Αριθμός 1033/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Γ. και Ό., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σιμόπουλο, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. Π. του Γ. και Ό., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Χατζηκυριάκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15348/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1398/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 29-09-2021 αίτηση προσβάλλεται η 1398/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και έγινε δεκτή η από 15-05-2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με αριθμ. 15348/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη, και, κρατώντας την υπόθεση, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι.[1] Από τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι " κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη, είτε από το νόμο, είναι όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και όλες οι περιουσιακές σχέσεις του προσώπου (εκτός από εκείνες που ρητά εξαιρούνται από το νόμο). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1193, 1198, 1199 και 1846 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει γι' αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο, ο τελευταίος αποκτά, αυτοδικαίως, το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα - λόγω της άνω αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής - νομική αιτία κτήσης της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου. Συνεπώς, μέχρι τη μεταγραφή της αποδοχής ο κληρονόμος δεν έχει απλώς κυριότητα υπό αναβλητική αίρεση, με τις συνέπειες του άρθρου 201 ΑΚ, ως προς το χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων, αλλά έχει κυριότητα μετέωρη υπό την ως άνω αίρεση δικαίου, η πλήρωση της οποίας επάγεται την αναδρομική - από του θανάτου του κληρονομουμένου - κτήση αυτής (Ολ ΑΠ 7/2004, ΑΠ 281/2019, ΑΠ 383/2015). Η αναδρομική αυτή ενέργεια δεν συνεπάγεται πάντως και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως είναι η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, εφόσον όμως η τελευταία συμπληρώθηκε μέχρι το χρόνο μεταγραφής της αποδοχής (ΟλΑΠ 108/78, ΑΠ 947/2022, ΑΠ 1358/2018). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785 - 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, προκύπτει ότι ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και, επομένως, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ` αυτούς γνωστή τη βούλησή του, με οποιοδήποτε τρόπο να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 43/2014). Τούτο, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικώς στο όνομα του, ως κύριος, το επίδικο ο συγκοινωνός που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή Συνεπώς, η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος, προ του θανάτου του, μεταβίβασε το επίδικο με άτυπη σύμβαση (παραχώρηση) σ' εκείνον, που το νέμεται έκτοτε για δικό του λογαριασμό, δηλαδή σε χρόνο που δεν υπήρχε ακόμη κοινωνία των κληρονόμων αυτού επί των κληρονομιαίων αντικειμένων, η οποία λαμβάνει ύπαρξη από το θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΠ 302/2019, ΑΠ 1195/2012, ΑΠ 652/2012), ενώ και η, από τη διάταξη του άρθρο 983 ΑΚ, που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, πλασματική νομή του, από το νόμο ή από διαθήκη, κληρονόμου επί των αντικειμένων της κληρονομίας, προϋποθέτει ότι ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο θανάτου του, ήταν νομέας του πράγματος (ΑΠ 281/2019, ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 388/2014). [2] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή επί διαμερίσματος ή ορόφου ήδη συνεστημένης, οριζοντίως ή καθέτως διηρημένης, ιδιοκτησίας (ΑΠ 1474/2014, ΑΠ 953/2013), απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 1082/2019). H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος, όμως, που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, η πληρωμή φόρων. Μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 1555/2021, ΑΠ 793/2021, ΑΠ 416/2020). [3] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1608/2022). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022). ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει της με αριθμό ... πράξης δήλωσης αποδοχής της εξ' αδιαθέτου κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1958 Α. Π. του Γ., που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Χρήστο Μεγάλο και μεταγράφηκε στον τόμο 493 και με αριθμό 56 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ο αποβιώσας στις 18-7-1980 Γ. Π. του Α., πατέρας των διαδίκων, ως μοναδικό τέκνο του ανωτέρω κληρονομούμενου και η αποβιώσασα στις 15-1-1979 Α., σύζυγος Α. Π., είχαν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενός οικοπέδου, εμβαδού 360 τ.μ., κειμένου επί της οδού ... της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης, μετά της επ' αυτού πεπαλαιωμένης οικίας, οριζομένου γύρωθεν με την οδό ... επί της οποίας έχει πρόσοψη, με ακίνητο ιδιοκτησίας Β. Π., με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Χ. Γ. Χ. και όπισθεν με την οδό ..., το οποίο είχε περιέλθει στον ως άνω δικαιοπάροχό τους με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Γ., που μεταγράφηκε στον τόμο IΖ και με αριθμό 248 των ίδιων ως άνω βιβλίων. Στη συνέχεια, το έτος 1971, οι ως άνω συγκύριοι είχαν αναθέσει στον εργολάβο οικοδομών Σ. Ι. που ήταν μεμνηστευμένος με την εναγόμενη, να ανεγείρει με δαπάνες του, με το σύστημα της αντιπαροχής, μία πολυώροφη οικοδομή στο ανωτέρω οικόπεδό τους με τους όρους που περιλαμβανόταν στο με αριθμό ... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο που υπέγραψαν και συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Θ.. Βάσει του εργολαβικού αυτού οι ανωτέρω συγκύριοι, έλαβαν ως αντιπαροχή για το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 65% επί του οικοπέδου τους, που υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στον εργολάβο, οκτώ (8) διαμερίσματα εκ της ανεγερθείσας οικοδομής, κατά τα έτος 1973, που αυτή περατώθηκε και η οποία ανεγέρθηκε δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου ... άδειας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης. Τα διαμερίσματα αυτά ο πατέρας των διαδίκων Γ. Π. τα διένειμε ατύπως, κατά το έτος 1975, στις διαδίκους, δίδυμες θυγατέρες του, με σκοπό την οικογενειακή τους αποκατάσταση, οι οποίες πρόσφατα είχαν νυμφευθεί, η μεν εναγόμενη το έτος 1973 και η ενάγουσα το έτος 1974. Συμφωνήθηκε δε μεταξύ τους, βάσει της άτυπης αυτής διανομής, η μεν ενάγουσα Μ., σύζυγος Μ. Κ. (ήδη αναιρεσίβλητη), να λάβει στη νομή και κατοχή της τέσσερα (4) διαμερίσματα, από τα οποία θα παραχωρούσε στους γονείς της, εφ' όρου ζωής τους, την αποκλειστική χρήση και κάρπωση του ενός εξ αυτών και η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) να λάβει επίσης στη νομή και κατοχή της τέσσερα (4) διαμερίσματα, από τα οποία θα παραχωρούσε και αυτή στους γονείς της, εφ' όρου ζωής τους, την αποκλειστική χρήση και κάρπωση του ενός εξ αυτών. Βάσει της διανομής αυτής η ενάγουσα παρέλαβε στη νομή της 1) ένα διαμέρισμα του πρώτου μετά το ισόγειο ορόφου, με πρόσοψη στο φωταγωγό, εμβαδού καθαρού 31 τ.μ. και μικτού 34.20 τ.μ., 2) ένα διαμέρισμα της δεύτερης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... εμβαδού καθαρού 67,60 τ.μ. και μικτού 74,30 τ.μ., 3) ένα διαμέρισμα της τρίτης εσοχής με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού καθαρού 50 τ.μ. και μικτού 55,10 τ.μ. και 4) ένα διαμέρισμα της τέταρτης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... και ..., εμβαδού καθαρού 101,50 τ.μ. και μικτού 115,70 τ μ., στο οποίο ήδη αυτή διέμενε με την οικογένειά της από το έτος 1974 που παντρεύτηκε και το χρησιμοποιούσε ως κύρια κατοικία και οικογενειακή της στέγη. Στο υπό στοιχείο 2 διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 67,60 τ.μ. και μικτού 74,30 τ.μ., της δεύτερης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... συνέχισαν να διαμένουν οι γονείς της, κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα και το χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία τους. Επίσης, μετά και από τη σύμφωνη γνώμη της η εναγόμενη Αικατερίνη, σύζυγος Σ. Ι., παρέλαβε στη νομή της 1) ένα διαμέρισμα της πρώτης εσοχής άνωθεν του πρώτου ορόφου, με πρόσοψη στο φωταγωγό, εμβαδού καθαρού 28,30 τ.μ. και μικτού 31,10 τ.μ., 2) ένα διαμέρισμα της δεύτερης εσοχής με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού καθαρού 47,40 τ.μ και μικτού 51,10 τ. μ., 3) ένα διαμέρισμα της δεύτερης εσοχής, εμβαδού μικτού 82,10 τ.μ. και 4) ένα διαμέρισμα της τέταρτης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... και ..., εμβαδού καθαρού 77,60 τ.μ και μικτού 85,60 τ.μ., στο οποίο ήδη αυτή διέμενε με την οικογένεια της από το έτος 1973 που παντρεύτηκε και το χρησιμοποιούσε ως κύριο κατοικία και οικογενειακή της στέγη. Το υπό στοιχείο 2 διαμέρισμα της δεύτερης εσοχής, εμβαδού μικτού 82 10 τ.μ., πωλήθηκε το έτος 1977 στον Ι. Κ. και στη σύζυγό του Α. μετά από απόφαση της εναγόμενης και του συζύγου της Σ. Ι., οι οποίοι, προκειμένου να καλύψουν οικονομικές υποχρεώσεις του τελευταίου, που ασκούσε τότε το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών, φρόντισαν να βρουν τους ανωτέρω αγοραστές, με τους οποίους συνήψαν τη σύμβαση πώλησης και εισέπραξαν από αυτούς το τίμημα της πώλησης, αν και το οριστικό συμβόλαιο υπογράφηκε από τον πατέρα της εναγόμενης, στον οποίο ανήκε η κυριότητα. Ο τελευταίος, αφού στη συνέχεια απέκτησε και το μερίδιο της μητέρας του Α. Π., που απεβίωσε στις 15-1-1979, αποδεχόμενος την κληρονομία της με τη με αριθμό ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Γ., η οποία μεταγράφηκε στον τόμο …. και με αριθμό 468 των ως άνω βιβλίων, υπήγαγε στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει της με αριθμό ... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε στον τόμο …. και με αριθμό 42 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, τα εναπομείναντα επτά (7) διαμερίσματα και με τον τρόπο αυτό απέκτησε πλέον κυριότητα επί των κάτωθι αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών: 1) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3 αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του πρώτου μετά το ισόγειο ορόφου με πρόσοψη στο φωταγωγό, εμβαδού καθαρού 31 τ.μ. και μικτού 34,20 τ.μ., αποτελούμενου από ένα δωμάτιο, κουζίνα, Χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 1,90% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, 2) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1 αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος της δεύτερης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... εμβαδού καθαρού 67,60 τ.μ. και μικτού 74,30 τ.μ., αποτελούμενου από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 4,50% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, 3) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 4 αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος της τρίτης εσοχής με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού καθαρού 50 τ.μ και μικτού 55,10 τ.μ., αποτελούμενου από ένα δωμάτιο, σαλοτραπεζαρία. κουζίνα, Χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 3,030 % εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, 4) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 2 αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος της τέταρτης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... και ..., εμβαδού καθαρού 105,50 τ.μ. και μικτού 115,70 τ.μ., αποτελούμενου από τέσσερα δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 7,010% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, 5) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3 αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος της πρώτης εσοχής άνωθεν του πρώτου ορόφου, με πρόσοψη στο φωταγωγό, εμβαδού καθαρού 28,30 τ.μ. και μικτού 31,10 τ.μ., αποτελούμενου από ένα δωμάτιο, κουζίνα, χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 1,70% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, 6) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 4 αυτοτελούς. και διηρημένου διαμερίσματος της δεύτερης εσοχής με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού καθαρού 47,40 τ.μ. και μικτού 51,10 τ.μ., αποτελούμενου από ένα δωμάτιο, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, Χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 3,60 % εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και 7) του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1 αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος της τέταρτης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... και ..., εμβαδού καθαρού 77,60 τ.μ. και μικτού 85,60 τ.μ., αποτελούμενου από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, Χωλ και λουτροκαμπινέ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 5,020% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο. Όπως προαναφέρθηκε, ο πατέρας των διαδίκων Γ. Π. είχε ήδη παραδώσει από τα έτη 1975-1976 στις διαδίκους θυγατέρες του και πριν τη σύσταση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, τη νομή των διαμερισμάτων αυτών, ως μερών και συστατικών του τότε ενιαίου ακινήτου (οικοπέδου με οικοδομή). Μετά τη σύσταση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, οπότε και τα ανωτέρω διαμερίσματα, ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες πλέον ιδιοκτησίες, μπορούσαν να χρησιδεσποθούν, άγουσας της χρησικτησίας αυτών σε κτήση κυριότητας με τη συμπλήρωση και του απαιτούμενου χρόνου, κάθε μία εκ των διαδίκων αδελφών συνέχισε να κατέχει με διάνοια κυρίου τα ως άνω αυτοτελή και ανεξάρτητα διαμερίσματα, που είχε παραλάβει στη νομή της, ασκώντας επ' αυτών προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους υλικές πράξεις νομής. Ειδικότερα, από τον Ιανουάριο του έτους 1980 η ενάγουσα συνέχισε να κατέχει και να εξουσιάζει με διάνοια κυρίου 1) το με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 2 διαμέρισμα της τέταρτης εσοχής, εμβαδού καθαρού 105,50 τ.μ. και μικτού 115,70 τ.μ., να χρησιμοποιεί αυτό ως κύρια κατοικία της ίδιας και της οικογένειας της, να το συντηρεί και να το φροντίζει με δαπάνες της, να εμφανίζεται προς όλους ως αποκλειστική κυρία αυτού και να καλύπτει όλες τις απορρέουσες από την κυριότητα υποχρεώσεις προς τις αρχές, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα τριάντα πέντε (35 ετών) από το έτος 1980 και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από την εναγομένη αδελφή της ή τους γονείς τους, που γνώριζαν την πρόθεσή της και ουδέποτε εναντιώθηκαν, 2) το με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3 διαμέρισμα του πρώτου μετά το ισόγειο ορόφου, εμβαδού καθαρού 31 τ.μ. και μικτού 34,20 τ.μ., το οποίο εκμίσθωνε η ίδια ως αποκλειστική κυρία αυτού σε τρίτους και εισέπραττε αυτή τα μισθώματα, το συντηρούσε με φροντίδες και δαπάνες της και εμφανιζόταν προς όλους και προς τις αρχές ως κυρία αυτού, καλύπτοντας όλες τις απορρέουσες από την κυριότητα υποχρεώσεις της, συνεχώς και αδιαλείπτως κατά το ίδιο ανωτέρω διάστημα, χωρίς καμία αντίρρηση ή αντίδραση εκ μέρους της εναγόμενης ή των γονέων τους, οι οποίες γνώριζαν τις ανωτέρω ενέργειες της και τις αποδεχόταν και 3) το με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 4 διαμέρισμα της τρίτης εσοχής, εμβαδού καθαρού 50 τ.μ. και μικτού 55,10 τ.μ., το οποίο επίσης εκμίσθωνε ως αποκλειστική κυρία αυτού σε τρίτους και εισέπραττε η ίδια τα μισθώματα, το συντηρούσε με δικές της φροντίδες και δαπάνες της και εμφανιζόταν προς όλους ως κυρία αυτού, καλύπτοντας η ίδια αποκλειστικά και όλες τις απορρέουσες από την κυριότητα υποχρεώσεις της προς τις αρχές, συνεχώς και αδιαλείπτως κατά το ίδιο ανωτέρω διάστημα, χωρίς καμία αντίρρηση ή αντίδραση εκ μέρους της εναγόμενης ή των γονέων τους, που γνώριζαν και αποδεχόταν τις ενέργειές της. Για το με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1 διαμέρισμα (υπό στοιχείο 2 περιγραφόμενο στην αγωγή) της δεύτερης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... εμβαδού καθαρού 67,60 τ.μ. και μικτού 74,30 τ.μ.. η νομή του οποίου παραδόθηκε στην ενάγουσα από τον πατέρα της με αντιφώνηση (977 ΑΚ), καθότι διέμεναν σε αυτό οι γονείς της και το χρησιμοποιούσαν ως κατοικία τους μέχρι και το έτος 2013, που απεβίωσε και η μητέρα της Ό. Π.. όπως είχαν συμφωνήσει με την ως άνω άτυπη μεταξύ διανομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών να τους το παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα, κατά τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα είχε πάντα τη διάνοια κυρίου, ήτοι την πρόθεση για διαρκή απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, εκδηλώνοντας αυτή με τη μεταχείριση του διαμερίσματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, παρότι μέχρι το έτος 2013 δεν είχε τη φυσική του εξουσίαση η ίδια, αλλά την ασκούσε μέσω των χρησαμένων αυτό γονέων της. Ειδικότερα, η ενάγουσα ανακαίνισε πλήρως με δικές της δαπάνες και φροντίδες όλα τα ανωτέρω διαμερίσματα, που εκμεταλλευόταν η ίδια με εκμίσθωση σε τρίτους, προβαίνοντας σε εργασίες αλλαγής και αντικατάστασης των θυρών, των κουφωμάτων, των δαπέδων, των επίπλων κουζίνας, των ειδών υγιεινής και των πλακιδίων των λουτρών αυτών, των ηλεκτρολογικών και των υδραυλικών εγκαταστάσεών τους και τοποθέτησε σε αυτά νέες εγκαταστάσεις θέρμανσης με ηλεκτρικούς λέβητες, αλλά και με δικές της δαπάνες και φροντίδες, άλλαξε και την εγκατάσταση θέρμανσης στο ως άνω διαμέρισμα, στο οποίο τότε κατοικούσε η μητέρα της και τοποθέτησε κλιματισμό σε αυτό και επίσης ανακαίνισε το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου που χρησιμοποιούσε ως κατοικία της με αλλαγή και αντικατάσταση των εσωτερικών θυρών, των δαπέδων και των ειδών υγιεινής αυτού, εν γνώσει της εναγόμενης αδελφής της, αλλά και της μητέρας της, οι οποίες διέμεναν σε διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής και ουδόλως αντέδρασαν ή εναντιώθηκαν στις ως άνω εργασίες ανακαίνισης, η δε εναγόμενη ουδόλως προσφέρθηκε να συμβάλλει ούτε συνέβαλε οικονομικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο στην ανακαίνιση αυτών και επιπλέον ουδέποτε μέχρι το χρόνο άσκησης αντίθετης αγωγής της, μετά την άσκησης της ένδικης αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας, απαίτησε από την τελευταία οποιοδήποτε ποσό από τα μισθώματα των διαμερισμάτων ή ως αποζημίωση χρήσης για το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου, που αυτή χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ως κύρια κατοικία της από το έτος 1980, που απεβίωσε ο πατέρας τους και εντεύθεν. Αντιστοίχως, όπως αποδείχθηκε, η εναγόμενη ασκούσε αποκλειστικά η ίδια πράξεις νομής ως αποκλειστική κυρία επί του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1 διαμερίσματος της τέταρτης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... και ..., εμβαδού καθαρού 77,60 τ.μ και μικτού 85,60 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιούσε ως κύρια κατοικία αυτής και της οικογένειάς της από το έτος 1974 που παντρεύτηκε και μέχρι το έτος 1994, που μετακόμισε σε άλλη οικία, χωρίς καμία αντίρρηση εκ μέρους της ενάγουσας ή των γονέων τους και χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από αυτούς ή να απαιτηθεί από αυτή οποιοδήποτε οικονομικό αντάλλαγμα για τη χρήση του, το οποίο έκτοτε εκμίσθωνε και εισέπραττε αυτή τα μισθώματα και από το έτος 2012 κατοικεί με την οικογένεια του ο γιός της Γ. Ι., στον οποίο η ίδια το παραχώρησε, χωρίς και αυτός να ενοχληθεί ποτέ από την ενάγουσα ή να απαιτηθεί από αυτή οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τη χρήση του. Επίσης, η εναγόμενη από το έτος 1975 νεμόταν αποκλειστικά η ίδια το με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3 διαμέρισμα της πρώτης εσοχής άνωθεν του πρώτου ορόφου, εμβαδού καθαρού 28,30 τ.μ. και μικτού 31,10 τ.μ., εκμεταλλευόμενη αυτό με την εκμίσθωσή του σε τρίτους και εισπράττοντας η ίδια τα μισθώματα, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από την ενάγουσα ή τους γονείς τους ή να απαιτηθεί από αυτούς οποιοδήποτε μερίδιο από τα μισθώματα του, ενώ και αυτή, βάσει της προαναφερθείσας συμφωνίας με τον πατέρα της, είχε παραχωρήσει στους γονείς της εφ' όρου ζωής αυτών, τη χρήση και κάρπωση του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 4 διαμερίσματος της δεύτερης εσοχής, εμβαδού καθαρού 47,40 τ.μ. και μικτού 51,10 τ.μ., η νομή του οποίου είχε παραδοθεί και σε αυτή από τον πατέρα της με αντιφώνηση (977 ΑΚ). Το διαμέρισμα αυτό η μητέρα των διαδίκων Ό. Π., μετά το θάνατο του συζύγου της Γ. Π., που επισυνέβη στις 18-7-1980, το εκμίσθωνε σε τρίτους, εισπράττοντας η ίδια τα μισθώματα προς ενίσχυση των εισοδημάτων της και μέχρι την 3-4-2013, που και η ίδια απεβίωσε, ενώ για ένα διάστημα, κατά τα έτη 2010-2011, που δεν το είχε εκμισθώσει, διέμενε σε αυτό χωρίς αντάλλαγμα, ο γιός της ενάγουσας Α. Κ., μετά από παραχώρηση της γιαγιάς του. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η ενάγουσα νεμόμενη αποκλειστικά η ίδια με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλλείπτως από το έτος 1980, που συνεστήθησαν οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και μέχρι το έτος 2013, που απεβίωσε και η μητέρα της Ό. Π., ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας τα ως άνω τέσσερα (4) διαμερίσματα οικοδομής, που ήταν δεκτικά χρησικτησίας ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατέστη αποκλειστική κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Παρά ταύτα, στις 11- 11-2013, η εναγόμενη αδελφή της με τη με αριθμό ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Β., που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών, προέβη για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό της αποβιώσασας μητέρα τους Ό. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα της και συζύγου αντίστοιχα Γ. Π. και δη κατά ποσοστό 37,50% για την ίδια και κατά ποσοστό 12,50% για το εξ αδιαθέτου μερίδιο της μητέρας της, το οποίο στη συνέχεια αποδέχθηκε η ίδια, δηλώνοντας ότι στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος το έτος 1980 Γ. Π. περιλαμβανόταν όλες οι ανωτέρω περιγραφείσες επτά (7) οριζόντιες ιδιοκτησίες και την οποία (περιουσία) αποδέχθηκε κατά συνολικό ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω δε, αμφισβητώντας το αποκλειστικό δικαίωμα της ενάγουσας επί των προαναφερθέντων τεσσάρων (4) οριζοντίων ιδιοκτησιών της επέδωσε στις 24-11-2014, συνταχθείσας περί αυτού της με αριθμό 6843Β/24-11-2014 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Σ. Β., εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού της γνωστοποίησε την ως άνω εκ μέρους της αποδοχή της κληρονομιάς των γονέων τους και ότι με τον τρόπο αυτό κατέστη συγκυρία των ως άνω επτά (7) οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά ποσοστά 50% εξ αδιαίρετου, πρότεινε την εξώδικη διανομή αυτών μεταξύ τους, επιφυλασσόμενη για την αποκατάσταση οποιοσδήποτε ζημίας επήλθε σε αυτή από την αποκλειστική οικονομική εκμετάλλευση των τεσσάρων (4) διαμερισμάτων εκ μέρους της ενάγουσας είτε με την εκμίσθωση αυτών σε τρίτους είτε με την αποκλειστική της χρήση. Μετά την ανωτέρω εξώδικο της εναγόμενης αδελφής της η ενάγουσα άσκησε εναντίον της την από 20-5-2015 και με αριθμό καταθέσεως 12013/4-6-2015 ένδικη αγωγή. Οι ως άνω ισχυρισμοί όμως της εναγόμενης, τους οποίους περιλαμβάνει και στις προτάσεις της, είναι αβάσιμοι, εφόσον σύμφωνα με τα ανωτέρω που αποδείχθηκαν, η κυριότητα της ενάγουσας στα τέσσερα (4) επίδικα διαμερίσματα αποκτήθηκε πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο μεταγραφής της ανωτέρω επικαλούμενης από την εναγόμενη αποδοχής της κληρονομιάς των γονέων τους, καθότι, αν και η αποδοχή της κληρονομιάς, με την οποία ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, έχει αναδρομική ενέργεια, ανατρέχοντας στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου (άρθρα 1846, 1193, 1198 και 1199 ΑΚ), εντούτοις δεν συνεπάγεται και κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως, μετά το θάνατο του κληρονομούμενου, όπως η κυριότητα η αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι το χρόνο της μεταγραφής ..... Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο πατέρας των διαδίκων παραχώρησε με την προαναφερθείσα άτυπη .διανομή σε κάθε μία εκ των δύο θυγατέρων του τις ανωτέρω χωριστές και διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, η ενάγουσα που κατείχε τις τέσσερις εξ αυτών με διάνοια κυρίου, κατόπιν της άτυπης αυτής παραχώρησης, κατέστη κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αφού συνέτρεξαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις αυτής και χωρίς ακόμη να απαιτείται να γνωστοποιήσει στην αδελφή της και στη μητέρα της, ως τις λοιπές συγκληρονόμους του πατέρα της Γ. Π., ότι νέμεται τα ακίνητα αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό, καθότι τα ακίνητα αυτά δεν ήταν κληρονομιαία, εφόσον η νομή τους είχε μεταβιβασθεί σε αυτήν ως μία εκ των κληρονόμων του. Υπέρ των ανωτέρω και της ύπαρξης της προαναφερθείσας άτυπης διανομής, συνηγορεί και το γεγονός ότι με τη με αριθμό ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Χ. Π., που μεταγράφηκε στον τόμο …. και με αριθμό 429 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στην οποία προέβησαν οι διάδικες αδελφές και η μητέρα τους Ό. Π., αυτές δεν αποδέχθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Π., κατά την εξ αδιαθέτου μερίδα της η κάθε μία, τις επτά (7) προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίας, ως περιλαμβανόμενες στην κληρονομιά αυτού, αλλά, όπως σαφώς προκύπτει από τη ρητή δήλωσή τους στην ανωτέρω πράξη, αποδέχθηκαν μόνο την περιλαμβανόμενη στην κληρονομιαία περιουσία υποχρέωση του κληρονομούμενου Γ. Π. περί μεταβιβάσεως στον εργολάβο Σ. Ι. (σύζυγο της εναγόμενης) ή σε τρίτα πρόσωπα της υποδείξεως αυτού ποσοστού 56% εξ αδιαιρέτου εκ του ανωτέρω οικοπέδου, από τα υποσχεθέντα ποσοστά 65% εξ αδιαιρέτου, που είχαν αναλάβει να του μεταβιβάσουν οι οικοπεδούχοι Γ. Π. και Α. Π. με το προαναφερθέν προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο, καθότι τα υπόλοιπα υποσχεθέντα 9% (65%-56%) είχαν ήδη μεταβιβασθεί σε αυτόν μετά του δικαιώματος ανοικοδόμησεως των αναλογούντων στα ποσοστά αυτά χώρων. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, επομένως, αν δεν υπήρχε η ως άνω άτυπη διανομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών μεταξύ των διαδίκων, με την ανωτέρω πράξη ή με μεταγενέστερη πράξη αυτές και η μητέρα τους θα είχαν αποδεχθεί και τα εξ αδιαθέτου μερίδιά τους επί αυτών και δεν θα άφηναν οι διάδικες αδελφές να παρέλθει χρονικό διάστημα τριάντα (33) ετών από το θάνατο του πατέρα τους και μέχρι το θάνατο της μητέρας του για να προβούν σε δηλώσεις της κληρονομιάς του. Το γεγονός δε, ότι στις καταχωρηθείσες στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης με αντίστοιχους ΚΑΕΚ ..., ..., ... και ... οριζόντιες ιδιοκτησίες, φέρεται η ενάγουσα ως συγκυρία αυτών κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, με τίτλο κτήσης αυτής την ως άνω ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Χ. Π., με την οποία, όμως, εσφαλμένα καταχωρήθηκε, αφού οι συγκληρονόμοι του Γ. Π., κατά τα προαναφερθέντα, δεν αποδέχθηκαν με αυτή την πράξη, ως περιλαμβανόμενες στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που διανεμήθηκαν μεταξύ τους, δεν αναιρεί τα ανωτέρω. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας επί των επίδικων τεσσάρων (4) οριζόντιων ιδιοκτησιών στηρίζεται σε όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, που αυτή προσκόμισε με επίκληση και ιδίως στην περιλαμβανόμενη στα με αριθμό ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Γ. Κ. και στις προσκομιζόμενες από αυτή ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ξ. Ν., Ά. Κ., Γ. Κ., Α. Κ., Ε. Τ. και Θ. Τ., από το συνδυασμό των οποίων αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής της. Ειδικότερα, οι μάρτυρες αυτοί, για την αξιοπιστία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει, κατέθεσαν και βεβαίωσαν ενόρκως, μετά λόγου γνώσης και προσωπικής αντίληψης ο καθένας, με τρόπο πειστικό και αξιόπιστο α) για τη συμφωνία που έγινε κατά το έτος 1975-1976 περί διανομής των οριζόντιων ιδιοκτησιών μεταξύ των διαδίκων και του πατέρα τους, β) για την πώληση του προαναφερθέντος διαμερίσματος εκ μέρους της εναγόμενης και του συζύγου της το έτος 1977 στο ζεύγος Ι. και Α. Κ., γονείς της μάρτυρος Ά. Κ. και την είσπραξη από αυτούς του τιμήματος για να καλυφθούν οικονομικές ανάγκες του εργολάβου συζύγου της εναγόμενης και όχι για έξοδα θεραπείας του πατέρα τους, όπως αβασίμως η τελευταία διατείνεται, γ) για όλες τις πράξεις νομής που ασκούσαν αποκλειστικά κάθε μία εκ των διαδίκων στα ως άνω διαμερίσματα που έλαβαν από τη διανομή, κατά όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, χωρίς ποτέ κάθε αδελφή να αμφισβητήσει τα δικαιώματα της άλλης ή να απαιτήσει μερίδια σε μισθώματα, όσο ζούσε και η μητέρα τους, δ) για την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, που από το έτος 1983 εργαζόταν ως αισθητικός και είχε πέραν των εισοδημάτων του συζύγου της και προσωπικά εισοδήματα, οπότε δεν είχε καμία ανάγκη να της παραχωρούνται οικειοθελώς από την αδελφή της τα μισθώματα των δύο διαμερισμάτων, που αυτή εκμίσθωνε, προκειμένου να βιοπορίζεται, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη, η οποία ήταν σε ασθενέστερη οικονομική κατάσταση αυτής και ουδέποτε εργάσθηκε και ε) για τις άριστες σχέσεις που είχαν οι διάδικες μέχρι το χρόνο θανάτου της μητέρας τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγόμενης Α. Α., που περιλαμβάνεται στα ίδια ως άνω πρακτικά και η οποία, επίσης κατέθεσε ότι τα διαμερίσματα που έλαβε ως αντιπαροχή ο πατέρας των διαδίκων ήταν οκτώ, ότι στα δύο έμεναν οι αδελφές και στο ένα η μητέρα τους, ότι η ενάγουσα από το 1974 έμενε στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου και νοίκιαζε τα υπόλοιπα, λαμβάνοντας αυτή τα μισθώματα και φροντίζοντας για τις ανακαινίσεις τους, εκτός από ένα μικρό στο δεύτερο όροφο, που το νοίκιαζε η εναγομένη και εισέπραττε αυτή το μίσθωμα και ότι ποτέ δεν έγινε μεταξύ των διαδίκων συζήτηση να τακτοποιήσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των διαμερισμάτων με συμβολαιογραφικά έγγραφα. Ούτε αναιρείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με αριθμό 668/9-2-2017 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Σ. Ι. και Α. Κ., το περιεχόμενο της οποίας αντικρούεται από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας της ενάγουσας Ξ. Ν., ούτε από τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Γ. Ι. και Ε. Δ., το περιεχόμενο των οποίων επίσης αντικρούεται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, συνδυαζόμενες με τα προσκομισθέντα από αυτή έγγραφα, ενώ αντιθέτως οι τελευταίες δεν ανακρούονται από το περιεχόμενο της με αριθμό ... ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων Ι. Λ. και Α. Α., που προσκόμισε η εναγόμενη, αλλά ούτε και από τα έγγραφα που προσκόμισε, από τα οποία προκύπτει μεν ότι υπέβαλε κατά το έτος 1997 και από τα έτη 2008 και εντεύθεν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. δηλώσεις (Ε9) στις οποίες περιελάμβανε τα ανωτέρω επτά (7) διαμερίσματα ως ανήκοντα σε αυτή κατά ποσοστό 37,5% και στις 21-11-2008 υπέβαλε στο Γραφείο Κτηματογράφησης της περιοχής της τη δήλωση του ν.2308/1995 και για τα επτά (7) διαμερίσματα, πλην όμως, από αυτά δεν θίγεται η κυριότητα της ενάγουσας, που συμπλήρωσε εικοσαετία στη νομή των τεσσάρων επιδίκων διαμερισμάτων από το έτος 2000, πέραν του ότι από τις ανωτέρω δηλώσεις της εναγόμενης δεν προκύπτει ότι είχε εναντιωθεί στις ασκούμενες από την ενάγουσα υλικές πράξεις νομής επ' αυτών, που διενεργούνταν καθ' όλο το ανωτέρω διάστημα, κατά τα προαναφερθέντα. Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα και δη από τις βεβαιώσεις δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, που υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. (έντυπα Ε9) από το έτος 1995 έως το 2016, τις αναλυτικές καταστάσεις των μισθωμάτων (έντυπο Ε2) που δήλωνε στην Δ.Ο.Υ. των ετών 1990, 1991, 2001, 2015, τα εκκαθαριστικά σημειώματα Ε.Τ.Α.Κ. και Φ.Α.Π, για τα έτη 2008 έως 2013, πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ έτους 2016 για τα τέσσερα ακίνητα, μισθωτήρια συμβόλαια για την εκμίσθωση των ακινήτων της, αποδείξεις είσπραξης ενοικίων, λογαριασμούς ΔΕΗ, στους οποίους περιλαμβάνεται και τα εκκαθαριστικά σημειώματα και δηλώσεις φόρου εισοδήματός της κατά τα 1994 και εντεύθεν, συμβάσεις εργασίας της από το έτος 1983, βεβαιώσεις εργοδοτών και αποδείξεις αποδοχών της, από τα οποία προκύπτουν τα ανωτέρω αποδειχθέντα και αντικρούονται οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί οικειοθελούς παραχώρησης στην ενάγουσα των μισθωμάτων, λόγω οικονομικής της αδυναμίας....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε δεκτή την αγωγή, με την οποία αναγνωρίστηκε η ενάγουσα αποκλειστική κυρία των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι : 1. Ο Γ. Π., πατέρας των διαδίκων, μετά την ανωτέρω, μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας και της μερίδας της Α. Π. στα παραπάνω διαμερίσματα, και την ανωτέρω, μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ. ... νόμιμη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οικοδομής και των διαμερισμάτων, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο επιβεβαίωσε την, από το έτος 1975, άτυπη, και ως αντιπρόσωπος της Α. Π.ς, παράδοση και παραχώρηση της αποκλειστικής νομής των παραπάνω στην αναιρεσίβλητη - θυγατέρα του, με σκοπό την οικογενειακή της αποκατάσταση, των τεσσάρων (4) διαμερισμάτων, ήτοι : 1) ενός διαμερίσματος του πρώτου μετά το ισόγειο ορόφου, με πρόσοψη στο φωταγωγό, εμβαδού καθαρού 31 τ.μ. και μικτού 34.20 τ.μ., 2) ενός διαμερίσματος της δεύτερης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... εμβαδού καθαρού 67,60 τ.μ. και μικτού 74,30 τ.μ., 3) ενός διαμερίσματος της τρίτης εσοχής με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού καθαρού 50 τ.μ. και μικτού 55,10 τ.μ. και 4) ενός διαμερίσματος της τέταρτης εσοχής, με πρόσοψη στην οδό ... και ..., εμβαδού καθαρού 101,50 τ.μ. και μικτού 115,70 τ μ., επί των οποίων, έκτοτε, η αναιρεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε κυρία. 2. Από την ανωτέρω υπαγωγή των διαμερισμάτων στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η αναιρεσίβλητη, τελών εν γνώσει, μέχρι το θάνατό του, ο Γ. Π., συνέχισε να ασκεί εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, επί των ανωτέρω τεσσάρων διαμερισμάτων [με χρήση του διαμερίσματος τέταρτης εσοχής ως οικογενειακής της στέγης, με εκμίσθωση των με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3 διαμέρισμα του πρώτου, μετά το ισόγειο, ορόφου και με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 4 διαμέρισμα της τρίτης εσοχής και είσπραξη των μισθωμάτων αυτών, με παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα, στους Γ. Π. και τη σύζυγο αυτού - μητέρα των διαδίκων, Ό. Π., του με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 1 διαμέρισμα της δεύτερης εσοχής, για χρήση τους ως κατοικίας τους μέχρι τον, επισυμβάντα στις 18-07-1980 και 03-04-2013, αντίστοιχα, θάνατο αυτών, με ανακαίνιση των ανωτέρω διαμερισμάτων με δαπάνες και φροντίδες της (εργασίες αλλαγής και αντικατάστασης των θυρών, κουφωμάτων, δαπέδων, επίπλων κουζίνας, ειδών υγιεινής και πλακιδίων των λουτρών αυτών, ηλεκτρολογικών - υδραυλικών εγκαταστάσεων), με τοποθέτηση νέων εγκαταστάσεων θέρμανσης με ηλεκτρικούς λέβητες, με αντικατάσταση της θέρμανσης στο διαμέρισμα χρήσης της Ό. Π., με υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (Ε9) από το έτος 1995 έως 2016 κλ.π.], για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας. 3. Η αναιρεσείουσα και η μητέρα των διαδίκων τελούσες εν γνώσει της παραπάνω άτυπης παράδοσης της νομής στην αναιρεσίβλητη και της άσκησης των ανωτέρω εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου επί των ως άνω τεσσάρων διαμερισμάτων, δεν εναντιώθηκαν, (ενόψει ότι και η αναιρεσείουσα ασκούσε τις προσιδιάζουσες σε κυρία πράξεις νομής διανοία κυρίου επί των στα παραδοθέντων σ' αυτήν παραπάνω τριών διαμερισμάτων, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται παραπάνω, ενώ είχε εισπράξει, το έτος 1977, το τίμημα από την πώληση του αναφερόμενου παραπάνω διαμερίσματος), και χωρίς ακόμη να απαιτείται να γνωστοποιήσει η αναιρεσίβλητη προς την αναιρεσείουσα και τη μητέρα τους ότι νέμεται τα ανωτέρω διαμερίσματα αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό, καθόσον η επ' αυτών νομή είχε εκφύγει, με παράδοση και παραχώρηση, εν ζωή, από τον κληρονομούμενο και, κατά το χρόνο θανάτου του, δεν δημιουργήθηκε κοινωνία κληρονομία (συν)νομής αυτών. 4) Η αναιρεσείουσα, αποδέχθηκε την κληρονομία των επίδικων διαμερισμάτων με τη με αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, για τον εαυτό της και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ό. Π., ενώ η προγενέστερη με αριθμ. ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Χ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, αφορούσε την απ' όλους τους κληρονόμους του κληρονομουμένου μόνο την περιλαμβανόμενη στην κληρονομιαία περιουσία υποχρέωση του τελευταίου για τη μεταβίβαση στον εργολάβο Σ. Ι. ή σε τρίτα πρόσωπα του ποσοστού 56% εξ αδιαιρέτου εκ του ανωτέρω οικοπέδου, από τα υποσχεθέντα ποσοστά 65% εξ αδιαιρέτου, που είχαν αναλάβει οι οικοπεδούχοι (Γ. Π. και Α. Π.), με το αναφερόμενο προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο. 5) Η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία των παραπάνω τεσσάρων διαμερισμάτων, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας τις παραπάνω εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, από τη μεταγραφή της σύστασης πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας το έτος 1980, οπόταν είναι δεκτικά χρησικτησίας, συνεχώς και αδιαλείπτως, και μέχρι την μεταγραφή της ανωτέρω με αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομίας, συμπληρωθείσα η εικοσαετία το έτος 2000. 5) Η παραπάνω κυριότητα της αναιρεσίβλητης δεν καταλύθηκε με τη μεταγραφή της ... πράξης αποδοχής κληρονομίας, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα, διότι η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής στο χρόνο επαγωγής δεν συνεπάγεται κατάλυση της κτηθείσας, από την αναιρεσείουσα, μέχρι το χρόνο της μεταγραφής, κυριότητας των επίδικων διαμερισμάτων, με πρωτότυπο τρόπο, διότι είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας. [1] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την κτήση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των παραπάνω επίδικων διαμερισμάτων, με πρωτότυπο τρόπο, δεν παραβίασε ευθέως, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 785 - 787, 980, 981, 982, 983, 994, 1045, 1113 και 1884, 1193, 1198, 1199 και 1846 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι : 1. δεδομένης της, έως τον επισυμβάντα, στις 15-01-1979, θάνατο της Α. Π., οπότε περιήλθε στον Γ. Π., με την παραπάνω, μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ. ... συμ/βική πράξη αποδοχής κληρονομίας, (συγ)κυριότητας, (συν)νομής επί των ένδικων διαμερισμάτων, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, δεν είχε δικαίωμα άτυπης παραχώρησης της (συν)νομής αυτής, 2. η σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οικοδομής και των ένδικων διαμερισμάτων έλαβε χώρα, μόλις στις 08-01-1980, οπότε κατέστη αποκλειστικός κύριος και νομέας αυτών, 3. η σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν έγινε από τον Γ. Π. για να δημιουργήσει στις θυγατέρες του - διάδικους, χρονικό σημείο έναρξης έκτακτης χρησικτησίας, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των αντίθετων, με το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, απόψεων της αναιρεσείουσας, και υπό την επίφαση του παραπάνω λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 64/2022). [2] Παράλληλα με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 παρ.1, 785 - 787, 980, 981, 982, 983, 994, 1045, 1113 και 1884, 1193, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας των επίδικων διαμερισμάτων, με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτης χρησικτησίας, και ειδικότερα, με τις αναφερόμενες παραπάνω εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό των επίδικων διαμερισμάτων, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, από το έτος 1980, οπότε μεταγράφηκε η παραπάνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας έως το έτος 2013, οπότε μεταγράφηκε η αναφερόμενη ανωτέρω από την αναιρεσείουσα πράξη αποδοχής κληρονομίας, εμπεριέχοντας η προσβαλλόμενη, ότι ο Γ. Π. επιβεβαίωσε, αμέσως, με τη σύσταση αυτής και την αποδοχή κληρονομίας, την προγενέστερη άτυπη παραχώρηση της εν όλω νομής των επίδικων. Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις Α. για αντιφατικές αιτιολογίες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και ειδικότερα, ότι : α) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η Α. Π. ήταν (συν)νομέας κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου των επίδικων διαμερισμάτων στη συνέχεια διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο Γ. Π., το έτος 1975, παραχώρησε τη νομή και όχι τη (συν)νομή των 3/4 εξ αδιαιρέτου των επίδικων διαμερισμάτων στην αναιρεσίβλητη, β) η ανυπαρξία άτυπης παραχώρησης των επίδικων πριν από το θάνατο, στις 15-01-1979, της (συν)νομέως αποδεικνύεται από την ανωτέρω με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας, με την οποία αποδέχεται το μερίδιο του 1/4 εξ αδιαιρέτου της προαναφερθείσας (συν)νομέως του και γ) διαλαμβάνεται εμφάνισή του, ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του οικοπέδου της όλης οικοδομής, επί της οποίας τα επίδικα διαμερίσματα, τα οποία, με την ... πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, υπήγαγε στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αν και φέρεται με την προσβαλλόμενη ότι είχε προβεί σε παραχώρηση της νομής των επίδικων, δ) αντίκειται στη λογική η εν λόγω σύσταση να έγινε τάχα με σκοπό ο Γ. Π. να δημιουργήσει στις διάδικες θυγατέρες του εναρκτήριο χρονικό σημείο έκτακτης χρησικτησίας, ενώ κάλλιστα είχε την εξουσία ταυτόχρονα με τη σύσταση να συστήσει (τότε) προίκα υπέρ των διαδίκων ή να προβεί σε δωρεά των ένδικων διαμερισμάτων, προβαίνοντας πράγματι σε διανομή τους, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, και θα απαιτούνταν να γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη και στη μητέρα τους, ως λοιπές (συγ)κληρονόμους τους, ότι νέμεται τα ακίνητα αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό, Β. για ανεπαρκείς αιτιολογίες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, και, ειδικότερα, ότι : α) δεν αναφέρεται κανένα πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι και η Α. Π. συναίνεσε σε άτυπη, σε χρόνο προγενέστερο του θανάτου της, παραχώρηση της (συν)νομής αυτής, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ή έστω ενέκρινε μεταγενέστερα, β) δεν διαλαμβάνει σχετική αποδεικτική κρίση για το γεγονός για το οποίο δέχεται εντούτοις ως αποδεδειγμένο, ότι δηλαδή ο Γ. Π. διαδέχθηκε την Α. Π. ως κληρονόμος στην άσκηση της (συν)νομής του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων διαμερισμάτων, προχωρώντας, ακολούθως, και στην αποδοχή κληρονομίας, ως προς το ποσοστό αυτό, γ) περιορίζεται να δεχθεί ότι ο Γ. Π. προέβη σε άτυπη διανομή χωρίς η κρίση αυτή να είναι επαρκής για να δικαιολογήσει την περαιτέρω παραδοχή εμφάνισής του, έξι μήνες πριν από τον, από 18-07-1980, θάνατό του, ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος των διαμερισμάτων και να υπαγάγει την οικοδομή και τα διαμερίσματα στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς με τον τρόπο αυτό απέκτησε αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή επί των ένδικων αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών, και δ) ενώ δέχεται το γεγονός της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής, έξι (6) μήνες πριν από το θάνατό του, ως συντρέχον, δεν εξηγεί πως είναι δυνατόν να έχει προχωρήσει, από το έτος 1975, σε άτυπη διανομή των επίδικων διαμερισμάτων, είναι απαράδεκτες, επειδή αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που επιστηρίζουν τις αντίθετες, με το καταληκτικό πόρισμα, απόψεις αυτής και συνέχονται με την ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, αν και το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς, ενώ υπό την επίφαση των ανωτέρω αιτιάσεων πλήττεται και η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά, με το σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, εκτιθέμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1554/2022). Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-09-2021 αίτηση αναίρεσης της Α. Π. του Γ. κατά της 1398/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ