, έλαβε την απόφαση να σκοτώσει το Χ. Σ.. Προς τούτο, συνεχίζοντας να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση του βρασμού ψυχικής ορμής και έχοντας άριστη σωματική κατάσταση, διότι γυμναζόταν συστηματικά σε γυμναστήριο, καθώς και γνώση ' καράτε', ήτοι πάλης κατά την οποία χρησιμοποιούνται για χτυπήματα, λακτίσματα (κλωτσιές) και λαβές μόνον τα χέρια και τα πόδια, καθόσον, όταν ήταν νέος στη ..., είχε παρακολουθήσει σχετικά μαθήματα, όπως ο ίδιος ομολόγησε, αλλά κατατέθηκε και από τη σύζυγό του και τη θυγατέρα του Β., επιτέθηκε στο Χ. Σ., ο οποίος είχε σχεδόν την ίδια σωματική διάπλαση με αυτόν, δεν ήταν όμως γυμνασμένος, με γροθιές και απωθήσεις. Ο τελευταίος αντιδρώντας επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και τον εράπισε και συγχρόνως συνεπλάκησαν και έφθασαν στο υπνοδωμάτιο, το οποίο επικοινωνεί άμεσα με το σαλόνι, στο οποίο βρίσκονταν μέχρι τότε. Ο Χ. Σ., αντιλαμβανόμενος προφανώς την υπεροχή του κατηγορουμένου, συνεπεία της εκγυμνάσεώς του, αλλά και της χρησιμοποιούμενης τεχνικής του, προκειμένου να αποκρούσει αυτόν, πήρε στα χέρια του ένα κατσαβίδι και ένα μαχαίρι, που βρίσκονταν πάνω στην αλλαξιέρα του μωρού, που ήταν τοποθετημένη εντός του άνω υπνοδωματίου και είχαν χρησιμοποιηθεί για το στήσιμο του παιδικού κρεβατιού τις προηγούμενες ημέρες από τη θυγατέρα του κατηγορουμένου Β. και τη θυγατέρα της Α. Σ.. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να ακινητοποιήσει το Χ. Σ., για να τον αφοπλίσει και να πραγματοποιήσει την ανθρωποκτόνο πρόθεσή του, συνεχίζοντας να βρίσκεται σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, επέφερε σ' αυτόν λάκτισμα (κλωτσιά) στην κοιλιά και με την κλείδωση του αριστερού του αγκώνα πραγματοποίησε λαβή, περικλείοντας το κεφάλι αυτού μεταξύ του χεριού του και του σώματός του (κεφαλοκλείδωμα). Επακολούθησε πάλη μέσα στο υπνοδωμάτιο, κατά την οποία έπεφταν στο κρεβάτι και στο πάτωμα. Κατά τη διάρκεια της πάλης ο Χ. Σ., στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί από τη λαβή του κατηγορουμένου προκάλεσε σ' αυτόν, όπως περιγράφεται στην υπ' αριθ. .../07 ιατροδικαστική έκθεση του Διευθυντή του Παθολογοανατομικού Εργαστηρίου του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας ιατρού Σ. Γ., μικρό θλαστικό τραύμα αριστερής παρειάς σε κάθετη θέση, μήκους 2 εκ., που μπορεί να οφείλεται σε χρήση αιχμηρού οργάνου καθώς και εκδορά ριζορινίου δεξιά, δύο αμυχές στη μεσόφρυα και μία στη μετωπιαία χώρα ελαφρώς προς τα δεξιά, μώλωπες στερνικής χώρας δεξιά και τέσσερις αμυχές αριστερού ημιθωρακίου, αιμάτωμα αριστερού ημιθωρακίου διαμ. 3 εκ. με περιφερειακό μώλωπα, δώδεκα αμυχές ραχιαίας επιφάνειας δεξιάς χειρός με μώλωπα βάσεως μέσου δακτύλου και μικρή αμυχή τρίτης φάλαγγας και αμυχή ραχιαίας επιφάνειας αριστεράς χειρός στη συμβολή παράμεσου και μικρού δακτύλου, ενώ ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο Χ. Σ., όπως περιγράφεται στην υπ' αριθ. 350/07 έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του προαναφερομένου ιατρού, βαθύ θλαστικό τραύμα δεξιάς κερκιδικής χώρας μήκους 2,5 εκ., θλαστικό τραύμα στη συμβολή του μέσου και παραμέσου δακτύλου αριστερά και θλαστικό τραύμα βρεγματικής χώρας, μήκους 6 εκ., τα οποία προέρχονται από μαχαίρι και έγιναν προφανώς, όταν αυτός (κατηγορούμενος) του το απέσπασε, και συγκεκριμένα, όταν, κτυπώντας τον στην κοιλιά, του έπεσε, όπως κατέθεσε στην απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι το είδος και η θέση τους δεν δικαιολογούν την πρόκληση τους από αυτοτραυματισμό και συγχρόνως με τη λαβή, που είχε πραγματοποιήσει σ' αυτόν, εκμεταλλευόμενος προφανώς και την καταβολή των δυνάμεών του, λόγω της αιμορραγίας από τα παραπάνω τραύματά του και γνωρίζοντας επιπλέον από τα μαθήματα καράτε, που είχε παρακολουθήσει παλαιότερα, τις επιπτώσεις των κινήσεών του στο ανθρώπινο σώμα, περιέσφιξε τη λαρυγγική χώρα αυτού (Χ. Σ.) και περιέστρεψε την κεφαλή του με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα το υοειδές οστό και ο άτλαντας, ο πρώτος σπόνδυλος, που αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ κρανίου και αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, εξαιτίας του οποίου, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαίως ο θάνατός του, όπως ομοίως περιγράφεται στην άνω έκθεση. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση, την οποία αποφάσισε και εκτέλεσε, ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής, ενώ, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση, την οποία αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι η όλη κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το Χ. Σ. στην οικογένειά του, εξαιτίας του ερωτικού δεσμού με τη σύζυγό του, η εκτός γάμου εγκυμοσύνη της συζύγου του, η συνάντησή τους στο σπίτι του για να λύσουν το θέμα του ονόματος του νεογέννητου, η ιδιαίτερα προσβλητική και υποτιμητική φράση του "πηδάω τη γυναίκα, μπορώ να πηδήσω και την κόρη σου", αλλά και η πάλη τους, σε συνδυασμό και με τις σωματικές κακώσεις που του προκάλεσε ο Χ. Σ., προκάλεσε μεγάλη αναταραχή και πρωτοφανή διατάραξη της συνειδήσεώς του, υπό την έννοια, ότι δεν είχε εκλείψει εντελώς, αλλά μειώθηκε σημαντικά, η ικανότητά του για καταλογισμό και γι' αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 36 ΠΚ, της ελαττωμένης, δηλαδή, ικανότητας προς καταλογισμό. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω υπό του κατηγορουμένου υποστηριζόμενα περιστατικά οδήγησαν αυτόν σε διατάραξη της συνειδήσεώς του, με συνέπεια τη μειωμένη ικανότητα αυτού προς καταλογισμό, καθόσον έγινε δεκτό υπό του δικαστηρίου ότι τα περιστατικά αυτά περιήγαγαν τον κατηγορούμενο σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, για την οποία, κατά, τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει η υπερδιέγερση ενός συναισθήματος να έχει εξελιχθεί σε τέτοια ψυχική κατάσταση, ώστε να απέκλειε τη δυνατότητα του δράστη να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση της πράξεως και εκείνα που τον συγκρατούσαν από αυτήν, όχι όμως και να έφθασε σε κατάσταση διαταράξεως της συνειδήσεως, που έχει ως συνέπεια τη μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, δηλαδή ο ελαττωμένος καταλογισμός είναι κάτι το μείζον έναντι του βρασμού ψυχικής ορμής. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι, κατά την ομόφωνη κρίση του δικαστηρίου, απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει το Χ. Σ., αλλ' ούτε και να του επιφέρει σωματική βλάβη και ο θάνατός του ήταν αποτέλεσμα της πάλης και του κατάγματος του άτλαντα, χωρίς να το θέλει και χωρίς να γνωρίζει, ούτε σε ποιο σημείο του σώματος βρίσκεται ο άτλαντας ούτε ότι είναι τόσο ευπαθής και επομένως ο θάνατός του επήλθε από αμέλειά του και έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθ. 302 ΠΚ), σε κάθε δε περίπτωση το μόνο που μπορεί να του αποδοθεί είναι η πρόθεση για πρόκληση σωματικής βλάβης και ιδίως μετά τη χρησιμοποίηση εκ μέρους του Χ. Σ. του μαχαιριού και του κατσαβιδιού και την πρόκληση σωματικών βλαβών σε διάφορα μέρη του σώματός του και από αμέλειά του κατά την ώρα της πάλης και σε κάποια στιγμή που του έκανε μια λαβή για να μην τον κτυπήσει με το μαχαίρι και το κατσαβίδι και αφού έπεσαν και οι δύο πρώτα στο κρεβάτι και μετά στο πάτωμα και αφού σηκώθηκαν και έπεσαν και πάλι στο πάτωμα, τότε κατάλαβε ότι ο Χ. Σ. δεν αντιδρούσε και επομένως έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, θανατηφόρου σωματικής βλάβης (άρθ. 311 ΠΚ). Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά υπό του δικαστηρίου, όπως αναλυτικά έχουν αναφερθεί, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε σε βάρος του Χ. Σ. ανθρωποκτονία από πρόθεση, ευρισκόμενος τόσο κατά την απόφαση, όσο και κατά την εκτέλεση, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και το κάταγμα του άτλαντα, το οποίο, σημειωτέον, μπορεί να προέλθει σε περίπτωση έκθεσης της κεφαλής σε δράση στροφικών δυνάμεων, ή υπερέκτασης ή κάμψης αυτής ή από κτύπημα με πτώση από ύψος, στη συγκεκριμένη περίπτωση προήλθε, όπως ομοίως αναλυτικά έχει αναφερθεί, από την περιστροφική κίνηση της κεφαλής του Χ. Σ. εκ μέρους του κατηγορουμένου, την οποία είχε εγκλωβίσει με την κλείδωση του αριστερού του αγκώνα, και ο οποίος γνώριζε τις επιπτώσεις της κινήσεώς του αυτής, λόγω των μαθημάτων 'καράτε', που είχε παρακολουθήσει στη ... και ήθελε με τον τρόπο αυτό να επιφέρει το θάνατό του και δεν προήλθε από την πτώση των σωμάτων του κατηγορουμένου και του Χ. Σ. στο δάπεδο, κατά την πάλη, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι το θανατηφόρο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλειά του, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη, ότι, εάν έτσι είχαν συμβεί τα πράγματα, για να υποστεί κάταγμα ο άτλαντας, έπρεπε να δράσουν στο σημείο εκείνο δυνάμεις ανάλογες με αυτές που αναπτύσσονται σε τροχαία ατυχήματα ή σε πτώση από ύψος, οι οποίες θα έπρεπε συγχρόνως να έχουν ως αποτέλεσμα και τη δημιουργία συντριπτικού κατάγματος ή έστω και κάποιας ελαφρότερης βλάβης στο αριστερό χέρι του κατηγορουμένου πάνω στο οποίο έπεσαν και τα δύο σώματα και, κατά τους ισχυρισμούς του, εξ αυτής της αιτίας επήλθε το κάταγμα του άτλαντα. Το χέρι όμως αυτό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, δεν φέρει τέτοιες βλάβες, παρά μόνον μία αμυχή ραχιαίας επιφάνειας στη συμβολή παράμεσου και μικρού δακτύλου. Ο ισχυρισμός, επομένως, αυτός του κατηγορουμένου είναι, κατά την ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου, απορριπτέος και αβάσιμος. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικώς κοινωνική ζωή. Ειδικότερα αυτός, όπως έχει προαναφερθεί μεγάλωσε στη ..., περάτωσε σπουδές μηχανολογίας, τέλεσε γάμο με τη Γ. Μ. απέκτησε τρία τέκνα, ήταν εργατικός και διατηρούσε μαζί με τα αδέλφια του στο ... ...ς ξενοδοχειακή επιχείρηση, έχαιρε της εκτιμήσεως του συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος και γενικά του κοινωνικού περίγυρου, παρείχε στην οικογένεια του όλα τα υλικά και ηθικά στηρίγματα που ώφειλε να παρέχει και μέχρι 22.6.2007 ζούσε μια φυσιολογική ζωή και είχε και λευκό ποινικό μητρώο. Η αναφορά στην από Μαΐου 2005 εξώδικη δήλωση της συζύγου του προς αυτόν ότι αυτός την είχε πιέσει να προβεί σε τεχνητή διακοπή μιας κυήσεως, χωρίς τη θέλησή της και ότι της είχε συμπεριφερθεί βίαια, δεν μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι τα περιστατικά αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και προφανώς αναγράφηκαν υπ' αυτής για να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης την εποχή εκείνη. Κατ' ακολουθίαν πρέπει, κατ' ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η άνω ελαφρυντική περίσταση, που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά την πράξη του καθόσον ζήτησε συγνώμη από τους συγγενείς του θύματος και δήλωσε ότι "δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου γι' αυτό που έγινε" και γι' αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί σ' αυτόν και αυτή η ελαφρυντική περίσταση, που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ.2 περ.δ' Π.Κ.". Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία του ότι με πρόθεση σκότωσε τον Χ. Σ., βρισκόμενος τόσο κατά την απόφαση όσο και την εκτέλεση σε βρασμό ψυχικής ορμής υπό τις άνω προπεριγραφείσες συνθήκες και εδέχθη ότι συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και δ' Π.Κ. Με αυτά που εδέχθη η άνω απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της συνδυαζόμενο με το διατακτικό της, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, για το οποίο και κατεδικάσθη κατά πλειοψηφίαν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 299 παρ.1 και 2 Π.Κ. ως και 83, 84 παρ.2α και δ' αυτού, που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη της, τις ακριβείς συνθήκες τελέσεως της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, το περιστατικό που προκάλεσε την απόφαση και την εκτέλεση αυτής σε βρασμό ψυχικής ορμής και τον χρόνο εκδηλώσεώς των με σαφείς και συγκεκριμένες ενέργειες του κατηγορουμένου ώστε να επέλθει ο ανθρωποκτόνος σκοπός του, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου, αιτιάσεων του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την αιτιολογία, επίσης αναφέρει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση του οποίους δεν εδέχθη μεταβολή της κατηγορίας σε ανθρωποκτονία από αμέλεια ή και σε θανατηφόρο σωματική βλάβη μη σκοπουμένη, ώστε να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, όσον αφορά την εφαρμογή των σχετικών με τα τελευταία αδικήματα διατάξεων. Ωσαύτως η αιτίαση ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση εκ του ότι δεν είχε άλλο όπλο μαζί του, προς δε ότι καίτοι είδε και το μαχαίρι και το κατσαβίδι ο κατηγορούμενος (όπερ βέβαια δέχεται και η απόφαση), δεν τα πήρε να τα χρησιμοποιήσει, είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο θάνατος επήλθε όχι δια χρήσεως εργαλείου τινός, αλλά με περίσφιγξη του λαιμού του παθόντος και περιστροφή της κεφαλής του δια της χειρός του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν αυτών όλων οι σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 299 παρ.2 Π.Κ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκλησή των επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδείξεων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ως άνω, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ. και κατατείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπον ορισμένο δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για την θεμελίωσή των, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκοτέρα μεταχείριση του κατηγορουμένου. (άλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως). Τοιούτοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι οι εκ του άρθρου 84 παρ. 2β', γ', ε' Π.Κ. το ότι, δηλαδή, ο υπαίτιος ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ... (και) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Όμως για να συντρέξει η τελευταία περίσταση πρέπει η συμπεριφορά του να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα υπό καθεστώς ελευθερίας στην κοινωνία, διότι τότε μόνον η επιλογή του αυτή μαρτυρεί την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για την βελτιωμένη, ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του, για την οποία και πρέπει να επιβραβευθεί. Και τούτο διότι κατά την αληθή και συνεχομένη με τον σκοπό της θεσπίσεώς της έννοια της άνω διατάξεως, η περί ής ο λόγος περίσταση νοείται ότι συντρέχει εις το πρόσωπο του δράστου εκείνου ο οποίος πράγματι μετεστράφη ηθικά και ψυχικά, έχων αντιληφθεί τις συνέπειες της αξιοποίνου πράξεώς του, με την αποχή του, μετά ταύτα από οποιασδήποτε φύσεως επιλήψιμη ενέργεια και εγκληματική εκδήλωση, υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπου υπάρχουν πλείστα όσα ερεθίσματα προς παραβατικές συμπεριφορές και καταστάσεις και ακόμη περισσότερες ευκολίες και ευκαιρίες για να διολισθήσει το άτομο σε εκτός νόμου δραστηριότητες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δια του συνηγόρου του υπέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ως άνω, κατά πιστή εδώ μεταφορά: Του άρθρου 84 παρ.2β Π.Κ. "Στο πρόσωπό του κατηγορουμένου δεν υπήρξαν ποτέ ταπεινά αίτια, μη ταπεινά αίτια είναι εκείνα τα οποία δεν είναι αντίθετα προς την κοινή συνείδηση περί ηθικής ή της κοινωνικής τάξης και δεν μαρτυρούν διαστροφή χαρακτήρα ή κακοβουλία του δράστη ή και διεφθαρμένο άτομο, αλλ' αντιθέτως ήταν πάντοτε ιδιαίτερα ευγενής, με ανώτερα ιδανικά και πίστη και αφοσίωση στην οικογένειά του και ειδικότερα στη σύζυγο και τα τρία παιδιά του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, ασφαλώς δεν κινήθηκε από ταπεινά αίτια, αλλά ό,τι έγινε ήταν έγκλημα της στιγμής και σε κάθε περίπτωση, αφορμή ήταν ο παράνομος ερωτικός δεσμός της συζύγου του και όσα ανωτέρω του είπε το θύμα για την κόρη του και η ακολουθήσασα πάλη. Του άρθρου 84 - 2γ Π.Κ., δηλ, του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη, που του προκάλεσε η άδικη κατ' αυτού συμπεριφορά του παθόντος. Είναι απολύτως βέβαιο, ότι η προηγηθείσα του θανατηφόρου επεισοδίου, συμπεριφορά του παθόντος ήταν απολύτως ανάρμοστη. Αυτό δε και διότι δημιούργησε παράνομο ερωτικό δεσμό με τη σύζυγό του, παρά το ότι ήταν φίλοι, συνεργάτες και πνευματικοί συγγενείς και διότι κατέστησε τη σύζυγό του έγκυο και διότι η εν γένει ακολούθως συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα προκλητική και ανάρμοστη. Αλλά και κατά το βράδυ εκείνο, με όσα παραπάνω του είπε ήταν ιδιαίτερα προσβλητικά για την κόρη του και για εκείνον (άκου να σου πω ρε φίλε, η Γ. (σύζυγος) είναι δική μου και εγώ όποια θέλω πηδάω, ακόμα και την κόρη σου (19χρovn). Ακόμη και τα ακολουθήσαντα (πάλη, μαχαίρι, κατσαβίδι, κτυπήματα στα χέρια, στην πλάτη και στο στήθος, κ,λπ.), ήταν όλα αυτά άδικες εναντίον του πράξεις, και είναι απολύτως βέβαιο, ότι του δημιούργησαν δικαιολογημένη οργή και βίαιη θλίψη. Του άρθρου 84-2ε-ΠΚ, ότι δηλ. ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τη πράξη του. Πράγματι, ο κατηγορούμενος από τον Ιούνιο του 2007 μέχρι σήμερα συμπεριφέρθηκε καλά και δεν απασχόλησε ποτέ τις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές. Αυτό δε συνέβη είτε όταν ήταν μέσα στη φυλακή μέχρι το Μάιο του 2008 (ιδ. βεβαίωση Φυλακής), είτε εκτός αυτής και μέχρι σήμερα. Από τις παραπάνω νομίμως, και κατά τρόπο ορισμένο, αιτηθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις, το ΜΟΕ Κέρκυρας δια της προσβαλλομένης αποφάσεως αναγνώρισε, όπως και ανωτέρω αναφέρεται, δύο, ήτοι του άρθρ. 84-2α Π.Κ. (του πρότερου εντίμου βίου) και του άρθρ. 84-2δ Π.Κ. (της ειλικρινούς μετάνοιας), ενώ απέρριψε όλες τις άλλες, ήτοι του άρθρ. 84-2β Π.Κ. (λόγω μη ταπεινών αιτίων), του άρθρ. 84-2γ Π.Κ. (λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος) και του άρθρ 84-2ε Π.Κ. (καλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την πράξη). Όπως είναι γνωστό, και όπως παγίως γίνεται δεκτό, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται, κατ' άρθρ. 510 § 1ε Κ.Π.Δ., και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που έχουν σχέση με αναγνώριση ελαφρυντικών, αρκεί οι ισχυρισμοί να υπεβλήθησαν προς το Δικαστήριο να είναι κατά τρόπο ορισμένο και αιτιολογημένο. Όπως δε προκύπτει από τ' ανωτέρω, και ιδίως από τα πρακτικά της δίκης, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, οι ως άνω τρεις αυτοτελείς ισχυρισμοί (που απερρίφθησαν) προβλήθηκαν πράγματι κατά τρόπο ορισμένο και αιτιολογημένο και ειδικότερα, δεν γίνεται επίκληση μόνο των σχετικών ως άνω διατάξεων του Ποιν. Κώδικα, αλλά παρατίθενται, για την κάθε αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση, και τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν (Α.Π. 973/2000 Ισοκράτης Δ.Σ.Α.) και, για το λόγο αυτό, θα έπρεπε η προσβαλλομένη απόφαση ή να τους δεχθεί και να τους αναγνωρίσει ή άλλως να τους απορρίψει κατά τρόπο αιτιολογημένο". Το δικαστήριο απέρριψε τους άνω ισχυρισμούς ως εξής: Ειδικότερα υπό τις περιστάσεις που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατ/νος ετέλεσε εις βάρος του Χ. Σ. την ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής και έχουν προαναφερθεί κεφαλοκλείδωμα, περιστροφή κεφαλής κ.λπ. δεν δικαιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι ωθήθηκε στην πράξη από μη ταπεινά αίτια. Περαιτέρω με δεδομένο ότι η υπερδιέγερση του συναισθήματος της οργής του κατηγορουμένου, που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του Χ. Σ., λόγω της δημιουργίας παράνομου ερωτικού δεσμού με τη σύζυγό του, παρότι ήταν φίλοι, συνεργάτες και πνευματικοί συγγενείς, της εγκυμοσύνης της συζύγου του εξ αυτού και κυρίως της απεύθυνσης σ' αυτόν της προαναφερομένης προσβλητικής φράσεως (...αν θέλω πηδάω και την κόρη σου), εξελίχθηκε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου, σε τέτοια ψυχική κατάσταση, που απέκλεισε στον κατηγορούμενο τη σκέψη και τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην πράξη του και εκείνα που τον συγκρατούν από αυτή, και τον οδήγησε στην τέλεση σε βάρος του Χ. Σ. ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αναγνώριση σ' αυτόν του ελαφρυντικού ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος. Η ακολουθήσασα δε πάλη και οι σωματικές βλάβες δεν οφείλονται σε άδικες πράξεις του Χ. Σ. και συνεπώς δεν δικαιολογούν τη χορήγηση του ελαφρυντικού αυτού στον κατηγορούμενο. Τέλος, όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξεώς του εξαφάνισε το πτώμα του Χ. Σ. και δεν αποκάλυψε άμεσα στους οικείους του και στην αστυνομική αρχή την πράξη του. Μετά δε τη σύλληψή του προφυλακίσθηκε, έζησε στη φυλακή, όπου επέδειξε καλή διαγωγή και αποφυλακίσθηκε υφ' όρον μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στις 13.5.2008 και έζησε στο σπίτι του στο ... της ..., χωρίς έκτοτε να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, διότι η επιδειχθείσα τελικά καλή συμπεριφορά δεν έγινε κάτω από συνθήκες απολύτου ελεύθερης διαβιώσεως και μάλιστα επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα". Η ανωτέρω αιτιολογία για την απόρριψη μιας εκάστης των ελαφρυντικών περιστάσεων ως άνω, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αφού αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν το δικαστήριο στην κρίση του αυτή. Ειδικότερα μάλιστα αναφέρει, όσον αφορά την τελευταία περίσταση (84 παρ.2ε Π.Κ.) διατί το διάστημα από 2008 ότε απεφυλακίσθη υφ' όρον, μέχρι 2011 ότε εξεδικάσθη εις δεύτερο βαθμό η υπόθεση δεν το θεωρεί ως "ελευθέρα διαβίωση"? εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία εκυρώθη με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 περ. 1 του εβδόμου Πρωτοκόλλου της ιδίας ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που εκυρώθη με τον Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης, από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επεβλήθηκε ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητος, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπομένη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητος αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευτ. του Συντάγματος, (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18/4/2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων),κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ1 όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α) αναγκαίοι υπό την έννοιαν ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στα δικαιώματά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο. Συνεπώς η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιοποίνου πράξεως, εφ' όσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητος (Ολ.Α.Π. 14/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκηρύχθη ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και αφού του ανεγνωρίσθη η συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και δ' Π.Κ., του επεβλήθη η ποινή της καθείρξεως των έντεκα (11) ετών. Εν όψει της απαξίας του άνω εγκλήματος που ετέλεσε ο κατ/νος και του ύψους της επιβληθείσης ποινής, για την οποία το δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία, εν αναφορά με τα κριτήρια της διατάξεως του άρθρου 79 Π.Κ. όπως εκ του σχετικού σκεπτικού προκύπτει, λαμβανομένου υπ' όψη και του γεγονότος ότι η αρχικώς απειλουμένη για την άνω πράξη, άρθρ. 299 παρ.2 ΠΚ ποινή είναι η της προσκαίρου καθείρξεως των 5 έως 20 ετών και αν συντρέχει λόγος μειώσεως της ποινής, όπως εν προκειμένω επιβάλλεται ελαττωμένη ποινή 2-12 ετών, δεν παρεβιάσθη η αρχή της αναλογικότητος, υπαγορευομένη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις. Συνεπώς ο σχετικός έκτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου άλλως της απολύτου ακυρότητος λόγω παραβιάσεως των αρχών της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ως και την δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15/12/2011 αίτηση - δήλωση του Α. Α. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19-22/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) ως και τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ