Αριθμός 334/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ., 2) Δ. Σ., 3) Γ. Δ., 4) Χ. Κ., 5) Ι. Χ., 6) Γ. Κ., 7) Α. Ι., 8) Δ. Ν., 9) Γ. Κ., 10) Ι. Ν., 11) Μ. Χ., 12) Π. Γ., 13) Γ. Σ., 14) Κ. Θ., 15) Α. Τ., 16) Χ. Κ., 17) Χ. Ζ., 18) Ι. Τ., 19) Γ. Γ., 20) Ε. Λ., 21) Γ. Κ., 22) Θ. Σ., 23) Θ. Γ., 24) Ν. Μ., 25) Ε. Λ., 26) Α. Π., 27) Ν. Σ., 28) Σ. Χ., 29) Χ. Χ., 30) Μ. Δ., 31) Α. Τ., 32) Ν. Δ., 33) Π. Κ., 34) Κ. Κ., 35) Α. Ν., 36) Ε. Π., 37) Δ. Γ., 38) Μ. Κ., 39) Ν. Ρ., 40) Φ. Π., 41) Η. Α., 42) Ε. Τ., 43) Δ. Π., 44) Ε. Μ., 45) Νικολάου Α., 46) Χ. Π., 47) Β. Γ., 48) Χ. Σ., 49) Β. Β., 50) Λ. Κ., 51) Ν. Μ. . Οι υπό στοιχεία 15 και 40 αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπυρίδων και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Σ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 430/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/7/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 3/1/2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1-2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως και, αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. - Στην προκειμένη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες α) 8509/8-12-2011 και 10388/20-8-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου ... και β) 2777Β/8-8-2012 και 2778Β/8-8-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας ..., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για τις 14-2-2012, καθώς και της από 14-2-2012 κλήσεως προς συζήτηση, μετά από ματαίωση κατά τη δικάσιμο εκείνη, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27-11-2012), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους 15ο και 40ό των αναιρεσειόντων (Α. Τ. και Φ. Π., αντίστοιχα), με επιμέλεια των λοιπών ομοδίκων τους (αναιρεσειόντων). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου ούτε υπέβαλαν, κατά το άρθρ. 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση, που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η, κατά την ανωτέρω διάταξη, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό, του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή, να τη θεωρήσει ως άτυπη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους. Ο εργοδότης, όμως, μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως. Περαιτέρω, οι δευτερεύουσες απολαυές του προσωπικού του αναιρεσιβλήτου Ο.Σ.Ε. καθορίζονται από τον Κανονισμό Δευτερευουσών Απολαυών (Κ.Δ.Α.) του προσωπικού των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), ο οποίος κυρώθηκε με το διάταγμα της 22-11-1926 και δημοσιεύθηκε στο 26 τ. Α'/1926 Φ.Ε.Κ., όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 (τέταρτο μέρος) του Ν. 2671/1998 (σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", δηλαδή του ιδρυτικού νόμου του Ο.Σ.Ε., ο Ο.Σ.Ε. είναι καθολικός διάδοχος των Σ.Ε.Κ.). Στην παρ.2 εδ. β' του κεφ. VII της κατηγορίας Β (Αμοιβαί) του Κ.Δ.Α. οριζόταν, ότι επιτρέπεται στους Σ.Ε.Κ. να χορηγούν ημερήσια αμοιβή στους αρχιελιγμοδηγούς, ελιγμοδηγούς, αρχικλειδούχους και κλειδούχους που εργάζονται σε σταθμούς, οι οποίοι απαιτούν ελιγμούς μεγάλης εντάσεως και διαρκείας, η οποία (αμοιβή) κάθε φορά κανονίζεται ανάλογα με τις συνθήκες των ελιγμών και των εγκαταστάσεων που υπάρχουν για να τους διευκολύνουν. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 εδ. η' του Β.Δ. 532/72 "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί ιδρύσεως Ο.Σ.Ε. ισχυουσών διατάξεων", που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρ. 14 του Ν.Δ. 1116/1972 "το διοικητικόν συμβούλιον του Ο.Σ.Ε. καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του Ο.Σ.Ε., επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων, πλην των αφορωσών εις δευτερευούσας απολαυάς του προσωπικού, η περί καθορισμού των οποίων απόφασις αυτού εκτελείται μετά προηγουμένην έγκρισιν των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ναυτιλίας-Μεταφορών και Επικοινωνιών". Τα ίδια ορίζει το άρθρο 88 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Σ.Ε., που εκδόθηκε με βάση εξουσιοδότηση από το άρθρ. 12 παρ.2 του Ν.Δ. 674/1970, εγκρίθηκε με την 4748/1972 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ναυτιλίας-Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β' 827) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και κωδικοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 3285/1980 απόφαση του Δ.Σ./Ο.Σ.Ε., δυνάμει του άρθρου 25 της Φ/14263/402/22-4-1980 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β' 689/1980 και έχει ισχύ νόμου, ενώ στο άρθρο 89 παρ.2 του ΓΕ.ΚΑ.Π./Ο.Σ.Ε. ορίζεται, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Σ.Ε. μπορεί να αποφασίζει τη χορήγηση στο προσωπικό και άλλων επιδομάτων με τις προϋποθέσεις και τους όρους που θα καθορίζει το ίδιο. Επίσης, στο άρθρο 17 παρ.2 του Καταστατικού του Ο.Σ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με βάση το Ν. 2414/1996 (Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών με αριθ. 41342/4616/27-12-1996, ΦΕΚ 1168 τ. Β' της 27-12-1996), ορίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Σ.Ε. καθορίζει το εκάστοτε ισχύον μισθολογικό σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων, έχοντας και την αρμοδιότητα της διαπραγμάτευσης και υπογραφής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας με την πιο αντιπροσωπευτική οργάνωση του χώρου. Με το άρθρο 15 παρ.5 εδ. β' (τέταρτο μέρος) του Ν. 2671/1998, που ισχύει από 28-12-1998, ορίζεται ότι "το προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών και μόνο αυτό που εργάζεται σε συγκροτήματα που έχουν ελιγμούς μεγάλης έντασης και διάρκειας δικαιούται αμοιβή ελιγμών λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και των υφισταμένων εγκαταστάσεων, για διευκόλυνση των ελιγμών, καταργουμένης και αποκλειομένης κάθε άλλης ρύθμισης για το θέμα αυτό". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 2671/1998 και του άρθρου 15 αυτού, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Σ.Ε. δεν μπορεί να χορηγεί, ως οικειοθελή παροχή, το επίδομα ελιγμών και σε προσωπικό άλλο εκτός του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών, όταν το προσωπικό αυτό εκτελεί ελιγμούς όμοιους με εκείνους που εκτελεί το προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών και εργάζεται με τις ίδιες συνθήκες με αυτό, επίδομα το οποίο μπορούσε να χορηγεί, με βάση τις παραπάνω μνημονευθείσες διατάξεις, ως οικειοθελή παροχή και ότι, αν παύσει να χορηγεί το επίδομα αυτό μετά το Ν. 2671/1998, δεν μεταβάλλει βλαπτικά για τον μισθωτό τους όρους της συμβάσεως εργασίας, γιατί το δικαίωμα αυτό του παρέχεται από το νόμο, δηλαδή τη μεταγενέστερη των παραπάνω διατάξεων διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 2671/1998. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας (γενικής αρχής της ισότητας) αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, με την οποία προβλέπεται το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, ο οποίος επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους, που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει, όμως, η εν λόγω παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο. Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ακόμη, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 Α.Κ. και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., επιβάλλει ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, συνακόλουθα δε παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη του την παροχή, την οποία καταβάλλει οικειοθελώς (βάσει συμβατικής ρυθμίσεως) σε άλλο εργαζόμενο, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη. Για την εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελών παροχών σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών, που δεν τις έλαβαν, διότι η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν μπορεί να αξιωθεί. - Επί του προκειμένου, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Οι ενάγοντες έχουν όλοι προσληφθεί προ πολλών ετών και μάλιστα προ του έτους 1989 από τους νόμιμους εκπροσώπους του εναγομένου, που διαδέχθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΣΕΚ", το οποίο μετατράπηκε στον "ΟΣΕ" και υπηρετούν συνεχώς μέχρι σήμερα σαν μόνιμοι υπάλληλοι του αντιδίκου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ανήκουν στον Κλάδο Σταθμαρχών. Υπηρετούν δε στους Σταθμούς Βέροιας οι 6 πρώτοι, Βόλου οι επόμενοι 11, Αθηνών οι εν συνεχεία 5, Κυπαρισσίας οι επόμενοι 7, Δράμας οι εν συνεχεία 12, Λάρισας οι επόμενοι 9 και Τοξοτών οι 2 τελευταίοι. Με την υπ' αριθ. 154650/3-4-1989 εγκύκλιό της η Διοίκηση του εναγομένου όρισε ότι από την 1-4-1989 η ημερησία βασική αμοιβή (επίδομα ελιγμών), που προβλέπεται από τις διατάξεις του ΚΔΑ και καταβάλλεται στο προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών θα καταβάλλεται και στο προσωπικό του κλάδου Σταθμαρχών με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, στις παρακάτω περιπτώσεις: α) Όταν το προσωπικό του Κλάδου Σταθμαρχών, λόγω έλλειψης του εκ των κανονισμών υπευθύνου προσωπικού κλάδου προσωπικού ελιγμών, έχει την ευθύνη διεύθυνσης των ελιγμών και β) όταν το προσωπικό του κλάδου σταθμαρχών χειρίζεται αλλαγές αιχμών με το σύστημα τηλεχειρισμού. Οι ενάγοντες ελάμβαναν το επίδομα αυτό από τις 1-4-1989 μέχρι 31-12-1998 ... η Διοίκηση του εναγομένου έπαυσε τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος, καθώς και τον συνυπολογισμό του στα επιδόματα εορτών, αδείας κλπ. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 195492/19-4-2000 απόφαση του ΟΣΕ οι ενάγοντες εργάζονται σαν σταθμάρχες σε σταθμούς, όπου και εκεί γίνονται ελιγμοί, υπάγονται δε στην κατηγορία ΙΙ ...". Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε το Ειρηνοδικείο, ότι η πιο πάνω απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ήτοι να δοθεί το επίδικο επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1989 έως το 1998, ουδέποτε εγκρίθηκε από τους αρμόδιους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Ναυτιλίας-Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, "εντάχθηκαν σε κάποιο συγκεκριμένο σύστημα τηλεχειρισμού ή έκαναν κάποια σεμινάρια ή με κάποιο τρόπο εντάχθηκαν στην κατηγορία των εργαζομένων του εναγομένου, που πράγματι, λόγω της ποιότητας και της ποσότητας των ελιγμών που πραγματοποιούν καθημερινά, εντάσσονται στη κατηγορία εκείνων που δικαιούνται το επίδομα αυτό", κατέληξε στην κρίση, ότι "δεν πρόκειται για βλαπτική μεταβολή και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης". Με τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κύρια βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, ανηκόντων στον κλάδο των σταθμαρχών υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου Ο.Σ.Ε., περί καταβολής σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2000 του επιδόματος ελιγμών με βάση την εργασιακή τους σύμβαση και ως προς τις δύο νομικές της βάσεις, που θεμελιώνονται σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως αυτής και σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ. (που καθιερώνουν την υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή μισθού στον εργαζόμενο για την υπ' αυτού παρεχόμενη εργασία), 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920 (με την οποία ορίζεται, ότι στην έννοια των τακτικών αποδοχών εμπίπτει κάθε παροχή που δίδεται αντί μισθού), 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 (περί υπολογισμού της αποζημιώσεως μισθωτού, σε περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως) ούτε τις προμνημονευόμενες διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920, 4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, του Ν. 2671/1998, του άρ. 15 του ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ και του Β.Δ. 532/1972, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διακοπή του επίδικου επιδόματος, που μπορούσε να χορηγείται στους σταθμάρχες του αναιρεσιβλήτου πριν από το Ν. 2671/1998, ως οικειοθελής παροχή, αφενός μεν δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής τους συμβάσεως υπό την ισχύ του νόμου τούτου, διότι με το άρθρο 15 αυτού (Ν. 2671/1998) το εν λόγω δικαίωμα παρέχεται από το νόμο στον αναιρεσίβλητο εργοδότη, αφετέρου δε τυχόν χορήγηση τέτοιου είδους παροχής σε άλλους συναδέλφους τους της ίδιας κατηγορίας δεν είναι νόμιμη, οπότε δεν θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, εφόσον ισότητα στην παρανομία δεν νοείται ούτε μπορεί να αξιωθεί. Συνεπώς, και οι τρεις λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος τους, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους, ενιαίως κρινόμενους κατά τούτο, προβάλλεται ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την κατ' ουσίαν απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής (από την εργασιακή σύμβαση), είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ, 2) αν το Δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το Δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που απαριθμούνται περιοριστικά στο νόμο, αφού ρητά και με σαφήνεια ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους στο ανωτέρω άρθρο λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου τούτου (560 Κ.Πολ.Δ.) είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναιρέσεως κατά των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των υπόλοιπων Δικαστηρίων. Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1, καθώς και από το ουσιαστικά ταυτιζόμενο με αυτό άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη με βάση τον οικείο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής αυτής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος, ως μη νόμιμου, συνιστά ή όχι παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 28/1998). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη. - Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στο αναιρετήριο, ότι με την από 24-7-2003 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν, ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πριν από το έτος 1989 και εργάζονται έκτοτε στον αναιρεσίβλητο Οργανισμό ανήκοντες στον κλάδο των σταθμαρχών, καθώς και ότι με βάση την αναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ. του τελευταίου τους χορηγήθηκε από 1-4-1989 το επίδομα ελιγμών, που μέχρι τότε εχορηγείτο στους υπαλλήλους που ανήκαν στον κλάδο προσωπικού ελιγμών, πλην όμως από 1-1-1999 το αναιρεσίβλητο έπαυσε παράνομα την χορήγηση προς αυτούς του εν λόγω επιδόματος και τον συνυπολογισμό του στα δώρα εορτών, άδεια, επίδομα αδείας και στην προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και νυχτερινή εργασία, ενώ από 1-5-1999 το επαναχορήγησε μόνο στο προσωπικό του κλάδου σταθμαρχών που εργάζεται στα αναφερόμενα τηλεχειριστήρια και στο σταθμό Οινόης, ζήτησαν δε, επικαλούμενοι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής τους συμβάσεως και παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας της αμοιβής, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 2.873,09 ευρώ, νομιμοτόκως, ως επίδομα ελιγμών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 έως 31-3-2000, κυρίως μεν με βάση την εργασιακή τους σύμβαση, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν τις παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, με βάση τις οποίες το Ειρηνοδικείο απέρριψε την πιο πάνω αγωγή, ως μη νόμιμη σε σχέση με τις δύο επικουρικές της βάσεις (από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό) και, ως ουσιαστικά αβάσιμη σε σχέση με την κύρια βάση της (από την εργασιακή σύμβαση), με τους τρεις λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενους ως προς το δεύτερο σκέλος τους, αποδίδουν σ' αυτήν πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενοι εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 3 παρ.2 και 7 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955, 2, 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 3, 25 του Συντάγματος, του Ν. 2671/1998, άρ. 15 του ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ και του Β.Δ 532/1972, 104-106 Εισ.Ν.Α.Κ., 93 παρ.4, 1 παρ.1 και3, 35, 43 παρ.1, 50, 78 παρ.1, 82 παρ.1 και 2, 94, 95, 120 παρ.2, 20 παρ.1 και 17 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, 6 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), 2 παρ.1 και 2, 14 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2642/97), 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/74), 904 επ. Α.Κ. σε συνδ. με 937, 938 και 297, 298 Α.Κ., με την αιτίαση ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) περιέχει ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τόσο κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή τους, ως ουσιαστικά αβάσιμη (παράπονο που διατυπώνεται και με τους τρεις λόγους αναιρέσεως), όσο και κατά το μέρος που απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη (παράπονο που διατυπώνεται με τους δεύτερο και τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως), ενώ, επί πλέον, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής τους, ως νομικά αβάσιμης σε σχέση με τις δύο επικουρικές της βάσεις. Οι τρεις λόγοι της αναιρέσεως, ως προς το μέρος που ψέγεται με αυτούς η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου για εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα για την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, κατά της ανωτέρω αποφάσεως δεν επιτρέπεται να προβληθεί τέτοιος λόγος αναιρέσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 του παραπάνω Κώδικα, το οποίο έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικαίου (κατά το μέρος που προβάλλεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως) δεν ιδρύεται, όταν η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, όπως επί του προκειμένου σε σχέση με τις επικουρικές της βάσεις, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ουσιαστική κρίση και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας επ' αυτής. Κατά τα λοιπά, όπως προεκτέθηκε, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προεκτεθείσα πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., σε σχέση με την απόρριψη, ως μη νόμιμων, των δύο επικουρικών βάσεων της αγωγής (από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό), Δεν αναφέρεται, όμως, στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, όσον αφορά τα κεφάλαια αυτής, που κρίθηκαν μη νόμιμα, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση τούτων και τη στήριξη των επικουρικών αγωγικών αιτημάτων τους, που επίσης δεν εξειδικεύονται σε σχέση με τον καθένα από αυτούς, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η κρίση του Ειρηνοδικείου, ως προς τα νομικά αβάσιμα κεφάλαια της αγωγής, συνιστά ή όχι παραβίαση των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν αρκούν ούτε η αναφορά στο αναιρετήριο περί του ότι το επίδικο επίδομα ζητήθηκε επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ούτε οι διαλαμβανόμενες σ' αυτό παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και νομικές σκέψεις υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων για τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, διατάξεις νόμων και νομολογία δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, οι δύο τελευταίοι λόγοι της αναιρέσεως, ως προς το άνω μέρος τους, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, η οποία δεν επιτρέπεται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, εκτός της αιτήσεως αναιρέσεως, διαδικαστικά έγγραφα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-7-2008 αίτηση των Σ. Τ. κλπ, για αναίρεση της 430/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ