Αριθμός 476/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Ζ. του Α. και 2. Α. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ράλλη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 56/2011 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κατά της υπ' αριθ. 56/2011 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς μόνη την πρώτη αναιρεσείουσα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 56/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία, αφού απέρριψε ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων Κ. Κ. την από 3.1.2009 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 144/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δέχθηκε κατά τα λοιπά τόσο την έφεση αυτή ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες όσο και την από 29.12.2008 αντίθετη έφεση του δεύτερου αναιρεσείοντος κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης, την οποία, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της ως προς τους αναιρεσείοντες και τον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την από 15.12.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αφενός μεν υποχρέωσε εις ολόκληρο τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 14.116,98 ευρώ, αφετέρου δε αναγνώρισε ότι υποχρεούνται εις ολόκληρο να του καταβάλουν νομιμοτόκως το επιπλέον ποσό των 40.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη εξαιτίας της αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος του ο δεύτερος αναιρεσείων και για την οποία λόγω της τότε ανηλικότητάς του συνευθύνεται η εποπτεύουσα αυτόν μητέρα του και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Με το άρθρ. 923§1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 21 του ν. 2447/1996, ορίζεται ότι όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Εποπτεία είναι η επίβλεψη, η επιτήρηση και αναλόγως η προφύλαξη του εποπτευομένου από κινδύνους που υπερβαίνουν τις δυνάμεις του, η επισήμανση τέτοιων κινδύνων με σκοπό την αποφυγή τους και γενικώς η καθοδήγηση του εποπτευομένου σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς, προκειμένου δε για ανήλικο, η εποπτεία ασκείται κατ' αρχήν από τους γονείς του, που έχουν ειδικότερα την επιμέλεια του προσώπου του σύμφωνα με το άρθρ. 1510 του ΑΚ. Το μέτρο της εποπτείας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως από την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και από την κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας του εποπτεύοντος και του εποπτευομένου, καθώς και από τη δυνατότητα πρόβλεψης ή την επικινδυνότητα της ζημιογόνου ενέργειας ή από άλλες παρόμοιες περιστάσεις. Ο νόμος καθιερώνει μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη πταίσματος του εποπτεύοντος αναφορικά με την άσκηση ζημιογόνου εποπτείας, που θεωρείται έτσι ως πλημμελής και μη προσήκουσα, αλλά και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραμέλησης της εποπτείας κατά την έννοια αυτή και της ζημίας που προκλήθηκε, με συνέπεια, αν ο εποπτεύων δεν ανατρέψει το τεκμήριο, ισχυριζόμενος κατ' ένσταση και αποδεικνύοντας (άρθρ. 338§2 ΚΠολΔ) ότι άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η παραμέλησή της δεν οφείλεται σε πταίσμα του ή τέλος ότι η ζημία του τρίτου, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν μπορούσε να αποτραπεί, να δημιουργείται σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης του τρίτου για τις υλικές ζημίες και την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη. Στοιχεία έτσι της σχετικής αγωγής είναι η ύπαρξη σχέσης εποπτείας από το νόμο ή από σύμβαση και η πρόκληση από τον εποπτευόμενο παράνομης ζημίας σε τρίτο, δηλαδή ζημίας που να οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του, η οποία κατά κανόνα θα πρέπει να είναι υπαίτια. Δημιουργείται συνεπώς και προσωπική ευθύνη του εποπτευομένου εις ολόκληρο με τον εποπτεύοντα (άρθρ. 914, 926, 932 ΑΚ), εκτός αν αυτός είναι ανίκανος για καταλογισμό (άρθρ. 915-917 ΑΚ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε ή δεν ασκήθηκε εποπτεία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ελέγχεται όμως η κρίση του ότι η ασκηθείσα εποπτεία είναι ή δεν είναι η προσήκουσα με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ΑΠ 1173/1994? 1336/2003). Δηλαδή ελέγχεται η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της προσήκουσας εποπτείας. Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της. Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή και εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 10/2004? ΑΠ 2032/2009? 201/2010). Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρ. 923 του ΑΚ ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι συντρέχει περίπτωση υπαίτιας παραμέλησης της προσήκουσας εποπτείας ανηλίκου, που είχε ως συνέπεια τη ζημιογόνο συμπεριφορά του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας του σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 14.7.2003 και ώρα 17.00 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ηλικίας τότε 17 ετών, ο τρίτος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων), ηλικίας επίσης 17 ετών και ο κοινός τους φίλος Σ. Α., μετέβησαν με το αυτοκίνητο άλλου φίλου τους στην παραλία της …. Μετά την πάροδο κάποιας ώρας άρχισαν χάριν παιδιάς να πετούν ο ένας στον άλλον μικρές πέτρες στο μέγεθος του νυχιού του αντίχειρα, τις οποίες αυτός, στον οποίο κατευθύνονταν, προσπαθούσε είτε να τις πιάσει όσο βρίσκονταν στον αέρα είτε να τις αποφύγει. Το παιχνίδι αυτό διακόπηκε με τη βούληση του ενάγοντος, όταν ο τρίτος εναγόμενος άρχισε να ρίχνει προς αυτόν πέτρες μεγαλύτερου μεγέθους. Ακολούθως ο ενάγων μπήκε στη θάλασσα προκειμένου να πιάσει τη μπάλα, την οποία ο τρίτος εναγόμενος κλώτσησε εκνευρισμένος, όταν διακόπηκε το παιχνίδι. Τότε και ενώ ο ενάγων βρισκόταν στη θάλασσα και σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από τον τρίτο εναγόμενο, ο τελευταίος πήρε μια πέτρα μεγάλου μεγέθους και την πέταξε προς τον ενάγοντα, πλήττοντας αυτόν στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια τεσσάρων οδόντων της άνω γνάθου (11, 21, 22 και 23), κατάγματα της φατνιακής απόφυσης στη σύστοιχη περιοχή, μερική απώλεια της μύλης των πρόσθιων οδόντων της κάτω γνάθου (41, 31, 32 και 33) και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους. Δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και τούτο διότι το παιχνίδι στο οποίο συμμετείχε, αναλαμβάνοντας τους κινδύνους που αυτό εγκυμονούσε, είχε τελειώσει κατά το χρόνο του τραυματισμού του". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επικύρωσε την αντίστοιχη κρίση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στον προκληθέντα τραυματισμό του, με συνέπεια να γίνει ακολούθως δεκτή η ύπαρξη αποκλειστικής ευθύνης του δεύτερου αναιρεσείοντος για τον τραυματισμό αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 300 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα του, δεχόμενο ειδικότερα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη σχετική παραδοχή του, ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου από τον δεύτερο αναιρεσείοντα συνέβη μετά το πέρας του παιχνιδιού τους και συνεπώς δεν υπήρχε έκτοτε η οποιαδήποτε αποδοχή από τον αναιρεσίβλητο των κινδύνων, που συνεπαγόταν το παιχνίδι αυτό. Τα αντίθετα, επομένως, που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, με τον οποίο στην πραγματικότητα αμφισβητείται, με πρόσχημα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Ο γάμος των γονέων του τρίτου εναγομένου είχε λυθεί συναινετικά δυνάμει της υπ' αριθ. 147/1989 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που επικύρωσε το από 21.11.1988 ιδιωτικό συμφωνητικό τους, με το οποίο οι σύζυγοι συμφώνησαν, εν όψει του διαζυγίου, να ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια του κοινού τέκνου τους η δεύτερη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα). Από το χρόνο δημοσίευσης της ανωτέρω αποφάσεως (17.9.1989) ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε την εποπτεία του ανήλικου τότε υιού του, αφού αυτή συνδέεται με την επιμέλειά του και συνεπώς δεν ευθύνεται για την τελεσθείσα αδικοπραξία του... Η δεύτερη εναγομένη ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε το ανήλικο τέκνο της, καθόσον αυτή, εν όψει του συνόλου των περιστάσεων και ιδίως της ηλικίας, της ωριμότητας και της μόρφωσης του εποπτευομένου, που ήταν μαθητής λυκείου, και της δικής της μόρφωσης, που ήταν αρχιτέκτων μηχανικός, δεν άσκησε την προσήκουσα εποπτεία, η παραμέληση της οποίας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημιογόνο συμπεριφορά του εποπτευομένου και την εντεύθεν ζημία του ενάγοντος. Ειδικότερα η εναγομένη αυτή δεν ασκούσε πάντοτε και ανά πάσα στιγμή τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του τρόπου, με τον οποίο ο τρίτος εναγόμενος υιός της έπαιζε με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός ήταν μόλις 17 ετών και δεν του είχε επιστήσει την προσοχή να μην χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια του οποιουδήποτε παιχνιδιού επικίνδυνα αντικείμενα και δη πέτρες μεγάλου μεγέθους προς αποφυγή ατυχημάτων. Επομένως, εφόσον δεν έλαβε όλα εκείνα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για την προσήκουσα άσκηση της εποπτείας του υιού της και δεν κατηύθυνε την προσοχή του στους κινδύνους που απορρέουν από ορισμένα αντικείμενα και ούτε τον καθοδήγησε σε συμπεριφορά σύμφωνη με τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς, πρέπει η προβαλλόμενη ένστασή της περί μη ευθύνης της να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εις ολόκληρο ευθύνη των αναιρεσειόντων για τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ευθύνη του δεύτερου μόνον των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους δέχθηκε αντίστοιχα την έφεση του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε ακολούθως σ' αυτόν τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασής του ποσά αποζημίωσης και μειωμένης σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση χρηματικής ικανοποίησής του λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου των αναιρεσειόντων, την έφεση του οποίου κατά της πρωτόδικης απόφασης επίσης δέχθηκε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την ύπαρξη ευθύνης και της πρώτης αναιρεσείουσας για τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο υπαίτια από αυτή παραμέληση της προσήκουσας από τις περιστάσεις εποπτείας του ανήλικου τότε υιού της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της προσήκουσας εποπτείας ανηλίκου, αφού ναι μεν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασής του η πρώτη αναιρεσείουσα δεν άσκησε "πάντοτε και ανά πάσα στιγμή τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του τρόπου, με τον οποίο ο τρίτος εναγόμενος υιός της έπαιζε με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του", όπως αυτή ήταν υποχρεωμένη να πράξει από το σύνολο των περιστάσεων και "ιδίως της ηλικίας, της ωριμότητας και της μόρφωσης" τόσο της δικής της όσο και του υιού της και μάλιστα κατά την περαιτέρω παραδοχή της εφετειακής απόφασης όφειλε η πρώτη αναιρεσείουσα να επιστήσει ειδικά στον ανήλικο τότε υιό της "να μην χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε παιχνιδιού του επικίνδυνα αντικείμενα και δη πέτρες μεγάλου μεγέθους προς αποφυγή ατυχημάτων", όμως η παράλειψη ειδικά της επισήμανσης αυτής, την οποία η εφετειακή απόφαση θεωρεί δεδομένη, δεν δικαιολογεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της κοινωνικής ηθικής την παραδοχή της εφετειακής απόφασης ότι συνιστά από την πλευρά της πρώτης αναιρεσείουσας έλλειμμα εποπτείας του ανήλικου υιού της, που θεμελιώνει αντίστοιχα την ύπαρξη ευθύνης της για τη ζημιογόνο αδικοπρακτική συμπεριφορά του, αν ληφθεί υπόψη ότι οι περιστάσεις, ακριβώς, υπό τις οποίες τελούσαν κατά το κρίσιμο χρόνο οι αναιρεσείοντες, ήταν εκείνες που δεν επέβαλαν μια τέτοια ειδική επισήμανση, αφού, ασφαλώς, με βάση αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, υπερβαίνει την έννοια της προσήκουσας επιμέλειας ανηλίκου και δεν εντάσσεται σ' αυτή η υποχρέωση ειδικής επισήμανσης σε άτομα ηλικίας 17 ετών και μαθητές της τρίτης τάξης του λυκείου, δηλαδή σε άτομα σημαντικής ωριμότητας και πνευματικής συγκρότησης, όπως ο δεύτερος αναιρεσείων, ότι το να πετούν στο πλαίσιο των παιχνιδιών τους πέτρες μεταξύ τους συνιστά επικίνδυνη ενέργεια, που θα πρέπει να αποφεύγεται. Εξ άλλου γενικόλογη και αναιτιολόγητη είναι και η συμπερασματική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πρώτη αναιρεσείουσα "δεν έλαβε όλα εκείνα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για την προσήκουσα άσκηση της εποπτείας του υιού της... και ούτε τον καθοδήγησε σε συμπεριφορά σύμφωνη με τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς", αφού δεν εξειδικεύονται τα αναγκαία προληπτικά μέτρα που παρέλειψε αυτή να λάβει, προκειμένου η από μέρους της εποπτεία του ανήλικου υιού της να ήταν η προσήκουσα και να τον καθοδηγούσε σε συμπεριφορά σύμφωνη με τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής. Είναι συνεπώς βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει αντίστοιχα δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ως προς την οποία πρέπει ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ(σε συμβούλιο) 4/2012]. Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε έναντι της πρώτης αναιρεσείουσας, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων, ως προς τον οποίο απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί αντίστοιχα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 56/2011 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας ως προς την πρώτη μόνον αναιρεσείουσα. Παραπέμπει ως προς αυτή την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει τον μεν αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, τον δε δεύτερο αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ