Αριθμός 336/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Β. Κ. συζ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραμανλή και 2) Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμανλή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 11717/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το αστικό σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2012 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 804/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένου σε αυτοτελή κύρωση. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ Δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται από το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ 2 Και 330 παρ 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ 11717/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι της αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας και επιπλέον η πρώτη αναιρεσείουσα με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού εγγράφου και επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Κ. διετέλεσε επί σειρά ετών και ειδικότερα από το 1963 έως το 1996, υπάλληλος του σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", που εδρεύει στην ..., επί της οδού ..., ασκώντας μάλιστα επί πολλά έτη καθήκοντα διευθυντού διοικητικού και εν συνεχεία, από το 1992 και εφεξής, υποδιευθυντού του εν λόγω σωματείου. Αντίστοιχα η πρώτη κατηγορουμένη Β. Κ. εργάστηκε από το έτος 1997 και εφεξής ως καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας στο ίδιο σωματείο, ενώ παράλληλα εξέδιδε και βιβλία σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας της, λόγο για τον οποίο ζητούσε λιγότερες ώρες διδασκαλίας, προκειμένου να έχει και τον ανάλογο χρόνο για να ασχοληθεί παράλληλα και με την δεύτερη δραστηριότητα της. Στο πλαίσιο αυτό η πρώτη κατηγορουμένη, με την από 30-12-2004 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (αριθμ. καταθ. 2116/31-12-2004) κατά του άνω σωματείου, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 5.195,15 ευρώ πλέον τόκων, για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών της ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει της από 12-12-1984 συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της ίδιας και του εναγομένου συμφωνήθηκε να διδάσκει επί είκοσι (20) τουλάχιστον ώρες την εβδομάδα, ενώ οι ώρες διδασκαλίας δεν θα υπερέβαιναν τις τέσσερις (4) ώρες ημερησίως, ότι το εναγόμενο όφειλε να της καταβάλλει τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές της για απασχόληση ογδόντα (80) ωρών μηνιαίως, ανεξαρτήτως αν πράγματι απασχολείτο κατά μήνα ογδόντα (80) ώρες και ότι το εναγόμενο αντισυμβατικά, την απασχολούσε για λιγότερες των συμφωνηθεισών ωρών μηνιαίως και της κατέβαλε μηνιαίες αποδοχές υπολογιζόμενες βάσει του πραγματικού, ελάσσονος χρόνου απασχολήσεως της, με συνέπεια οι καταβληθείσες σε αυτήν αποδοχές να απολείπονται των αληθώς οφειλομένων κατά τα άνω συμφωνηθέντα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001. Το δε αιτηθέν ως άνω ποσό αντιστοιχούσε στη φερόμενη διαφορά μεταξύ των οφειλομένων και των καταβληθεισών αποδοχών της κατά το ως άνω διάστημα. Προς απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών η πρώτη εναγομένη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (23-2-2005), προσκόμισε αντίγραφο της φερόμενης συμβάσεως του 1984 και εξετάσθηκε ως μάρτυρας της ενάγουσας ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος κατέθεσε επί λέξει "... αναγνωρίζω τη σύμβαση, υπέγραψε ο αμερικανός διευθυντής, ήταν τρεις (3) συμβάσεις και υπέγραφε τότε ο κ. Ρ.. Δεν υπήρχε τίποτα στο φάκελλο της, όταν πήγε και ζήτησε τα έγγραφά της (η πρώτη κατηγορούμενη), της έδωσαν μια σύμβαση του 1980". Στη προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ως υπαίτιοι του ότι κατήρτισαν πλαστό έγγραφο για να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, του οποίου η πρώτη κατηγορούμενη έκανε χρήση, καθόσον ειδικότερα η άνω σύμβαση του 1984 φέρεται ως πλαστή και καταρτισθείσα αληθώς από τους κατηγορούμενους, αφού έφερε εμφανείς αλλοιώσεις που αποδίδονται στη πρώτη κατηγορούμενη και χειρόγραφες συμπληρώσεις που είχαν τεθεί από το δεύτερο κατηγορούμενο, ενώ, περαιτέρω είχε συμπληρωθεί σε φωτοτυπικό αντίγραφο άλλης συμβάσεως μεταξύ του εναγομένου σωματείου και της Ε. Ν. και η φερόμενη υπογραφή του διευθυντή S. R. με την ημερομηνία 1-11-85 παραπλεύρως αυτής έχουν πλαστογραφηθεί με φωτοτυπική μεταφορά τους από την ως άνω γνήσια σύμβαση μεταξύ του εναγομένου και της Ε. Ν.. Από την εκτίμηση δε του συνόλου του εν γένει αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα τις μαρτυρικές καταθέσεις στο παρόν δικαστήριο καθώς και της απολογίας του δεύτερου κατηγορούμενου, αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος Διευθυντής του σωματείου δεν υπέγραψε την επίμαχη σύμβαση μεταξύ του σωματείου και της πρώτης εναγομένης ούτε την 12-12-1984, που φέρεται ως ημερομηνία συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, ούτε την 11-1-1985 που φέρεται ως ημερομηνία κατά την οποία δήθεν τέθηκε η υπογραφή του εν λόγω Διευθυντού S. R. παρά πόδας του περιεχομένου της συμβάσεως, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι πράγματι αυτή καταρτίσθηκε με τον τρόπο που εκτίθεται στο κατηγορητήριο, δηλαδή καταρχήν με τη χρήση φωτοαντιγράφου γνήσιας σύμβασης μεταξύ του άνω σωματείου και της εργαζομένης του Ε. Ν. και ιδίως του τμήματος της γνήσιας συμβάσεως, όπου είχε τεθεί η επίμαχη υπογραφή του S. R. ως νομίμου εκπροσώπου του σωματείου με την τεθείσα παραπλεύρως αυτής ημερομηνία (1-11-1985), το οποίο φωτοαντίγραφο εν συνεχεία συμπληρώθηκε χειρόγραφα με τα στοιχεία της πρώτης κατηγορούμενης και τους λοιπούς εκεί αναφερόμενους ουσιώδεις όρους (ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως, κατηγορία, ποσό μηνιαίου μισθού, έναρξη ισχύος της). Ο ως άνω τρόπος καταρτίσεως ομολογήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο από τον δεύτερο, ο οποίος ισχυρίστηκε επιπλέον ότι με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με "φωτοκολάζ" κατήρτιζε και άλλα έγγραφα, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στον S. R., ο οποίος είχε δήθεν συναινέσει και εγκρίνει κάθε σχετική ενέργεια του δεύτερου κατηγορουμένου. Υπό τις άνω περιστάσεις, έπεται άνευ άλλου τινός ότι η επίμαχη σύμβαση του 1984 αποτελεί καταρχήν προϊόν πλαστογραφίας αφού δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους όρους που διέπουν γνήσια, ιδιωτικά έγγραφα, καθόσον δεν φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του, δηλαδή του S. R. όπως ορίζεται στο άρθρο 160 AK εν συνδ. προς 443 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο άνω τρόπος κατασκευής του επιδίκου εγγράφου (δηλαδή, της συμβάσεως του 1984) δια χρήσεως φωτοαντιγράφου γνήσιας και νομίμως υπογεγραμμένης συμβάσεως και μάλιστα τμήματος αυτής (της γνήσιας συμβάσεως), στο οποίο (τμήμα) απεικονίζεται η γνήσια υπογραφή του ενός συμβαλλομένου, δεν συνιστά αποτύπωση υπογραφής με "μηχανικό μέσο" υπό την έννοια του άρθρου 163 ΑΚ, ενώ, περαιτέρω, μόνη περίπτωση εγκύρου αποτυπώσεως υπογραφής του εκδότη εγγράφου με μηχανικό μέσο και όχι ιδιοχείρως προβλέπεται κατά νόμο για την έκδοση ανωνύμων τίτλων σε μεγάλο αριθμό κατ' άρθρο 163 ΑΚ, περίπτωση που δεν συνέτρεχε στη προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η επίμαχη σύμβαση καταρτίστηκε με τον προεκτεθέντα τρόπο, εν γνώσει του S. R., ήδη από τη δεκαετία του 1980 και όχι εξ αφορμής της, ως άνω, από 30-12-2004 αγωγής της πρώτης κατηγορούμενης, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι η πρώτη κατηγορούμενη αμειβόταν από τον εργοδότη της σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως του 1984, ενώ η καταβληθείσα σ' αυτήν αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της υπολογίστηκε βάσει των όρων της συμβάσεως του 1984 και ζήτησαν πρωτόδικα να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την τεθείσα επί του επιδίκου εγγράφου σφραγίδα με τα στοιχεία του σωματείου. Πλην, όμως, οι εν γένει ισχυρισμοί και αιτήματα των κατηγορουμένων ως προς την επίμαχη σφραγίδα είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς, διότι, το έγγραφο που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας ποινικής υποθέσεως ουδέποτε προσκομίστηκε σε πρωτότυπο, ούτε ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ούτε κατά τις διενεργηθείσες επ' αυτού γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, αλλά ,αντιθέτως, αυτό προσκομίστηκε είτε από το μηνυτή είτε από τους ίδιους τους κατηγορούμενους σε φωτοαντίγραφα, τα οποία μάλιστα διαφοροποιούνται το ένα από το άλλο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει καμμία βεβαιότητα ως προς την αληθή αρχική μορφή του επιμάχου εγγράφου, όπως αυτό κατασκευάστηκε με το φερόμενο φωτομοντάζ, ενώ, περαιτέρω, δεν είναι βέβαιο ότι το κατασκευασθέν ως "πρωτότυπο" έγγραφο έφερε αληθώς σφραγίδα παρά πόδας αυτού και, τυχόν αντιπαραβολή των φερομένων στοιχείων αυτού, όπως η σφραγίδα, με άλλα γνήσια έγγραφα, που προέρχονται από αρμόδια όργανα του σωματείου δεν θα οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα, χρήσιμα στην παρούσα ποινική διαδικασία. Η αβεβαιότητα ως προς την αληθή μορφή του επίμαχου εγγράφου επιτείνεται και από την, ως, άνω, ένορκη κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου στα πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπου ο ίδιος κατέθεσε ότι "... υπέγραψε (εννοεί τη σύμβαση) ο Αμερικανός διευθυντής ...", χωρίς να αναφέρει τίποτε για φωτομοντάζ κλπ. Πέραν τούτου, ως προς τον αληθή χρόνο καταρτίσεως του επιμάχου πλαστού εγγράφου, κρίνεται ότι αυτό πράγματι κατασκευάστηκε εξ υπαρχής από τους κατηγορουμένους το 2005 προκειμένου να χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της πρώτης κατηγορούμενης κατά την εκδίκαση της από 30-12-2004 αγωγής της, με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, προκειμένου να γίνει αυτή δεκτή, σκοπός που δεν επιτεύχθηκε αφού απερρίφθη η αγωγή, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των εναντίων υπερασπιστικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων, διότι 1) Η πρώτη κατηγορούμενη επικαλέστηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη της φερόμενης συμβάσεως του 1984 με την επίμαχη από 30-12-2004 αγωγή της, καίτοι η ίδια η κατηγορούμενη α) σε προγενέστερη από 13-10-1997 αγωγή της, με αριθμό καταθέσεως 4021/97, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε συναφή από 13.10.1997 αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου ουδόλως αναφέρθηκε στην εν λόγω σύμβαση και στους όρους αυτής, ενώ περαιτέρω αιτιάτο στην αγωγή και αίτηση ότι αυτή έως το 1997 απασχολείτο τακτικώς και αδιαλείπτως, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με το άνω σωματείο, επί 12 ώρες μόνο εβδομαδιαίως και ότι δήθεν το σωματείο τον Οκτώβριο του 1997 της ανέθεσε, μεταξύ άλλων, να διδάξει επί 18 ώρες εβδομαδιαίως υπό περιστάσεις μονομερούς, βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της και β) στο από 5.2.2004 έγγραφό της το Υποκ/μα ΙΚΑ Πλατείας Συντάγματος, επισύναψε φωτοαντίγραφο της από 8-10-1980 συμβάσεως εργασίας της με το ως άνω σωματείο, επικαλούμενη ότι επρόκειτο για την "τελευταία" σύμβαση εργασίας της, χωρίς να κάνει καμία αναφορά στο επίδικο έγγραφο του έτους 1984. Επί πλέον από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη κατηγορούμενη αμειβόταν αληθώς από το 1984 και εφεξής για 20 ώρες εβδομαδιαίως και για 80 ώρες συνολικώς κατά μήνα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι από την προσκομισθείσα από τους ίδιους τους κατηγορουμένους εκτύπωση, στην οποία αναφέρονται οι αποδοχές 41 εργαζομένων του άνω σωματείου του μηνός Οκτωβρίου 2002, προκύπτει ότι οι μηνιαίες αποδοχές της πρώτης κατηγορούμενης υπολείπονται άλλων εργαζομένων, που αμείβονταν βάσει του ιδίου ωρομισθίου (16,53 ευρώ), με αντίστοιχη προϋπηρεσία (20 και πλέον ετών) και με το ίδιο χρόνο απασχόλησης (Δευτέρα-Παρασκευή), γεγονός που σημαίνει ότι η πρώτη κατηγορούμενη αμειβόταν βάσει της πραγματικής απασχόλησή της. Η ίδια η πρώτη κατηγορούμενη στην επίμαχη από 30.12.2004 αγωγή της παραπονείτο κατά του εναγομένου σωματείου ότι οι καταβαλλόμενες αποδοχές της μηνιαίως υπολογίζοντο βάσει της αληθούς απασχολήσεώς της, η οποία υπολείπετο των 80 ωρών μηνιαίως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 1999-2001. Σε κάθε δε περίπτωση, ούτε ο τρόπος της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως ούτε το ύψος των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών, επαρκούν για να αναιρέσουν το γεγονός της καταρτίσεως και της χρήσεως ενός πλαστού εγγράφου υπό περιστάσεις απόπειρας απάτης του δικαστηρίου, όπως αποδίδεται στους κατηγορούμενους, διότι ούτε από τη σύμβαση του 1980 ούτε από καμμία διάταξη νόμου αναιρείται το δικαίωμα εργαζομένου και εργοδότη να διαφοροποιήσουν τους όρους εργασίας και αμοιβής του εργαζομένου, ακόμη και προς όφελος του εργαζομένου, χωρίς να καταρτίσουν σχετική σύμβαση. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επίμαχη σύμβαση εμπεριέχει όρους, που ανταποκρίνονται στα αληθώς συμφωνηθέντα μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενης όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, από κανένα στοιχείο δεν δικαιολογείται γιατί έπρεπε να καταφύγουν οι κατηγορούμενοι στην άνω μεθόδευση για την κατάρτιση της επίμαχης συμβάσεως και γιατί δεν συνέπραξε νομίμως ο φερόμενος S. R. με την πρώτη κατηγορούμενη προκειμένου να καταρτισθεί νέα σύμβαση είτε το 1984 είτε το 1985 είτε οποτεδήποτε άλλοτε, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι ήδη την 11.1.1985 ο φερόμενος S. R. είχε την ευχέρεια να υπογράψει τέτοια σύμβαση με την 1η κατηγορούμενη, όπως άλλωστε έπραξε στην περίπτωση της εργαζόμενης Ε. Ν., της οποίας η γνήσια σύμβαση χρησιμοποιήθηκε για το επίμαχο φωτομοντάζ. Τέλος, δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως αναγνωστέο έγγραφο τη φερόμενη από 8 Μαρτίου 2010 "Βεβαίωση- Δήλωση" του S. R., με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής του επ' αυτού, στο οποίο αυτός φέρεται να εκθέτει, μεταξύ άλλων, ότι η υπάρχουσα στη σύμβαση του 1984 υπογραφή του τέθηκε μετά από δική του εντολή προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν, μεταξύ άλλων, αρμόδιος και σε ζητήματα συμπληρώσεως συμβάσεων εργασίας προσωπικού και θέσεως της υπογραφής του S. R. δια μηχανικού μέσου και ότι συναίνεσε στη θέση της υπογραφής του στη σύμβαση δια μηχανικού μέσου και ότι οι όροι αυτής ήδη εφαρμόζοντο στην πράξη από ετών πριν από την υπογραφή της, κλπ. Και αυτό για το λόγο ότι στη προσκομιζόμενη και επικαλούμενη στο παρόν δικαστήριο σε επίσημη μετάφραση της με αριθμό ....8-3-2010 ένορκης βεβαίωσης του S. R. αναφέρονται μεταξύ άλλων επί λέξει και τα εξής: "Κατά την ή περίπου την 8 Μαρτίου, μου παρουσιάστηκε από την κ. Σ. Κ. μια βεβαίωση η οποία επισυνάπτεται ως σχετικό 1. Η κ. Κ. μου ζήτησε να υπογράψω την βεβαίωση για να την βοηθήσω σε μια ένδικη διαφορά σχετικά με την συνταξιοδότηση της στην οποία είχε εμπλακεί. Η βεβαίωση ήταν γραμμένη στη Ελληνική γλώσσα. Κατά τη χρονική περίοδο που η βεβαίωση παρουσιάστηκε δε εμένα, δεν ήμουν σε θέση να διαβάσω ούτε να καταλάβω ελληνικά σε οποιοδήποτε αξιόλογο βαθμό, ιδιαίτερα σχετικά με νομικά έγγραφα ... Υπέγραψα την βεβαίωση χωρίς να έχω πλήρως κατανοήσει ή αναγνώσει το έγγραφο ... Αποσύρω την προηγούμενη βεβαίωση μου όπου δήλωσα καταφατικά ότι έδωσα εξουσιοδότηση στον Κ. Κ. να χρησιμοποιήσει φωτομοντάζ ... δηλαδή να κάνει αποκοπή και επικόλληση της υπογραφής μου από μια διαφορετική σύμβαση εργασίας σε αυτό το έγγραφο. Η χρήση της σφραγίδας της υπογραφής μου ως εκτελεστικός Διευθυντής του ανωτέρω οργανισμού σε εργασιακό έγγραφο καθώς επίσης και σε άλλα κείμενα υπήρξε πάγια". Συνακόλουθα τούτων πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων, όπως εκτίθεται ειδικώς στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, ήτοι του "ότι στην Αθήνα την 23/02/2005 πλαστογράφησαν έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια η πρώτη κατ/νη έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Ειδικότερα κατά τη δικάσιμο της 23/02/2005 συζητήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή της πρώτης κατ/νης και πρώην εργαζομένης στο σωματείο "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ", με την οποία ζητούσε να λάβει το ποσό των 5.195,15 ευρώ το οποίο κατ' αυτήν αντιστοιχούσε στις αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει για το διάστημα 01/01/99 μέχρι 31/12/2001 για απασχόληση 80 ωρών μηνιαίως. Προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής της, επικαλέστηκε την από 12/12/1984 σύμβαση αορίστου χρόνου μεταξύ των δύο μερών από την οποία αποδεικνύονται οι μέρες και οι ώρες απασχόλησης της για να δικαιολογηθεί το αιτηθέν ποσό. Η συγκεκριμένη σύμβαση όμως έφερε εμφανείς αλλοιώσεις χειρόγραφες συμπληρώσεις, ήταν συμπληρωμένη σε φωτοτυπικό αντίγραφο και όχι σε κενό πολυγραφημένο έντυπο, ενώ η υπογραφή του Διευθυντή S. R. R. και η χρονολογία 01/11/85 σε αυτή δεν έχουν νομίμως χαραχθεί αλλά έχουν πλαστογραφηθεί με φωτοτυπική μεταφορά τους από την από 12/12/84 σύμβαση της Ε. Ν.. Όλες οι άνω αλλοιώσεις προήλθαν από τις ενέργειες της πρώτης κατ/νης ενώ οι χειρόγραφες συμπληρώσεις σε αυτή προέρχονται από τον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Κ., ο οποίος προέβη στις ενέργειες αυτές μαζί με την πρώτη κατ/νη ανεπίτρεπτα προκειμένου να έχει επιτυχή έκβαση η αγωγή της πρώτης, κατά της μηνύτριας "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ" Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 26 παρ 1, 27,και 216 παρ 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρει, ότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου και δη της από 12-12-1984 σύμβασης αορίστου χρόνου μεταξύ της αναιρεσείουσας και του σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", στην οποία (σύμβαση) φερόταν να έχει συμφωνηθεί, ότι η αναιρεσείουσα θα αμειβόταν για απασχόληση 80 ωρών μηνιαίως, ανεξαρτήτως αν πράγματι απασχολείτο τις παραπάνω ώρες και εν συνεχεία πλαστογράφησαν την υπογραφή του Διευθυντή της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης S. R. R. με φωτοτυπική μεταφορά από την από 12-12-1984 γνήσια σύμβαση της εργαζομένης στο ανωτέρω σωματείο Ε. Ν.. Περαιτέρω προσδιορίζεται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τελέσεως από τους κατηγορουμένους της καταρτίσεως της ως άνω σύμβασης, ενώ εκτίθενται οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε, ότι το παραπάνω έγγραφο είναι πλαστό και ότι συντάκτες αυτού είναι οι κατηγορούμενοι. Ακόμη εκτίθεται στη απόφαση ο λόγος για τον οποίον οι αναιρεσείοντες κατάρτισαν την ως άνω πλαστή σύμβαση, της οποίας έκανε χρήση η αναιρεσείουσα, ήτοι ότι αποσκοπούσαν με τη χρήση της να παραπλανήσουν τον Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στον οποίο προσκομίσθηκε από την αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της σχετικής από 30-12-2004 εργατικής αγωγής της κατά του ανωτέρω σωματείου, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τα νόμιμα δικαιώματά της από την εργασιακή σύμβαση, αφού την εμφάνιζε να δικαιούται αμοιβή για απασχόληση 80 ωρών μηνιαίως παρότι είχε συμφωνηθεί να απασχολείται και απασχολείτο με μειωμένο ωράριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο να παραθέσει το Δικαστήριο και άλλα πραγματικά περιστατικά, ούτε να αναφέρει πως περιήλθε στην κατοχή των αναιρεσειόντων αντίγραφο της γνήσιας σύμβασης της Ε. Ν., εκ της οποίας κατέστη εφικτή η λήψη φωτοαντιγράφου και η περαιτέρω κατάρτιση του πλαστού εγγράφου. Τέλος με πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας τελέστηκε το έτος 1984 και ότι συνεπώς από τότε μέχρι και τη συζήτηση της υποθέσεως (13-12-2011) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση είχε παρέλθει η πενταετία καθώς και η τριετής αναστολή από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και ότι ως εκ τούτου η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας είχε υποπέσει σε παραγραφή. Ειδικότερα, το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, αφού δέχθηκε με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ότι η πλαστογραφία τελέστηκε το έτος 2005 και όχι το 1984. Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ1 στοιχ Δ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί, η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚποινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-6-2012 αίτηση της Β. συζ. Π. Κ., κατοίκου ... και του Κ. Κ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ 11717/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ