ΑΡΙΘΜΟΣ 65/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελο Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ.-Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμο Γκουντούνα περί αναιρέσεως της 10581/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 25 Οκτωβρίου 2012 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 578/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 10-4-2012 (υπ' αριθμό πρωτ. 2842/11-4-2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 10581/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, Κ.Π.Δ. ) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής, με χρονολογία 25-10-2012, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες ( 10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε και στην περίπτωση που κάποιος καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 και είχε κηρυχθεί προ της διαπράξεως του αδικήματος σε κατάσταση πτωχεύσεως, τα δε χρέη προς το Δημόσιο βεβαιώθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή, ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως, ενώ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σε συναφή προς τα άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, εφ' όσον αυτός δεν είναι αυτοτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. (βλ. σχετ. Α.Π. 492/2011, Α.Π. 722/2010, Α.Π. 422/2010). Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 10581/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε κατά το διάστημα από 27-6-2004 έως 30-11-2005, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2004 έως 30-11-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση καθυστέρησε για χρονικό διάστημα πλέον των 4 μηνών την καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών της εταιρείας "Μ.-Μ.-Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." της οποίας τύγχανε ομόρρυθμο μέλος προς το Δημόσιο (Δ', Η', Δ.Ο.Υ. Αθηνών), όπως αυτά αποτυπώνονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό της παραπάνω Δ.Ο.Υ. με αριθμούς 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33, 34, 35, 36 και υπερβαίνουν με τις κάθε είδους προσαυξήσεις το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τα χρέη αυτά δεν αποδείχθηκε ότι έχουν ασκηθεί προσφυγές, οι οποίες μάλιστα να έγιναν δεκτές από τα διοικητικά δικαστήρια, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει ο κατηγορούμενος ενώ στον πίνακα χρεών δεν αναφέρεται ότι έχουν ασκηθεί προσφυγές κατά αυτών των χρεών και ο μάρτυρας Γ.Κ. που εξετάσθηκε κατέθεσε ότι για τα χρέη αυτά δεν εκκρεμεί κάτι. Η επίκληση εκ μέρους του κατηγορουμένου του γεγονότος ότι η ως άνω Ο.Ε. κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης το 1997, δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη, όπως αναφέρεται ειδικότερα στον πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό, εξακολουθούσε η ως άνω Ο.Ε. να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης και συνεπώς πρέπει για τα ανωτέρω χρέη να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά τα με αριθ.1 έως και 9 χρέη του πίνακα χρεών θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, διότι από το χρόνο τέλεσης του αδικήματος ως προς αυτά (4 μήνες μετά χρόνο βεβαίωσής τους όπως αναφέρεται στον πίνακα χρεών, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών (βλ. Ολ.ΑΠ 2/2011 Τ.Ν.Π. "Νόμος"). Όσον αφορά τα υπόλοιπα χρέη με αριθ. 10, 11, 12, 13, 24, 25, 30 του πίνακα χρεών, για τα οποία έχουν ασκηθεί προσφυγές, θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών γιατί δεν αποδείχθηκε ότι τα χρέη αυτά δεν έχουν πλέον διαγραφεί. Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τα χρέη του έτους 2003 (που αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα χρεών με τα στοιχεία 1 έως 9) και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για τα χρέη που αναφέρονται στο ως άνω σκεπτικό (που αναφέρονται με τα στοιχεία 10, 11, 12, 13, 24, 25, 30 στον κατωτέρω πίνακα χρεών) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2004 έως 30-11-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Μ.-Μ.-Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." με έδρα την Αθήνα στην οποία τυγχάνει ομόρρυθμος μέλος στη Δ.Ο.Υ. Αθηνών (Δ', Η'), διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.ειδ. βιβλίου ΤΤ/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 10/05/2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε τα ποσά που αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα χρεών με αριθμούς 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33, 34, 35, 36 που αφορούν βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης, ήτοι από 27-6-2004 έως 30-11-2005, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών ( Δ' Η' ΔΟΥ Αθηνών), το είδος αυτών, το ύψος τους, ο τρόπος πληρωμής τους, ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση καταβολής τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από το χρόνο καταβολής τους, ενώ, εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, ο αναιρεσείων, κατά το μέρος που, μετά τη μείωσή τους, (λόγω παραγραφής και αθωώσεώς του για ορισμένα χρέη), υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, καθώς και η ιδιότητά του αναιρεσείοντος, ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας "Μ. -Μ.- Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη. Περαιτέρω, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, διότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης στην προκειμένη περίπτωση, ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 27-6 2004 έως 30-11-2005, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δηλαδή μετά την εφαρμογή του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που ισχύει από 1-1-2004 και επομένως, δεν υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ του λόγου ότι δεν γίνεται εξειδίκευση, περί του εάν επρόκειτο για χρέη που καταβάλλονταν εφάπαξ ή με δόσεις, αφού και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται πλέον ενιαία, από τον ως άνω νεότερο νόμο, σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, γιατί σε σχέση με τα έγγραφα, δεν αρκεί μόνη η αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο χωρίς άλλο προσδιοριστικό στοιχείο για την ταυτότητά τους, δεν είναι βάσιμη, καθόσον σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα συνεπώς για τα έγγραφα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί, όλα στο σύνολο τους και για τη βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας, του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, εν προκειμένω δε, όπως προαναφέρθηκε, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, κάνει αναφορά και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δεν απαιτείτο δε, ειδικότερη αναφορά καθενός από αυτά ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σε ποίο θέμα αφορά κάθε έγγραφο. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το δικαστήριο της ουσίας δε διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι οι πράξεις που του αποδίδονται, "δεν οφείλονται σε δόλια προαίρεσή του, αλλά στην κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως της ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας τύγχανε ομόρρυθμο μέλος, με την υπ' αριθ. 1649/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 20-6-1995, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που έπρεπε να καταβληθούν τα χρέη και στην ένεκα αυτής αδυναμία πληρωμής τους, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 679 του Εμπ. Νόμου με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών". Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Δεν απαιτείτο δε, ειδική αιτιολογία του δόλου την ανυπαρξία του οποίου αυτός, κατά τα άνω, επικαλείται, ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, η εταιρεία της οποίας ετύγχανε ομόρρυθμο μέλος, με ημέρα παύσεως των πληρωμών προγενέστερη της ως άνω αξιόποινης πράξεως, αφού και στην περίπτωση αυτή ο απαιτούμενος για την υποκειμενική θεμελίωση της αξιόποινης αυτής πράξης δόλος, εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Ανεξαρτήτως αυτών, το δικαστήριο ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι " η επίκληση εκ μέρους του κατηγορουμένου του γεγονότος ότι η ως άνω Ο.Ε. κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης το 1997, δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη, όπως ειδικότερα αναφέρεται στον πίνακα χρεών, που παρατίθεται στο διατακτικό, εξακολουθούσε η ως άνω Ο.Ε. να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης", αφού ο σχετικός ισχυρισμός ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, Β1, Β2, Β3 και Β4 λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, που υποστηρίζουν αντίθετα από τα παραπάνω, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την, κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις καθώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ. πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, ο οποίος τον εκπροσώπησε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, υπέβαλε αίτημα, α) αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπό του, και ειδικότερα λόγω της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, περί αποχής τους από τα καθήκοντά τους και β) αναβολής για κρείσσονας (κατ' εκτίμηση όσων αναφέρονται στο σχετικό αίτημα) επειδή εκκρεμούν αγωγές στα διοικητικά δικαστήρια από ορισμένα χρέη. Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου θα μπορούσε να λάβει άδεια από τον δικηγορικό σύλλογο για να τον εκπροσωπήσει στη σημερινή δίκη, αφού ήδη μέρος των ένδικων χρεών άρχισε να παραγράφεται θα πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα, ενώ εξάλλου κρίνεται ότι οι προσφυγές που τυχόν έχει ασκήσει ο κατηγορούμενος στα διοικητικά δικαστήρια για ορισμένα εκ των ένδικων χρεών δεν αποτελούν λόγο για την αναβολή της δίκης. Η αιτιολογία όμως αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο, καθόσον αφορά το υπό στοιχείο (α) αίτημα, (αναβολή λόγω σημαντικού αιτίου), κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η επικαλούμενη απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών συλλόγων της χώρας δεν αποτελεί, συνδρομή ανυπέρβλητου κωλύματος διεξαγωγής της δίκης, αφού θα μπορούσε ο ως άνω συνήγορος να ζητήσει άδεια από το δικηγορικό σύλλογο προκειμένου να παρασταθεί και σε κάθε περίπτωση, μέρος των ενδίκων χρεών άρχισε να παραγράφεται και με το σκεπτικό αυτό, απέρριψε, ως αβάσιμο στην ουσία, το σχετικό αίτημα. Καθόσον αφορά το υπό στοιχείο (β) αίτημα (αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις), όπως αυτό υποβλήθηκε, ήταν αόριστο, καθόσον δεν εξειδικεύθηκε τι προσφυγές και σε ποια δικαστήρια εκκρεμούσαν, ποια χρέη αφορούσαν και σε ποιο στάδιο εκκρεμοδικίας βρίσκονταν και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει σε αόριστο αίτημα και μάλιστα αιτιολογημένα. Εν τούτοις το δικαστήριο το απέρριψε με την ως άνω αιτιολογία, ότι η άσκηση προσφυγών για ορισμένα χρέη δεν αποτελούσε λόγο αναβολής της δίκης. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, για απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, το αίτημα αυτό υποβλήθηκε, αμέσως μετά την έκδοση από το δικαστήριο της απόφασης, με την οποία επέτρεψε στον εκκαλούντα την εκπροσώπησή του δια συνηγόρου, ήτοι σε στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο δεν είχαν εξεταστεί μάρτυρες και δεν είχε γίνει ανάγνωση εγγράφων, ο συνήγορος δε, που υπέβαλε το σχετικό αίτημα αναβολής, όπως προκύπτει επίσης από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του αιτήματος αυτού, μάρτυρα, έγγραφα, ώστε να δύναται να υποστηριχθεί ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο. Κατ' ακολουθία, δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, παρεμπίπτουσα απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο Β' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2, 333 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει να δίνει αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, και αν ακόμη δεν ζητήθηκε από αυτούς και μάλιστα έτσι, ώστε αυτός να έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ και 171 περ. δ' του ΚΠΔ. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους όταν αυτοί το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, δεν είναι υποχρεωμένος αυτός (διευθύνων τη συζήτηση) εξ επαγγέλματος να δώσει και πάλι το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας επί της αιτήσεως η ενστάσεως, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί δεν ζήτησαν από τον διευθύνοντα να λάβουν εκ νέου το λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησε την αναβολή της δίκης, εκθέτοντας τις απόψεις του επί του αιτήματος αυτού. Η διευθύνουσα τη συζήτηση, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος και στη συνέχεια το δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε κατά την ανάλυση του αμέσως ανωτέρω, λόγου αναιρέσεως απέρριψε το αίτημα αυτό, χωρίς να δοθεί και πάλι ο λόγος στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, για να αντικρούσει την απορριπτική εισαγγελική πρόταση. Όμως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω συνήγορος, ζήτησε από τη Διευθύνουσα, να λάβει εκ νέου το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα και πριν από την απαγγελία της απορριπτικής του αιτήματος παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, Α1 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκ του ότι επί του υποβληθέντος από το συνήγορό του αιτήματος για αναβολή της δίκης το δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση, παραλείποντας να δώσει το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα στο συνήγορό του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, Α' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, χωρίς αναφορά, ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, πέραν του γεγονότος, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 11η σελ. αυτών), η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη να διενεργηθεί συμπληρωματική εξέταση ή να διασαφηνιστεί κάποιο στοιχείο και αφού έλαβε αρνητική απάντηση κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 10-4-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 2842/ 11-4-2012, αίτηση, του Μ. Μ.-Γ. του Ι., κατοίκου ... και τον από 25-10-2012, Πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της με αριθμό 10581/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ