Αριθμός 1572/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θάνο, που δήλωσε στο ακροατήριο την τροποποίηση της επωνυμίας της σε "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ως οιωνοί καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2130/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3211/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παραιτείται μερικώς από τους αναιρετικούς λόγους πλην του τελευταίου και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης κατά τα λοιπά, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με την από 1-3-2003 αγωγή ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Ανώνυμη Εταιρεία Διοικήσεως και Οργανώσεως", την οποία διαδέχθηκε η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" εζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 3.550 ευρώ για αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και αυτό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξία. Κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζήτηση της αγωγής, ο ενάγων δεν παραστάθηκε και το δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2130/2004 απόφασή του απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου. Επί της ασκηθείσης από τον ενάγοντα εφέσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. 8058/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση. Η τελευταία ως άνω απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 214/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, και κατά την συζήτηση που ακολούθησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αυτού, με την οποία απερρίφθη η έφεση κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε δε δεκτή αυτή κατά τα λοιπά και μετ' εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως έγινε δεκτή η αγωγή κατά το περί αποζημιώσεως κονδύλιό της, το οποίο επιδικάσθηκε χωρίς τόκο. Η ανωτέρω απόφαση, κατά τις απορριπτικές της διατάξεις, πλήττεται με την ένδικη αίτηση και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα στη συνέχεια. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ., όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ.Α.Π. 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 Κ.Πολ.Δ.), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 Κ.Πολ.Δ., τύπο. Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικος, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (πρβλ. ΑΠ 1308/ 2004,315/2010). Περαιτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓπΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, τροποποιήθηκε και ισχύει, ο ενάγων, εάν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται (κατά το καταψηφιστικό της αίτημα), η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (Α.Π. 1337/2011, 1107/2005). Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της ως είρηται παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ., μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1095/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Α.Π. 354/2011, σχετ. Ολ.ΑΠ 2/2001 και 12/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με την έφεση που ο ενάγων άσκησε κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία απέρριψε την αγωγή του, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, εδήλωσε ότι κατέβαλε το δικαστικό ένσημο που αναλογεί στο κονδύλιο των 3.550 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην θετική του ζημία, ενώ για το έτερο αγωγικό κονδύλιο των 3.000 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης, περιορίζει την αγωγή του σε αναγνωριστική. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι ο περιορισμός αυτός στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι απαράδεκτος, πολύ δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση που η καταβολή του δικαστικού ενσήμου αποτελεί προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της εφέσεως και για το λόγο αυτό απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη του ως είρηται κονδυλίου της αγωγής. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 223, 297 και 528 του Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι κατά παράβαση των ως άνω δικονομικών διατάξεων έκρινε απαράδεκτο τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και συνακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, τυγχάνει αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται στην πολιτική δίκη η αρχή της ελευθερίας διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης και της συζητήσεως, σύμφωνα με την οποία η πρωτοβουλία για την καθίδρυση και συνέχιση της δίκης αυτής ανήκει στους διαδίκους, οι οποίοι οριοθετούν το αντικείμενο της διαφοράς, κινούν τη διαδικασία, μεταβιβάζουν την υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα όρια που επιθυμούν καθώς και στο Ακυρωτικό. Το δικαστήριο, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, δεν μπορεί να επιληφθεί της εκδικάσεως διαφοράς, άνευ αιτήσεως παροχής εννόμου προστασίας από διάδικο, ο οποίος με την αίτησή του καθορίζει και τα όρια της αιτουμένης προστασίας, άλλως η απόφασή του είναι άκυρη (Α.Π. 453/1997). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αιτήσεως, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη. Τέλος κατά το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην κατά την πρώτη συζήτηση, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η υποβολή, για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, αυτοτελούς αιτήσεως είναι απαράδεκτη, ακόμη και αν συναινεί ο αντίδικος. Το απαράδεκτο δε αυτό, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Μπορεί όμως ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην να προβάλει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, και δεν πρότεινε λόγω της απουσίας του, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 218/2000, 446/2007, 41/2012, 1825/2011), όχι όμως και να υποβάλει νέα αιτήματα καθ' υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αφού τη δυνατότητα αυτή δεν έχει ούτε ο κατ' αντιμωλίαν δικαζόμενος διάδικος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενο, μετά από μερική εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, εν μέρει την αγωγή και συγκεκριμένα κατά το περί αποζημιώσεως κεφάλαιό της υποχρέωσε την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα, το αιτούμενο με την αγωγή για την αιτία αυτή χρηματικό ποσό των 3.550 ευρώ, χωρίς όμως την επιδίκαση τόκων επί του ποσού τούτου, διότι, όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφαση, δεν υφίσταται στην αγωγή σχετικό αίτημα. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 106, 525 και 528 του Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο με την συγκεκριμένη παραδοχή του παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις και υπέπεσε ως εκ τούτου στις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, αφού το περί τόκων αίτημα ως παρεπόμενο, μπορούσε παραδεκτώς να υποβληθεί για πρώτη φορά ενώπιόν του, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω το Εφετείο για την θεμελίωση της απορριπτικής των τόκων ως άνω διατάξεώς του διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ακριβή εδώ μεταφορά της, και την εξής επάλληλη αιτιολογία: "... Αν δε υποτεθεί ότι το αναφερόμενο στην έφεση ότι (..περιορίζω κατά το υπόλοιπο κονδύλιο που αφορά χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη το αίτημα της αγωγής μου σε αναγνωριστικό έντοκο ...) αποτελεί αίτημα καταβολής τόκων και για το καταψηφιστικό αίτημα, κάτι που ουδόλως προκύπτει, είναι απορριπτέο ως πλήρως αόριστο, αφού δεν διευκρινίζεται αν ζητούνται τόκοι από την επίδοση της αγωγής ή από την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση". Στην ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου αναφέρονται οι λοιποί (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται επαλλήλως στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες εκ των με αριθμούς 1, 14 και 19 διατάξεων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 του Α.Κ., 106, 215 παρ. 1 εδ.α', 221 παρ. 1, 294, 295 περ. 1, 297, 525 παρ. 2-3 του Κ.Πολ.Δ., 25 παρ.1, 20 παρ. 1 και 93 παρ. 4 του Συν/τος. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι αφορούν επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, που δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα το Εφετείο, ως προεξετέθη, για την θεμελίωση της αρνητικής για την επιδίκαση τόκων κρίσεώς του, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ως κυρία και βασική αιτιολογία την έλλειψη σχετικού αγωγικού αιτήματος του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω δε εκτιμώντας την προειρημένη δήλωση του τελευταίου περί μετατροπής του περί χρηματικής ικανοποιήσεως αιτήματός του σε αναγνωστικό, έκρινε ανελέγκτως ότι σ' αυτήν δεν εμπεριέχεται αίτημα περί καταβολής τόκων για το καταψηφιστικό κεφάλαιο της αγωγής, το οποίο βεβαίως θα ήταν παραδεκτό, μόνο για το από της συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό και εφεξής χρονικό διάστημα. Αλλά και υπό την, μη αποδεκτή από το Εφετείο, ως άνω εκδοχή της υπάρξεως δηλαδή τοιούτου αιτήματος, αυτό θα ήταν αόριστο, για το λόγο που αναφέρεται στην απόφασή του. Με τις σκέψεις δε και παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε από τις αναιρετικές πλημμέλειες που του αποδίδονται με τους προαναφερομένους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι πέραν του απαραδέκτου, για το λόγο που προεξετέθη, της αλυσιτελούς προβολής των, αφού αναφέρονται κατά βάση στις προϋποθέσεις τοκοφορίας και ασκήσεως της σχετικής αξιώσεως που δεν αμφισβητούνται εν προκειμένω και δεν αποτελούν αντικείμενο της ενδίκου διαφοράς, τυγχάνουν απορριπτέοι και ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-9-2010 αίτηση του Ν. Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3211/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ