Αριθμός 1294/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τεντολούρη, περί αναιρέσεως της 6599/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών Χημικών και Καλλυντικών Προϊόντων LAVIRHARM A.E.", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ζήση Κωνσταντίνου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1840/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 370Β παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αθέμιτα αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται μετά από έγκληση του παθόντος (παρ. 4) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία σκοπείται η διαφύλαξη του απορρήτου των προγραμμάτων υπολογιστών, προκύπτει ότι τυποποιείται σε ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα η αθέμιτη παραβίαση των προγραμμάτων αυτών, συντελείται δε η παραβίαση των προγραμμάτων είτε με την αντιγραφή ή την αποτύπωση ή τη χρησιμοποίηση ή την αποκάλυψη σε τρίτο, δηλαδή με υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης οι οποίοι εννοιολογικά διαφέρουν. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο Αθηνών, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την ουσιαστική κρίση του για την ενοχή του κατηγορούμενου, δέχθηκε τα επόμενα: "... Ο κατηγορούμενος .... προσλήφθηκε από την εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "LAVIPHARM A.E." την 21-11-1981 ως διευθυντής λογιστηρίου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η εγκαλούσα που είναι ανώνυμη εταιρία, διατηρεί βιομηχανία φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων στην Παιανία Αττικής και ο κατηγορούμενος εργάστηκε σ' αυτήν μέχρι την 14-5-1997, οπότε η εγκαλούσα κατήγγειλε τη σύμβαση. Η απόλυση αυτή του κατηγορούμενου έγινε, επειδή αυτός αρνήθηκε ως διευθυντής του λογιστηρίου να συντάξει και να υπογράψει τον οριστικό ισολογισμό της εγκαλούσας εταιρίας του οικονομικού έτους, διαχειριστικού έτους 1996, τον οποίο τελικά υπέγραψε, η ενόψει της αρνήσεως αυτού, προσληφθείσα από 7-5-1997 νέα διευθύντρια του λογιστηρίου της εγκαλούσας. Ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί να συντάξει και να υπογράψει τον ως άνω ισολογισμό, επειδή εμφανίζονταν σ' αυτόν ως έσοδα της εταιρίας του έτους 1996 απαιτήσεις της από διανομή ετήσιων κερδών τριών θυγατρικών της εταιριών, για την οποία διανομή κερδών δεν είχε ληφθεί απόφαση των γενικών συνελεύσεων των θυγατρικών εταιριών. Τα παραπάνω, ενόψει ασκηθείσας σχετικής αγωγής εκ μέρους του κατηγορουμένου, έγιναν τελεσίδικα δεκτά με την 3045/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 809/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της παραπάνω από 14-5-1997 καταγγελίας και κατόπιν τούτων η εγκαλούσα εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον κατηγορούμενο για μισθούς υπερημερίας του από 15-5-1997 μέχρι 4-4-1998 χρονικού διαστήματος ποσό 8.099.136 δραχμών. Στη συνέχεια η εγκαλούσα εταιρία προέβη σε νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας την 24-4-2002 χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον κατηγορούμενο επειδή κατά του κατηγορούμενου είχε υποβάλει δύο μηνύσεις για αξιόποινα αδικήματα. Κατόπιν της νέας αυτής καταγγελίας ο κατηγορούμενος άσκησε και πάλι σχετική αγωγή με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών ποσών για μισθούς υπερημερίας, για επίδομα Χριστουγέννων, για επίδομα ισολογισμού και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 6092/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ενώ η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 642/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος απολύθηκε την 14-5-1997 και είχε προσληφθεί άλλο πρόσωπο για την διεύθυνση του λογιστηρίου και δη η ...... Κατόπιν τούτου ο κατηγορούμενος δεν ασκούσε πλέον τα καθήκοντα του ως διευθυντής του λογιστηρίου της εγκαλούσας εταιρίας και κατά συνέπεια δεν εδικαιούτο να έχει πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εγκαλούσας εταιρίας. Παρόλα αυτά όμως ο κατηγορούμενος κατόρθωσε και αποτύπωσε αθέμιτα σημαντικά στοιχεία του υπολογιστή, με πρόδηλο σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σε βάρος της εταιρίας κατά οποιοδήποτε τρόπο, εξ αιτίας της απόλυσης του και της αντιδικίας του με την εταιρία λόγω της ασκήσεως αγωγής εκ μέρους του. Τα στοιχεία αυτά τα οποία ο κατηγορούμενος αποτύπωσε αθέμιτα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποτελούσαν επαγγελματικό απόρρητο της εταιρίας και ειδικότερα αποτυπώσεις από το ηλεκτρονικό αρχείο του υπολογιστή και τα οποία αφορούσαν τις συναλλαγές της εταιρίας με άλλες συγκεκριμένες εταιρείες του εξωτερικού, όπως οι εταιρίας ΡΕΤΖΑΚ, SWODOVA, HANS, RAHN, SAN GIORGI. Συγκεκριμένα τα στοιχεία αυτά ήταν τα με αριθμό ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... έγγραφα, που αφορούσαν λογιστικά στοιχεία, καθώς και το με αριθμό ... που αναφερόταν στη διάρθρωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και απεικόνιζε τους Έλληνες και ξένους επενδυτές. Επίσης, το υπ' αριθμ. ... έγγραφο το οποίο αναφερόταν σε επιταγές εισπρακτέες από την εταιρία LAVIPHARM, τα με αριθμό ... και .... έγγραφα που αναφέρονταν στις σχέσεις της εταιρίας με την αμερικανική εταιρία SCHERPA, τα με αριθμό ..., .. και ... έγγραφα που αναφέρονταν σε έγγραφα των παγίων στοιχείων της εταιρίας και σχετίζονταν με το θέμα του διακανονισμού του ΦΠΑ, τα με αριθμό ... ως και ... έγγραφα, έγγραφα τα οποία αναφέρονταν σε ισοζύγια και αναλυτικά καθολικά της εγκαλούσας εταιρίας, τα με αριθμό ..., ... και .... έγγραφα τα οποία είναι καταστάσεις που αφορούν σε λήξη επιταγών και τα υπ' αριθμ. ...και ... έγγραφα τα οποία είναι καρτέλες λογαριασμών, οι οποίες περιέχουν επιταγές και αφορούν σε συναλλαγές της εταιρίας. Όλα τα ως άνω έγγραφα συνιστούσαν επαγγελματικό απόρρητο της εγκαλούσας εταιρίας. Τα έγγραφα αυτά που αποτύπωσε αθέμιτα ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα έγγραφα ανευρέθησαν σε κατ' οίκον έρευνα στην κατοικία του κατηγορουμένου στην Αθήνα στην οδό .... την 27 Νοεμβρίου 1999. Η εγκαλούσα υπέβαλε έγκληση κατά του κατηγορουμένου νομοτύπως και εμπροθέσμως. Τούτο αποδεικνύεται από την από 26-11-1999 μηνυτήρια κατάθεση και το από 14-4-2000 υπόμνημα - συμπληρωματική μήνυση της νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας ..., που είναι καταστατικό όργανο της. Αποδείχθηκε μάλιστα ότι η εγκαλούσα έλαβε πλήρη γνώση όλων των ανωτέρω εγγράφων τον Φεβρουάριο του 2000 και, επομένως, η ένσταση του κατηγορουμένου περί εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως πρέπει να απορριφθεί. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα αυτά βρέθηκαν τυχαία στην κατοχή του τον Μάιο του 1997 και συγκεκριμένα ότι τοποθετήθηκαν εκ παραδρομής από τον υπάλληλο της εταιρίας Χ1 σε χαρτοκιβώτια, στα οποία ο ανωτέρω Χ1 συσκεύασε τα προσωπικά είδη του κατηγορουμένου, όταν ο τελευταίος κατά τα μέσα Μαΐου 1997 αποχώρησε λόγω της απόλυσης του από την εταιρία. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου ότι τα έγγραφα αυτά βρέθηκαν τυχαία στην κατοχή του εκ παραδρομής από τον Χ1 πρέπει να απορριφθεί, αφού μάλιστα ανατρέπεται πλήρως από την κατάθεση ακριβώς του ίδιου του μάρτυρα Χ1. Περαιτέρω, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην ως άνω παραβίαση του απορρήτου υπολογιστή κατ' εξακολούθηση (άρθρο 370Β παρ. 1 ΠΚ) αποτυπώνοντας αθέμιτα τα ως άνω λεπτομερώς αναφερθέντα απόρρητα έγγραφα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 27-11-1999. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση των απορρήτων εγγράφων στην αστική του αντιδικία με την εγκαλούσα εταιρία στον δεύτερο βαθμό εντός του 1999, δεδομένου μάλιστα ότι το περιεχόμενο των απορρήτων αυτών εγγράφων αφορά αποκλειστικά και μόνο θέματα τα οποία ήταν σε εξέλιξη κατά την αστική αντιδικία στη διάρκεια του έτους 1999, όπως π.χ. τα με αριθμό ..., ... και ... κατασχεθέντα έγγραφα, κατά την αρίθμηση τους στην από 27-11-1999 έκθεση έρευνας και κατασχέσεως, και τα οποία αφορούν στο θέμα της prorata που αποτέλεσε και σημείο της αστικής αντιδικίας. Άλλωστε τα συγκεκριμένα έγγραφα μνημονεύονται για πρώτη φορά στην έκθεση της τεχνικής συμβούλου του κατηγορουμένου .... που υποβλήθηκε εκ μέρους του κατηγορουμένου με τις από 7-2-2000 προτάσεις του στο Εφετείο Αθηνών. Όσον αφορά τα με αριθμό ... και ... έγγραφα των αντιστοίχων επί μέρους πράξεων της παραβίασης του απορρήτου υπολογιστή κατ' εξακολούθηση, πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, καθόσον αποδείχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά είναι πρωτότυπα και βρίσκονταν στα χέρια του κατηγορουμένου το αργότερο μέχρι τα μέσα Μαΐου του 1997 και συνακόλουθα οι επί μέρους αυτές πράξεις έχουν υποκύψει σε παραγραφή. Για όλες όμως τις λοιπές επί μέρους πράξεις υπολοίπων εγγράφων που ήταν απόρρητα και ο κατηγορούμενος αθέμιτα τα αποτύπωσε, όπως τα έγγραφα αυτά αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφία, απορριπτομένης της ενστάσεως περί παραγραφής ως προς τις επί μέρους αυτές πράξεις, αφού ο κατηγορούμενος προέβη στις πράξεις αυτές εντός του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 έως 27-11-1999". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 27-11-1999 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αθέμιτα αποτύπωσε σημαντικά στοιχεία υπολογιστή που αποτελούσαν επαγγελματικό απόρρητο της εγκαλούσας εταιρίας LAVIPHARM Α.Ε και δη τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα που αφορούσαν συναλλαγές της εταιρίας, ενώ, λόγω παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τα με στοιχεία ... και ... έγγραφα. Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία είναι ελλειπής ασαφής και εμφανίζει λογικά κενά. Ειδικότερα, ενώ δέχεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, εκ των υπαλλακτικών μορφών τελέσεως του εγκλήματος, εκείνον της αθέμιτης από τον κατηγορούμενο αποτύπωσης στοιχείων του ηλεκτρονικού υπολογιστή της εγκαλούσας εταιρίας, ότι η μεταξύ της τελευταίας και του κατηγορουμένου σύμβαση εργασίας λύθηκε με καταγγελία την 14-5-1997 και ότι έκτοτε αυτός αποχώρησε και δεν επανήλθε στον τόπο παροχής της εργασίας, δεν αιτιολογεί με ποιο τρόπο επέτυχε να έχει πρόσβαση στα γραφεία της εταιρίας και να αποτυπώσει στοιχεία από το ηλεκτρονικό αρχείο του υπολογιστή αυτής και μάλιστα εξακολουθητικά κατά το πολύ μεταγενέστερο της απόλυσης χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 27-11-1999 που δέχεται και ως χρόνο τέλεσης της πράξης. Περαιτέρω, αναφορικά με τον παραδεκτώς υποβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της εγκλήσεως λόγω παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας, η απορρίπτουσα αυτόν απόφαση διαλαμβάνει στο σκεπτικό της ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Ενώ δέχεται ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας .... έχει δώσει την από 26-11-1999 μηνυτήρια κατάθεση, που λογικώς συνάπτεται με γνώση των εγγράφων που κατασχέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου, στη συνέχεια δέχεται ότι την 14-4-2000 η ίδια ως άνω νόμιμη εκπρόσωπος υπέβαλε συμπληρωματική μήνυση και καταλήγει ότι η εγκαλούσα έλαβε πλήρη γνώση των εγγράφων το μήνα Φεβρουάριο του 2000. Με τις παραδοχές όμως αυτές, αφενός περί του χρόνου τέλεσης της πράξης και αφετέρου του χρόνου γνώσης αυτής από τον δικαιούμενο στην υποβολή εγκλήσεως, δημιουργείται ασάφεια η οποία έχει έννομη επιρροή τόσο ως προς την παραγραφή του εγκλήματος όσον και για το εμπρόθεσμο της εγκλήσεως για τη δίωξη αυτού. Με τα δεδομένα αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνον που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 6599/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ