Αριθμός 1703/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: A. Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Μ. Κ. Σ. Ε.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευανθία Γιασματζή και Δημοσθένη Δημοσθένους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ε. του Γ., κατοίκου ………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. B. Του αναιρεσείοντος: Δ. Ε. του Γ., κατοίκου …….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Μ. Κ. Σ. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, 2) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευανθία Γιασματζή και Δημοσθένη Δημοσθένους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2014 αίτηση του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1466/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3292/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 21/11/2019 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 6/11/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 178/2018, ΑΠ 182/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναίρεσης: α) Η από 6-11-2018 (αρ. καταθ. …/31-12-2018) αίτηση του Δ. Ε. κατά, ι) της τελούσας υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία, "Μ. Μ. Κ. Σ. Ε." και ιι) του ομόρρυθμου μέλους αυτής, Ε. Μ.. Και β) Η από 21-11-2019 (αρ. καταθ. …./27-11-2019) αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρίας, κατά του αναιρεσείοντος στην άνω αίτηση, για αναίρεση της με αριθμό 3292/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης, στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Εφόσον δε, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων της πρώτης ως άνω αίτησης αναίρεσης, Δ. Ε., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των καθών, α) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Μ. Κ. Σ. Ε.", ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, στην άνω πρώτη αίτηση αναίρεσης και αναιρεσείουσας στη δεύτερη και β) ομόρρυθμου εταίρου αυτής, Ε. Μ., ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου στην πρώτη αίτηση αναίρεσης, την από 17-2-2014 αίτηση, με την οποία επικαλούμενος, ότι ο ίδιος υπήρξε ετερόρρυθμος εταίρος της πρώτης καθής ετερόρρυθμης εταιρίας και ο δεύτερος των καθών, ομόρρυθμο μέλος αυτής και ότι αυτός με την αναφερόμενη εξώδική του, που επιδόθηκε σε αμφότερους τους καθών (εταιρία και ομόρρυθμο μέλος), άσκησε το δικαίωμα εξόδου του από την εν λόγω εταιρία για τον αναφερόμενο σπουδαίο λόγο, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί η συνδρομή του σπουδαίου λόγου εξόδου του από την εταιρία, καθώς και η αξίωσή του έναντι των καθών, ετερόρρυθμης εταιρίας και ομορρύθμου μέλους αυτής, ευθυνόμενων σε ολόκληρο, για την καταβολή της πλήρους αξίας της εταιρικής του συμμετοχής, ύψους 222.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Επί της άνω αίτησης, εκδόθηκε η 1466/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι συνέτρεξε ο επικαλούμενος από τον αιτούντα σπουδαίος λόγος για την έξοδό του από την καθής ετερόρρυθμη εταιρία και ότι αυτός μετά την έξοδό του έχει αξίωση έναντι των καθών για την πλήρη αξία της εταιρικής του συμμετοχής, αναγνωρίστηκε ότι οι καθών οφείλουν να του καταβάλουν, σε ολόκληρο καθένας, για την άνω αιτία, το ποσό των 133.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αίτησης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, οι από, 18-7-2015 και 22-7-2015 εφέσεις του αιτούντος και των καθών, αντίστοιχα, με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με σκοπό κατά μεν τον αιτούντα την παραδοχή της αίτησής του ως προς όλα τα αιτήματά της, κατά δε τους καθών την απόρριψη της αίτησης στο σύνολό της. Επί των άνω εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 3292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε αμφότερες τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη από 17-2-2014 αίτηση, κατά το μέρος που αφορούσε τον δεύτερο των καθών, ομόρρυθμο εταίρο της άνω ετερόρρυθμης εταιρίας, δέχθηκε εν μέρει την ίδια αίτηση, ως προς την πρώτη των καθών ετερόρρυθμη εταιρία και αναγνώρισε την αξίωση του αιτούντος, ο οποίος αποχώρησε για σπουδαίο λόγο από την εταιρία την 8-11-2012, έναντι της καθής ετερόρρυθμης εταιρίας για καταβολή της πλήρους αξίας της εταιρικής του συμμετοχής, την οποία προσδιόρισε στο μεγαλύτερο ποσό των 177.600 ευρώ, ατόκως. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης, ασκήθηκαν οι ως άνω, αιτήσεις αναίρεσης, με την πρώτη των οποίων ο αναιρεσείων (αιτών) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την αίτησή του ως προς το δεύτερο των καθών, ενώ με τη δεύτερη αίτηση, η αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρία πλήττει την προσβαλλόμενη, ως προς τον προδισδιορισμό του ύψους της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσίβλητου. Ι. Επί της πρώτης, από 6-11-2018 αίτησης αναίρεσης του Δ. Ε.: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 222/2022, 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 865/2022, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι ''δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον'', συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ειδικότερα δε, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Η έλλειψη νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης (ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017). Η εσφαλμένη δε κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 55/2022, AΠ 915/2021, ΑΠ 1979/2017, ΑΠ 1006/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 271 παρ. 1 του ν. 4072/2012, ''Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή κλπ'', ο οποίος, σύμφωνα με τη μεταβατική του διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1, εφαρμόζεται και στις εταιρίες, που κατά την έναρξη ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, ''ετερόρρυθμη εταιρεία είναι η εταιρεία με νομική προσωπικότητα, που επιδιώκει εμπορικό σκοπό και για τα χρέη της οποίας ένας τουλάχιστον από τους εταίρους ευθύνεται περιορισμένα (ετερόρρυθμος εταίρος), ενώ ένας άλλος τουλάχιστον από τους εταίρους ευθύνεται απεριόριστα (ομόρρυθμος εταίρος)'', κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ''εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο παρόν κεφάλαιο, στην ετερόρρυθμη εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία''. Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 261 του ίδιου ως άνω νόμου (4072/2012), ορίζεται ότι, ''1. Ο εταίρος μπορεί με δήλωσή του προς την εταιρεία και τους λοιπούς εταίρους να εξέλθει από την εταιρεία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό. 2. Στην εταιρεία αορίστου χρόνου, η αξία της συμμετοχής καταβάλλεται στον εξερχόμενο εταίρο στο τέλος της εταιρικής χρήσης. 3. Στην εταιρεία ορισμένου χρόνου, η καταβολή της αξίας συμμετοχής στον εξερχόμενο εταίρο εξαρτάται από τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Αν το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259, κρίνει ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο εταίρος δεν έχει αξίωση για καταβολή της αξίας συμμετοχής του'', ενώ, με τις διατάξεις του άρθρου 264 παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω νόμου, ορίζεται ότι: ''1. Σε περίπτωση εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου η εταιρεία του αποδίδει αυτούσια τα αντικείμενα που είχε εισφέρει κατά χρήση. 2. Εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, ο εξερχόμενος, όπως και ο αποκλειόμενος εταίρος, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 261, έχει αξίωση κατά της εταιρείας για καταβολή της πλήρους αξίας συμμετοχής του. Σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς την αξία συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη των χρεών της εταιρείας, ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος υποχρεούται να τα καλύψει κατά το λόγο συμμετοχής του στις ζημίες''. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, επί ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, η εταιρική ιδιότητα χάνεται και με την εκούσια έξοδο του εταίρου από την εταιρία, κατόπιν μονομερούς δήλωσής του, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, είναι απευθυντέα στον εκπρόσωπο της εταιρείας και στους λοιπούς εταίρους και παράγει τα αποτελέσματά της από την κοινοποίησή της, εκτός αν το καταστατικό της εταιρείας απαγορεύει την έξοδο ή ρυθμίζει διαφορετικά το δικαίωμα εξόδου. Στον εταίρο δηλαδή, που δεν επιθυμεί να συνεχίσει τη συμμετοχή του στην εταιρεία, είτε αυτή είναι αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, παρέχεται η δυνατότητα, να εξέλθει εκουσίως από αυτή, καταγγέλλοντας την εταιρική του συμμετοχή, με άμεσο αποτέλεσμα την έξοδό του από την εταιρεία και τη συνέχιση της λειτουργίας της με τους λοιπούς εταίρους (ΑΠ 1656/2022). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο εξερχόμενος εταίρος (όπως και ο αποκλειόμενος), έχει αξίωση κατά της εταιρείας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του, το ύψος της οποίας, σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων, ορίζεται από το δικαστήριο, που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 259, ήτοι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η εν λόγω αξίωση του εξερχόμενου εταίρου δεν υπόκειται σε περιορισμούς, όταν η εταιρία είναι αορίστου χρόνου. Στην περίπτωση αυτή, δεν έχει καμιά σημασία, αν το δικαίωμα εξόδου ασκήθηκε χωρίς σπουδαίο λόγο, η δε δήλωση εξόδου επιφέρει άμεσα τα αποτελέσματά της και ο εξερχόμενος εταίρος έχει σε κάθε περίπτωση αξίωση κατά της εταιρίας να του καταβάλει την αξία της συμμετοχής του. Απλώς, προς διευκόλυνση της εταιρίας, ορίζεται ότι η αξία της συμμετοχής καταβάλλεται στον εξερχόμενο όχι άμεσα, αλλά στο τέλος της εταιρικής χρήσης. Στην εταιρία, όμως, ορισμένου χρόνου, ο εξερχόμενος εταίρος έχει αξίωση για καταβολή της αξίας της συμμετοχής του, μόνο εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την έξοδό του. Ακολούθως, μετά την κατά τα άνω ενάσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος εξόδου ομόρρυθμου ή ετερόρρυθμου εταίρου από την εταιρία, επέρχεται και η αυτοδίκαιη απώλεια της εταιρικής ιδιότητας του εξερχόμενου εταίρου, όπως ήδη αναφέρθηκε και ως εκ τούτου, οι ενοχές εκκαθάρισης της περιουσιακής εταιρικής σχέσης του εξερχόμενου εταίρου της εταιρίας γεννώνται μετά την έξοδό του από την εταιρία, όταν αυτός δεν είναι πλέον εταίρος. Η αξίωση του εξερχόμενου εταίρου στην πλήρη αξία της συμμετοχής του, συνδέεται αναμφίβολα με την εταιρική σχέση, σχέση, όμως, που καταλύεται μετά την έξοδο του εταίρου. Έτσι, η εν λόγω αξίωση αποτελεί, μετενέργεια καταργημένης εταιρικής σχέσης, με δανειστή της απαίτησης πρόσωπο που δεν είναι πλέον εταίρος, αλλά τρίτος δανειστής της εταιρίας. Συνεπώς, η αξίωση του απερχόμενου εταίρου, ο οποίος έχει αποβάλει την εταιρική ιδιότητα, στην αξία της εταιρικής του συμμετοχής, εμπίπτει στο πεδίο των άρθρων, 249 παρ. 1 του ν. 4072/2012 (προηγούμενα, άρθρο 22 του ΕμπΝ), προκειμένου για ομόρρυθμη εταιρία και 271 παρ. 2 του ίδιου νόμου για ετερόρρυθμη εταιρία), τα οποία καθιερώνουν προσωπική, απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου για τα χρέη της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, έναντι των τρίτων δανειστών, αναγάγοντας ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις της εταιρίας σε υποχρεώσεις και των ομόρρυθμων εταίρων της (ΑΠ 115/2020). Κατόπιν αυτών, ο εξερχόμενος εταίρος προσωπικής εταιρίας, αποκτά σχετική χρηματική απαίτηση, τόσο κατά της εταιρίας, όσο και κατά των συνεταίρων του, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενων για τα εταιρικά χρέη. Επειδή, όμως, υποχρεούται να συμμετάσχει στην κάλυψη των χρεών της εταιρίας, που έχουν γεννηθεί πριν την έξοδό του, κατά το λόγο συμμετοχής του στις ζημίες (264 παρ. 3 του ν. 4072/2012), η συμμετοχή του αυτή μπορεί να υπολογίζεται συμψηφιστικά προς την καταβλητέα αξίωση της συμμετοχής του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεχόμενη, (με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση), ότι δεν υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του δευτέρου των καθών, ομόρρυθμου μέλους της πρώτης καθής ετερόρρυθμης εταιρίας, (δεύτερου αναιρεσιβλήτου), για την καταβολή της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του, μετά την έξοδό του από την ετερόρρυθμη εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη), με συνέπεια την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης ως προς αυτόν, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 249 παρ. 1 και 264 παρ. 1 και 2 του ν. 4072/2012. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, στα πλαίσια του άνω λόγου, προκύπτει ότι, το Εφετείο, απέρριψε πράγματι την ένδικη αίτηση με την οποία ο αιτών, με την ιδιότητα του ετερόρρυθμου εταίρου της πρώτης καθής, που εξήλθε από την τελευταία για σπουδαίο λόγου, αξίωσε μεταξύ άλλων, την πλήρη εταιρική του συμμετοχή έναντι αμφοτέρων των καθών (ετερόρρυθμης εταιρίας και ομόρρυθμου μέλους αυτής), ευθυνόμενων σε ολόκληρο, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά του δεύτερου των καθών, ομόρρυθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρίας, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της διαδικαστικής προϋπόθεσης της παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου καθού - αναιρεσίβλητου, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των καθών - αναιρεσίβλητων, αφού έκρινε ότι, ''η αξία της εταιρικής συμμετοχής του αποχωρούντος εταίρου συνιστά αντικείμενο ενοχικής αξίωσης τούτου κατά της εταιρίας ...., η οποία και νομιμοποιείται μόνο παθητικά προς τούτο στη δίκη επί της σχετικής αγωγής του εν λόγω εταίρου'' και ότι, ''οι ομόρρυθμοι εταίροι ουδόλως ευθύνονται προσωπικά κατ' άρθρο 249 παρ. 1 και 258 του ν. 4072/ 2012, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, καθόσον η ανωτέρω ευθύνη για τις εταιρικές υποχρεώσεις αφορά μόνο τις εξωτερικές σχέσεις της εταιρίας με τρίτους δανειστές και όχι τις εσωτερικές σχέσεις της εταιρίας, ήτοι τις σχέσεις μεταξύ των εταίρων και της εταιρίας)'', δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα ως προς την εις ολόκληρον ευθύνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αίτηση κατά του τελευταίου, ''ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης .... διότι οι απαιτήσεις των εταίρων από την εταιρική σχέση όπως εν προκειμένω, ικανοποιούνται μόνο από την εταιρική περιουσία, δεν ευθύνονται δηλαδή για τις απαιτήσεις αυτές οι λοιποί εταίροι με την προσωπική (εξωεταιρική) τους περιουσία''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 264 του ν. 4072/2012 και αυτές του άρθρου 271 παρ. 1 του ίδιου νόμου, δεδομένου ότι πρόκειται για ευθύνη ομόρρυθμου εταίρου ετερόρρυθμης εταιρίας, τις οποίες δεν εφάρμοσε, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της εις ολόκληρον ευθύνης του ομορρύθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρίας, όσον αφορά την αξίωση καταβολής της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του εταίρου που εξήλθε από την εταιρία ορισμένου χρόνου, για σπουδαίο λόγο. Και τούτο, διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η αξίωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή της εταιρικής του συμμετοχής, μετά την έξοδό του από την πρώτη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία, η οποία επέφερε άμεσα τα αποτελέσματά της, οπότε και καταλύθηκε η εταιρική σχέση, εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 271 παρ. 2 του ν. 4072/2012, το οποίο καθιερώνει προσωπική, απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου για τα χρέη της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, έναντι των τρίτων δανειστών, αναγάγοντας ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις της εταιρίας σε υποχρεώσεις και των ομόρρυθμων εταίρων της. Κατ' ακολουθία, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της άνω πρώτης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της, που αφορά την εις ολόκληρον ευθύνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου, παρελκούσης της εξέτασης του δεύτερου λόγου της ίδιας αίτησης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά το ίδιο κεφάλαιο, (της εις ολόκληρον ευθύνης του δεύτερου αναιρεσίβλητου) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέβαλε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΙΙ. Επί της δεύτερης από 21-11-2019 αίτησης της ετερόρρυθμης εταιρίας, ''Μ. Μ. Κ. Σ. Ε.''. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1093/2020). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο άνω λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου κατά λέξη και το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε από τη σύγκριση αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, καθώς και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016). Παράλληλα δε, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 992/2014 ΑΠ 1414/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο της άνω (δεύτερης) αίτησης αναίρεσης, υπό στοιχ. Ε, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι, κατά τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στο ποσό των 177.600 ευρώ, έλαβε υπόψη κυρίως και χωρίς συνεκτίμηση με άλλα αποδεικτικά μέσα, το, ''έντυπο προσδιορισμού φορολογητέας αξίας'', το οποίο καταρτίστηκε από τον τελευταίο, χωρίς τη σύμπραξη, την έγκριση ή την υποβολή του στην αρμόδια φορολογική αρχή και το οποίο διαλαμβάνει τιμές και υπολογισμούς μη επαληθεύσιμους και παραλείπει τιμές αναγκαίες για τον εν λόγω προσδιορισμό, ουδόλως δε αποδεικνύει την αξία της επιχείρησής της (αναιρεσείουσας) κατά το χρονικό σημείο της εξόδου του αναιρεσίβλητου'', από εσφαλμένη ανάγνωση του οποίου, ''δέχθηκε ως περιεχόμενό του, κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, ήτοι δέχθηκε το επίδικο έγγραφο ως έγκυρο, νομίμως συνταχθέν και αποδεικνύον την αξία της εταιρικής συμμετοχής'' του αναιρεσίβλητου, ενώ πράγματι η αξία αυτή έπρεπε να αποτιμηθεί με αρνητικό πρόσημο, δεδομένης της καθαρά αρνητικής θέσης της εταιρίας και του ύψους των ζημιών αυτής. Ο λόγος αυτός, αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά το κύρος του εγγράφου, είναι απαράδεκτος, αφού για να ιδρυθεί ο άνω λόγος πρέπει η παραμόρφωση να αφορά στο αποδεικτικό περιεχόμενο εγγράφου, όπως ρητά ορίζεται στην άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ και όχι στα στοιχεία του κύρους του εγγράφου, οπότε είναι δυνατόν να ιδρύεται άλλη πλημμέλεια (από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1408/2001), ενώ κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος, είναι απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, αλλά και διότι με βάση τα εκτιθέμενα, δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου του άνω εγγράφου, δηλαδή για λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου του από το δικαστήριο, διαφορετική από εκείνη που η αναιρεσείουσα θεωρεί σωστή, η οποία δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, παρά την αντίστοιχη υποχρέωσή της, δεν έχει προσκομίσει το συγκεκριμένο έγγραφο, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί, εάν υπήρξε πράγματι η επικαλούμενη παραμόρφωσή του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει (η αναφορά του οποίου είναι αναγκαία), ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 866/2020, 718/2020, AΠ 988/2019, ΑΠ 100/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ανωτέρω προβληθέντος και ήδη εξετασθέντος λόγου, η αναιρεσείουσα, μετά από εκτενή ανάπτυξη στο αναιρετήριο του ιστορικού της υπόθεσης, την έκθεση των απόψεών της για το νομικό και ουσιαστικό μέρος της αιτίας, από την οποία προήλθε η ένδικη διαφορά και την παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσίβλητου, παραθέτει ενιαίο κείμενο, υπό στοιχ. Δ, με τίτλο, ''σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, για την εκτίμηση της καθαρής θέσης της εταιρίας και τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσίβλητου'', με το οποίο, χωρίς διακριτά κεφάλαια και χωρίς ειδική και διακριτή αναφορά σε συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση μη νόμιμη και εσφαλμένη κρίση για το άνω ζήτημα (αξία της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσίβλητου), διότι: α) Δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου περί της αρχικής συναίνεσης του (ομόρρυθμου εταίρου) Ε. Μ. στη συμφωνία εξαγοράς του εταιρικού μεριδίου, ποσοστού 20% από τον Ι. Χ. και της μεταγενέστερης άρνησής του, χωρίς αιτιολογία από την οποία να προκύπτει το αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε και χωρίς πράγματι να αποδεικνύεται η συμφωνία αυτή, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ίδιας ότι με βάση τους αναφερόμενους όρους του καταστατικού, ο άνω ομόρρυθμος εταίρος δεν είχε εξουσία να αντιτάξει έναντι του αναιρεσίβλητου άρνησή του για μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του τελευταίου. β) Στήριξε την κρίση της στο χωρίς ημερομηνία και υπογραφή, έντυπο προσδιορισμού φορολογητέας αξίας (ράντα της εφορίας), το οποίο στερείται κύρους, διότι συμπληρώθηκε από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς επιβεβαίωση των στοιχείων που διαλαμβάνει και κατέληξε σε ανακριβή αποτελέσματα, καθώς έχει παραληφθεί η συμπλήρωση κρίσιμων τιμών, όπως η τιμή της αναπόσβεστης αξίας των παγίων. γ) Κατέληξε σε εσφαλμένες παραδοχές, διότι δεν έλαβε υπόψη του ότι για τον υπολογογισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής συντάσσεται ισολογισμός για την πραγματική διαπίστωση της περιουσιακής κατάστασης της προσωπικής εταιρίας, λόγω εκούσιας αποχώρησης του εταίρου και. δ) Από την προσκομιζόμενη από την ίδια, από 8-11-2012 εκτίμηση στοιχείων, η οποία συντάχθηκε και υπογράφηκε από το λογιστή της Π. Α. προκύπτει ότι η καθαρή θέσης της εταιρίας κατά την ημερομηνία εξόδου του αναιρεσίβλητου, είχε αρνητικό πρόσημο, καθώς το σύνολο των υποχρεώσεων της εταιρίας ανερχόταν σε 120.999,55 ευρώ, το σύνολο του ενεργητικού της στο ύψος των 31.080 ευρώ και η καθαρή της θέση σε - 82.219,55 ευρώ. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι, ενόψει του πιο πάνω περιεχομένου του, δεν αποδίδεται με αυτόν συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η αναιρεσείουσα δεν υπάγει τα όσα με την αναίρεση της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται και το άρθρο 559 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ζητεί την αναίρεσή της. Σε κάθε δε περίπτωση, με τις άνω αιτιάσεις, πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα της άνω αίτησης αναίρεσης, η αίτηση αυτή, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει: α) Την 6-11-2018 (αρ. καταθ. …/31-12-2018) αίτηση αναίρεσης του Δ. Ε. και β) Την από 21-11-2019 (αρ. καταθ. …/27-11-2019) αίτηση αναίρεσης της ετερόρρυθμης εταιρίας, ''Μ. Μ. Κ. Σ. Ε.'', κατά της με αριθμό 3292/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Δέχεται την άνω υπό στοιχ. α αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την 3292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στον καταθέσαντα αυτό. Απορρίπτει την από 21-11-2019 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ