Αριθμός 1169/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάστηκε με την από 28-2-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 430/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του Ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις...". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-11-2022), ο αναιρεσίβλητος Ε. Β. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την υπ' αριθμ. ../5-10-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης, …, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίσιν, από 6-4-2021, αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτού κατά την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σωτηράκο, με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος παραστάθηκε στην δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, Α.Π. 208/2017, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 212/2016, Α.Π. 1069/2015, Α.Π. 1016/2015). Η κρινόμενη, από 6-4-2021 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως../8-4-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 121/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής (στις 8-4-2020) στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 26 Μαρτίου 2019, επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 8-4-2020. Δεδομένου ότι για το χρονικό διάστημα από 7-11-2020 μέχρι τις 5-4-2021 ανεστάλησαν οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων ενώπιον των πολιτικών και των ποινικών δικαστηρίων δυνάμει των κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, που εκδόθηκαν για τη λήψη εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού Covid-19, σε συνδυασμό με το σημείο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2022, το οποίο ορίζει ότι μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία, ενώ δεν συμπληρώνεται εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, σαφώς συνάγεται ότι η ένδικη αίτηση ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης διετούς προθεσμίας (άρθρ. 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006 ορίζονται τα εξής: "1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παρ. 2 περ. β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο ή εργαζομένους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της οκταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας για τους οποίους η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής είναι δέκα ετών... Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως στον προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου... 3. α) Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπομένης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου, που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κυρίας παρεμβάσεως. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωρηθεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της παραπάνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες. Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. β) Με την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 του Α.Κ., η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κυρία παρέμβαση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς την διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος. Συνακολούθως, δεν μπορεί να ζητηθεί με την αίτηση αυτή ή την κυρία παρέμβαση η αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ώστε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της διανοιγείσας δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για την ζητούμενη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς, όμως, να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 6 παρ. 3, όπως ισχύει) αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ιδίου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (Α.Π. 647/2020, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 74/2015, Α.Π. 1342/2015, Α.Π. 1364/2014, Α.Π. 148/2014, Α.Π. 632/2013, Α.Π. 259-258/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή προσθέτου παρεμβάσεως, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει η, κατά το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα, διαδικαστική προϋπόθεση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αιτήσεως, αναφορικώς με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο. Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αιτήσεως, με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επιδίκου αντικειμένου, κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κυρία παρέμβαση (βλ. τις ίδιες πιο πάνω παραπομπές). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, με την, από 5-11-2012 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ..2012) αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ισχυρίσθηκε ότι κατέστη κύριος, με παράγωγο τρόπο, ακινήτου που βρίσκεται στην δ.ε. Κ.του Δήμου ..Λακωνίας και ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ "άγνωστου ιδιοκτήτη" και με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της πλήρους κυριότητάς του επί του ακινήτου αυτού. Επίσης, το αναιρεσείον άσκησε στην διανοιγείσα δίκη την από 28-2-2013 (υπ' αριθμ. καταθέσεως ...) κυρία παρέμβαση και ζήτησε, κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση και να αναγνωριστεί αυτό κύριο του ακινήτου: α) ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε, β) ως έχον τον χαρακτήρα βοσκότοπου και λιβαδιού, γ) ως αδέσποτο και δ) με βάση τις διατάξεις περί τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας. Η αίτηση και η κυρία παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και με την υπ' αριθμ. 430/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης απορρίφθηκαν και οι δύο ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, με το αιτιολογικό ότι η κυριότητα επί της επιδίκου εκτάσεως είναι αναγκαίο να εξετασθεί στα πλαίσια της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, κατόπιν ασκήσεως σχετικής τακτικής αγωγής. Ασκηθείσης εφέσεως από το αναιρεσείον, κατά το κεφάλαιο απορρίψεως της κυρίας παρεμβάσεώς του, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 121/2019 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση, με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Συγκεκριμένα, το Εφετείο απέρριψε την κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος, στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι, αφού αυτή έχει περιεχόμενο την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου στο πιο πάνω ακίνητο και αίτημα την επ' αυτού αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητας του ίδιου (παρεμβαίνοντος), "είναι ξεκάθαρο πως η διάγνωση της κυριότητας επί της εν λόγω επίδικης έκτασης των 166.271,48 τ.μ., αποτελεί όχι αντικείμενο της παρούσας δίκης, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, αλλά αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 ή και απλής αναγνωριστικής της κυριότητας ή διεκδικητικής αγωγής, δικαζόμενης, όμως, πάντοτε κατά την τακτική διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας", χωρίς, όμως, να κάνει μνεία για το άλλο αίτημα, δηλαδή της διορθώσεως της εγγραφής, υπέρ του αναιρεσείοντος, αναφορικώς με την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, το οποίο φέρεται ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", ανεξαρτήτως από το αν το αίτημα αυτό της διορθώσεως ήθελε εκτιμηθεί ως κύριο (Α.Π. 208/2017, Α.Π. 1342/2015) ή ως παρεπόμενο του αναγνωριστικού - διαπιστωτικού αιτήματος. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, ως προς την κύρια παρέμβαση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 430/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που αφορούν το δικαίωμα ασκήσεως κυρίας παρεμβάσεως από το Ελληνικό Δημόσιο στην δίκη της εκουσίας δικαιοδοσίας, που ανοίχθηκε με αίτηση τρίτου, κατά το μέρος που ζητείται η διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" του επιδίκου ακινήτου στο αντίστοιχο κτηματολογικό βιβλίο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης του το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο καθού η κυρία παρέμβαση - αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, ενώ, κατά το μέρος που ζητείται να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο αυτό, δεν ήταν νόμιμη, καθόσον αντικείμενο της προκειμένης δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος για την ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς, όμως, να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου (Α.Π. 208/2017, Α.Π. 309/2012). Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι η κύρια παρέμβαση δεν είναι βάσιμη, κατά το μέρος που ζητήθηκε η διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου του προαναφερόμενου ακινήτου, ώστε να αναγραφεί σ' αυτό ως ιδιοκτήτης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο καθού η κυρία παρέμβαση - αιτών - αναιρεσίβλητος, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, οι οποίες, ναι μεν, εισάγουν, κατά βάση, δικονομικό δίκαιο, καθόσον προσδιορίζουν τον τρόπο, τη διαδικασία και τους δικαιούχους της διορθώσεως (τους νομιμοποιούμενους σε αίτηση κ.λπ. διορθώσεως) των πρώτων (αρχικών) ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών (Α.Π. 208/2017, Α.Π. 1342/2015), είναι, όμως και ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 208/2017, Α.Π. 632/2013), αναγόμενες στη νομιμότητα του αντικειμένου της αιτήσεως κ.λπ. (υπό οποιαδήποτε έννοια από τις προεκτιθέμενες) και στη θεμελίωση της έννομης συνέπειας που κρίθηκε, σε συνδυασμό με το άρθρο 79 του Κ.Πολ.Δ. και, επομένως, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τη διάταξη αυτή, λόγος της αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου), από το άρθρο 559 αριθμ. 9, εδάφ. γ' του ιδίου άρθρου, λόγου της αναιρέσεως, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που η κυρία παρέμβαση κρίθηκε ότι δεν είναι βάσιμη (και δεν ερευνήθηκε), ως προς το αίτημά της να διορθωθεί η πρώτη (αρχική) εγγραφή του επιδίκου ακινήτου και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε στην δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως. Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την καταβολή του (άρθρο 28 παρ.4 εδ.β' του Ν.2579/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 121/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ως προς τη διόρθωση της εγγραφής και την αναγραφή του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη του ακινήτου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ