Αριθμός 638/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Αναγνωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις στις 4/3/2013. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", πρώην "ΦΟΙΝΙΞ-METROLIFE-EMPORIKH A.E.A.E.", ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις στις 4/2/2013. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2270/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6476/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 22/1/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 769/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 6476/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1775/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 14/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά και ανελλιπώς. Συνεπώς, οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν χαρακτήρα μισθού. Έτσι δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να ανακαλέσει αυτές οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους. Εφόσον, όμως οι εν λόγω παροχές χορηγούνται από τον εργοδότη για ικανό διάστημα ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, τότε καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής των παροχών αυτών ως μισθού, οπότε ιδρύεται υποχρέωση του εργοδότη προς χορήγηση των παροχών αυτών, εκτός αν αυτός επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του νόμου 4055/2012, η ισχύς του οποίου άρχισε την 2α Απριλίου 2012 (άρθρο 113 Ν. 4055/2012 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. ), αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1,2,3,6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Με την αναίρεση της αποφάσεως κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή κ.λ.π. ). Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το Εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής ή ο Άρειος Πάγος, όταν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για δεύτερη φορά, δικάζει την ουσία της υποθέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, 581 παρ. 2 και 3 και 579 παρ.1, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος ( άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία ισχυριζόταν ότι με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικά (1/2/1998) ορισμένου χρόνου, στη συνέχεια (2/1/2001) αορίστου χρόνου και κατόπιν (5/5/2003) σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ότι στις 20/11/2004 η εναγομένη κατάγγειλε ακύρως, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, την ως άνω σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελούσε εξαρχής μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, γιατί κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και ότι οι αποδοχές του, με την τελευταία σύμβαση συμφωνήθηκαν σε 4.400 ευρώ το μήνα και του χορηγήθηκε εταιρική κάρτα για δαπάνες μέχρι 730 ευρώ το μήνα, 760 ευρώ ως έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως και συμφωνήθηκε ότι θα δικαιούται ετήσιο bonus, υπολογιζόμενο ημερολογιακώς για κάθε χρόνο, ανερχόμενο σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency και μόνο σε περίπτωση που τα πιο πάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν κατ' έτος το ποσό των 5, 2 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία κατά το έτος 2004 ανερχόταν στο ποσό των 15.000.000 ευρώ = 90.000 ευρώ/12 μήνες =13.390 ευρώ και με την οποία (αγωγή) ζητούσε, κατά την κύρια βάση της, α) να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει (μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό) το ποσό των 193.645 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, εκδόθηκε η 2270/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και κατ' αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους. Το Εφετείο, με την 6476/2008 απόφαση του δέχθηκε, εκτός των άλλων, ότι η συνδέουσα τον αναιρεσείοντα με την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης έννομη σχέση είναι, από της συνάψεως της αρχικής συμβάσεως (Σεπτέμβριο του 1991) μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 2004, οπότε καταγγέλθηκε χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως η σύμβαση εργασίας του, ήταν η της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος, κατά το χρόνο της απόλυσης του ανερχόταν στο ποσό των 4.400 ευρώ μηνιαίως, πλέον 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και 760 ευρώ για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως και συνολικά στο ποσό των 5.890 ευρώ μηνιαίως [ 5890 ευρώ Χ 11 μήνες, από 1/12/2004 έως 30/10/2005,= 64.790 ευρώ +5.890 ευρώ δώρο Χριστουγέννων 2004 + 2.945 ευρώ δώρο Πάσχα 2005 (5.890:2 ) + 5.890 ευρώ αποδοχές αδείας 2004 + 2945 ευρώ επίδομα αδείας 2004 και συνολικά 82.460 ευρώ], ενώ ως προς το bonus, για το οποίο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, στις 5/5/2003, ότι ο ενάγων θα δικαιούται ετήσιο bonus, υπολογιζόμενο ημερολογιακώς, για κάθε χρόνο και ανερχόμενο σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency και μόνον σε περίπτωση που τα πιο πάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν κατ' έτος το ποσό των 5, 2 εκατομμυρίων ευρώ, δέχθηκε, ότι "άλλες τακτικές παροχές της εναγομένης προς τον ενάγοντα που να συνυπολογίζονται στο μηνιαίο μισθό του (bonus) δεν αποδείχθηκαν". Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν και τις δύο εφέσεις και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, α) αναγνώρισε ότι η από 15/9/1991 "σύμβαση έργου", η από 1/2/1998 "σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου" και η από 5/5/2003 "σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών", αποτελούν μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ των διαδίκων, β) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 20/11/-2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, γ) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και δ) αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 32.460 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγων άσκησε την από 22/6/2009 αίτηση αναιρέσεως, η οποία συζητήθηκε στις 16/3/2010 και επί της οποίας εκδόθηκε η 769/-2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 6476 /2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ Συγκεκριμένα έγινε δεκτό ότι η απόφαση του Εφετείου στερείται νόμιμης βάσης γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο της απόλυσης του ελάμβανε μηνιαίο μισθό 4.400 ευρώ, πλέον 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και 780 ευρώ για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως και συνολικά 6.890 ευρώ μηνιαίως, και ότι άλλες τακτικές παροχές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, που να συνυπολογίζονται στο μηνιαίο μισθό του (bonus) δεν αποδείχθηκαν, "... δίχως μάλιστα να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία, δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτή αν κατά το έτος της απόλυσής του, με την παροχή της εργασίας του, εισπράχθηκαν ασφάλιστρα από πρωτοετή ατομικά ασφαλιστήρια ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency και το συνολικό ύψος αυτών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν ο αναιρεσείων δικαιούται ή όχι τη συμφωνηθείσα και σαφώς προσδιοριζόμενη στην αγωγή πρόσθετη παροχή (ετήσιο bonus ) και κατ' επέκταση αν πρέπει και κατά ποίο ποσό να συνυπολογισθεί αυτή για τον καθορισμό του ύψους των μισθών υπερημερίας και αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας και μάλιστα στο μηνιαίο συνολικό ποσό. Στη συνέχεια το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως προς το κεφάλαιο που αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου ότι "...όσον αφορά την πρόσθετη παροχή του bonus, που συμφωνήθηκε να λαμβάνει ο ενάγων, δυνάμει της από 5/5/2003 σύμβασης, η συμφωνία για καταβολή του bonus, όπως ορίζεται στη σύμβαση .., αφορούσε μόνο τα έτη 2003 και 2004. Για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ουδόλως προέκυψε ότι η εναγομένη αποποιήθηκε το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του (αφού δεν θα υπήρχε συμφωνία και μόνο οικειοθελώς η εναγομένη μπορούσε να καταβάλει αυτό) και επομένως δεν πιθανολογείται και ο ενάγων δεν δικαιούται τούτο για το έτος 2005. Άλλωστε και τα προηγούμενα χρόνια ο ενάγων είτε δεν λάμβανε παντελώς τούτο είτε το λάμβανε με διαφορετικές προϋποθέσεις .Έτσι η πρόσθετη αυτή παροχή την οποία λάμβανε ο ενάγων τα έτη 2003 και 2004 δεν προσαυξάνει τις αποδοχές του και αντίστοιχα τους δικαιούμενους μισθούς υπερημερίας για το έτος 2005. Αντίθετα προσαυξάνει τις αποδοχές του και τους μισθούς υπερημερίας για το έτος 2004, αφού κατά το έτος αυτό η εν λόγω παροχή αποτελούσε σταθερή και μόνιμη παροχή ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας, ως προς το οποίο είχε αναιρεθεί η 6476/2008 απόφαση του Εφετείου, καθώς και ως προς τη φύση της παροχής (bonus ), αφού δεν διευκρινίζεται αν κατά το χρόνο της απόλυσης του αναιρεσείοντος (2004) εισπράχθηκαν ασφάλιστρα από πρωτοετή ατομικά ασφαλιστήρια ζωής και σε καταφατική περίπτωση ποίο ήταν το ύψος αυτών, για να κριθεί, αν στις αποδοχές του αναιρεσείοντος θα πρέπει να συνυπολογισθεί και το bonus, προκειμένου να εξαχθεί το σύνολο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του και να προσδιορισθούν οι αποδοχές υπερημερίας. Επίσης, δέχεται ότι για το έτος 2004, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος (ο τελευταίος μήνας πριν από την απόλυση), η πρόσθετη αυτή παροχή (bonus) "... την οποία λάμβανε ο ενάγων τα έτη 2003 και 2004 δεν προσαυξάνει τις αποδοχές του και αντίστοιχα τους δικαιούμενους μισθούς υπερημερίας για το έτος 2005 Αντίθετα προσαυξάνει τις αποδοχές του και τους μισθούς υπερημερίας για το έτος 2004, αφού η εν λόγω παροχή αποτελούσε σταθερή και μόνιμη παροχή ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του ...". Δηλαδή, ενώ δέχεται ότι η παροχή αυτή ήταν σταθερή και μόνιμη κατά το έτος 2003 και 2004, στη συνέχεια δέχεται ότι η παροχή αυτή, για το έτος 2005, δεν είχε το χαρακτήρα της σταθερής και μόνιμης παροχής, χωρίς να αιτιολογείται πως απώλεσε το χαρακτήρα αυτό. Επίσης, ενώ δέχεται ότι η παροχή αυτή ήταν σταθερή και μόνιμη ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του (για τα έτη 2003 και 2004), οπότε είχε καταρτισθεί σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής της παροχής αυτής ως μισθού, και ως εκ τούτου μπορούσε να ανακληθεί αν ο εργοδότης του αναιρεσείοντος είχε επιφυλάξει ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της ανάκλησης της παροχής αυτής, δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για τη ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος της ανάκλησης εκ μέρους του εργοδότη της παροχής αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ .19 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιο, να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθούν οι λόγοι εφέσεως που αναφέρονται στο αναιρεθέν κεφάλαιο. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321 και 325 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων, ακόμη και οι άδικες και εσφαλμένες, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται στη νέα δίκη με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ αιτιάται το Εφετείο ότι παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την 6476/ 2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ότι "η από 15/9/1991 σύμβαση έργου, η από 1/2/1998 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η από 5/5/2003 σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελούν μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", με το να δεχθεί ότι "συμφωνία για το bonus, όπως ορίζεται στην τιτλοφορούμενη ως "σύμβαση μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών", κατά τα άνω αναφερόμενα αφορούσε μόνο τα έτη 2003 και 2004", διότι επί του ζητήματος του ορισμένου ή του αορίστου χρόνου της διάρκειας της συμβάσεως που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη και "κατ' ακολουθίαν και των επιμέρους όρων της υφίσταται δεδικασμένο περί της αληθούς φύσεως και της από 5/5/2003 συμβάσεως "μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών" ορισμένου χρόνου". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου, παραβιάζοντας το δεδικασμένο που απέρρεε από την 6476/2008 απόφαση του Εφετείου, αλλά απλώς επανέλαβε τις παραδοχές της τελευταίας αποφάσεως ότι όλες οι συμβάσεις, από την αρχική (του 1991) μέχρι την τελευταία (του 2003) αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επίσης δεν παραβιάσθηκε το δεδικασμένο για τους όρους της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και ειδικότερα για τις προϋποθέσεις απόληψης bonus από τον αναιρεσείοντα, ο δε χρονικός προσδιορισμός γίνεται για το λόγο ότι η καταβολή bonus δεν προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση (του 1991) αλλά το πρώτον προβλέφθηκε με την από 2/1/2001 συμφωνία των διαδίκων, η οποία τροποποιήθηκε με την από 5/5/2003 όμοια, η δε επανάληψη των παραδοχών της 6476/2008 αποφάσεως του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει ως προς το ζήτημα αυτό στο ίδιο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή για το έτος 2005 ο αναιρεσείων δεν δικαιούται bonus. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 εδ. β', 270 παρ. 1 εδ. ε' και 271 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους από το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 3043/2002 η πρώτη και 12 και 13 του Ν. 2915/2001 οι λοιπές, προκύπτει ότι εάν ο διάδικος που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αντίδικο του, εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως πλην όμως δεν παραστάθηκε σε αυτή κανονικά, περίπτωση που συντρέχει και όταν αυτός δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις, όπου ο νόμος επιβάλλει την κατάθεση τους, όπως συμβαίνει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δ.(άρθρα 524 παρ. 1 εδ. β' σε συνδυασμό με άρθρο 666 Κ.Πολ.Δ) δικάζεται ερήμην, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι ως άνω (εκπρόθεσμες) προτάσεις του (πλασματική ερημοδικία), οι δε περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί του δεν αποτελούν υλικό της δίκης, όπως επίσης δεν αποτελούν αποδεικτικό υλικό τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις εκπρόθεσμες προτάσεις .Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. 2 περ. β' Κ.Πολ.Δ, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά, οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο και κατά το άρθρο 570 παρ 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, στην αναιρετική διαδικασία οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ που ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από τη απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, προκύπτει ότι αν αναιρέθηκε η απόφαση καταργείται η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και κατά συνέπεια οι κατ' αυτήν υποβληθείσες προτάσεις συνακυρώνονται και δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο που δικάζει εκ νέου την υπόθεση και απαιτείται η υποβολή νέων εμπρόθεσμων προτάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για την έρευνα των λόγων εφέσεως και των λόγων του πρόσθετου δικογράφου εφέσεως του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αφορούν το αναιρεθέν κεφάλαιο και οι οποίοι δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ.) ο ενάγων και ήδη εκκαλών υποχρεούτο να καταθέσει προτάσεις στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Όμως από την επισημείωση του γραμματέα του δικαστηρίου, στο τέλος των προτάσεων ("σημείωμα") του εκκαλούντος, προκύπτει ότι οι προτάσεις του κατατέθηκαν όχι στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη δικάσιμο της 26/2/2013 αλλά μετ' αυτή και συγκεκριμένα στις 4/3/2013, δηλαδή την τελευταία ημέρα που δόθηκε από το δικαστήριο ως προθεσμία για προσθήκη και αντίκρουση και συνεπώς οι προτάσεις αυτές ως εκπρόθεσμες δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, για την κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως (ως προς τους λόγους εφέσεως και τους πρόσθετους λόγους που αφορούν το αναιρεθέν κεφάλαιο, καθώς και για τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται με αυτές ότι προσκομίζει), ενώ οι κατατεθείσες κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής προτάσεις του εκκαλούντος δεν λαμβάνονται υπόψη γιατί συνακυρώθηκαν, και ως εκ τούτου ο εκκαλών είναι δικονομικά απών. Εφόσον λοιπόν, ο εκκαλών είναι δικονομικά απών θα πρέπει να ερευνηθεί, αν αυτός (εκκαλών ), ο οποίος εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση αλλά δεν παραστάθηκε σε αυτή κανονικά, επισπεύδει τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν προκύπτει ποίος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο να προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα. Συνεπώς θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως (και των πρόσθετων λόγων εφέσεως) του εκκαλούντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 1775/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς κατ' ουσίαν εκδίκαση. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων εφέσεως του εκκαλούντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ