Αριθμός 724/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχάλη Κατσουλάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και την από 27-12-2012 προσθήκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Φίλιππο Ανδρέου και κατέθεσε προτάσεις καθώς και προσθήκη- αντίκρουση, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Σαμαρά και δεν κατέθεσε προτάσεις 2. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καλύπτον ανασφάλιστο όχημα, 3. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπεισελθόντος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ως ειδικός διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, και 4. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπεισελθόντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ως ειδικός διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ". Οι 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 324/9-9-2005 και 363/7-10-2005 αγωγές του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και τις 394/31-10-2005 και 406/8-11-2005 παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 10-5-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 22-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρ. 564 § 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 § § 1, 2 του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση αν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή. Αντίθετη ερμηνεία δεν βρίσκει στήριγμα ούτε στη διατύπωση του άρθρου 570 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο", διότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα της συνδρομής του εμπρόθεσμου της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της (Ολ.ΑΠ 850/1981, ΑΠ 199/2011). Παρέπεται, ότι αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της άνω προϋπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να είναι απαραίτητο το από αυτή απαράδεκτο να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, για την έναρξη και διαδρομή της γνήσιας αυτής προθεσμίας των τριάντα ημερών, απαιτείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις περί επίδοσης διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. και δεν έχει σημασία η τυχόν γνώση της δημοσίευσης της απόφασης και του περιεχομένου της, από τον δικαιούμενο να ασκήσει αναίρεση (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 980/1997). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 120 του Κ.Πολ.Δ., η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και επικαλείται την ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επίδοσης τελεσίδικης απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της αναίρεσης ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της (Ολομ.ΑΠ 3/2007, ΑΠ 1750/2009). Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία) είναι η πάταξη της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης (ΑΠ 1553/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Χ. Ζ. του Μ. υπ' αριθμ. 5198/16.3.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ... προκύπτει, ότι, ακριβές αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 66/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία του ήδη αναιρεσείοντος Ν. Κ. και του προαναφερόμενου αναιρεσίβλητου, επιδόθηκε, στις 16.3.2012, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου αυτού, στην κείμενη στο ... κατοικία του αναιρεσείοντος, και λόγω του ότι αυτός δεν βρέθηκε εκεί παρέλαβε αυτήν η σύζυγός του, η οποία και υπογράφει ως παραλαβούσα την εν λόγω έκθεση επίδοσης (άρθρ. 126 § 1 εδ. α', 127 § 1, 128 § § 1, 2, 3 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης, η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας στις 10.5.2012 (αριθμ. κατ. 34/10.5.2012), ήτοι μετά την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 564 § 1 του Κ.Πολ.Δ. προθεσμία των τριάντα ημερών από την κατά τα άνω επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ήδη δε ο αναιρεσείων, προς απόκρουση της παραδεκτώς, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις, προβαλλόμενης από τον παραπάνω πρώτο των αναιρεσιβλήτων ένστασης απαραδέκτου, ως εκπρόθεσμης, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην φερόμενη ως διεύθυνση κατοικίας του στο ..., είναι άκυρη, διότι αυτός από τις 10.11.2011 κατοικεί πραγματικά και μόνιμα στο εξωτερικό και ειδικότερα στην πόλη ... (οδός .../πολυκατοικία υπ' αριθμ. 215, 5ος όροφος, 13ο διαμέρισμα) και δεν έλαβε γνώση της επίδοσης αυτής παρά μόνο στις 4.5.2012 όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα προκειμένου να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα κατά τις βουλευτικές εκλογές της 6.5.2012 και τούτο διότι με την κατοικούσα στην ευρισκόμενη στο ... σύζυγό του Μ. Τ. βρίσκονται σε διάσταση και δεν τον είχε ενημερώσει για την επίδοση αυτή. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά την διαδικαστική πορεία της δίκης που ανοίχθηκε με τις από 9.9.2005 και 7.10.2005 αγωγές του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και σε όλα τα κατατεθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα διαδικαστικά έγγραφα μέχρι και τις 16.9.2011 (προτάσεις κατά την συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο, έφεση αυτού κατά της οριστικής απόφασης, προτάσεις στην κατ' έφεση δίκη, αντέφεση δια των προτάσεων και από 13.9.2011 κλήση αυτού προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων ενόψει της συζήτησης των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων στο Εφετείο) ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του εκείνη στο ... . Το πρώτον δε αυτός με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης σημειώνει ως διεύθυνση κατοικίας του εκείνη στη Βουλγαρία. Η αναγραφή, όμως, της ως άνω διεύθυνσης κατοικίας του στη Βουλγαρία δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της επίδοσης της πληττόμενης εφετειακής απόφασης στο ..., όπου κατοικούσε με την φερομένη ως τελούσα σε διάσταση με αυτόν σύζυγό του τουλάχιστον μέχρι τις 16.9.2011 (ημερομηνία προτάσεων - πρόσθετων λόγων έφεσης και προτάσεων - αντέφεσης ενώπιον του εκδόσαντος την πληττόμενη απόφαση Εφετείου Λάρισας, στην οποία μάλιστα αναγράφεται ως διεύθυνσή του εκείνη στο ...), εφόσον αυτός δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος γνώριζε την νέα διεύθυνση της κατοικίας του κατά τον χρόνο της επίδοσης , ή ότι ο ίδιος είχε προηγουμένως γνωστοποιήσει σ' αυτόν την μεταβολή της. Συνεπώς, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στη διεύθυνση της οικίας του αναιρεσείοντος στο ..., στην οποία έγιναν όλες οι προηγούμενες επιδόσεις των διαδικαστικών εγγράφων της συγκεκριμένης δίκης, δεν ήταν άκυρη. Συνακόλουθα η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα και για το λόγο αυτό πρέπει, κατ' αποδοχή της ένστασης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αλλά και κατ' έλεγχο αυτεπαγγέλτως γενόμενο, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον πρώτο των απλών ομοδίκων - αναιρεσιβλήτων, με παραγγελία του οποίου και μόνον επιδόθηκε προς τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέρ του οποίου και ενεργεί, όχι όμως και όσον αφορά και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους είναι εμπρόθεσμη, γιατί ασκήθηκε πριν από κάθε επίδοση.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1702/2011), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, αποδίδεται στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι μολονότι έκρινε τον αναιρεσείοντα ως αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος και τον υποχρέωσε σε καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εντούτοις έχει ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το στοιχείο της αμέλειας, αφού δεν του αποδίδει ευθέως αμέλεια, ούτε έλλειψη επιμέλειας ως οδηγού, την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός του οικείου επαγγελματικού κλάδου. Ο λόγος αυτός, προσιδιάζων στην περίπτωση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι σε εκείνον του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει η ύπαρξη σαφούς και πλήρους αιτιολογίας ως προς την στοιχειοθέτηση της αμέλειας του αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα δε το Εφετείο, μετά από παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και τα οποία έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, κατέληξε στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο αναιρεσείων "... καθόσον από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση, έχοντας τον πλήρη έλεγχο στο όχημά του ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, και εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού όταν το αυτοκίνητο του ενάγοντα (σημείωση: εννοεί τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Χ. Ζ.) βρισκόταν σε μικρή απόσταση, με συνέπεια να παρεμβληθεί στον άξονα της πορείας του, προκαλώντας το επίδικο ατύχημα. Ο ενάγων ουδόλως συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος διότι ...". Γίνεται δηλαδή στην εφετειακή απόφαση σαφής λόγος για έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, η οποία και οδήγησε στην πρόκληση του ατυχήματος και ουδεμία συνέτρεχε ανάγκη προς περαιτέρω εξειδίκευση αυτής (αμέλειας του αναιρεσείοντος).- Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η ομοίως επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. τείνουσα να θεμελιωθεί πλημμέλεια της ύπαρξης ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα επί εκείνων α) της ταχύτητας του οχήματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, β) της σφοδρότητας της σύγκρουσης, γ) του δεκτού γενομένου από αυτήν (εφετειακή απόφαση) ότι ο αναιρεσείων οδηγώντας το όχημά του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο κινείτο το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου, πράγμα (είσοδος του οχήματος του αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) το οποίο και δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτό με βάση τα από αυτόν (αναιρεσείοντα) προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και την έλλειψη, αντίστοιχα, αποδεικτικών στοιχείων δικαιολογούντων την τοιαύτη παραδοχή και δ) της παραδοχής του Εφετείου ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση του οχήματός του με εκείνο του αναιρεσείοντος. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως προς άπαντα τα ως άνω υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' σκέλη του, πρωταρχικά ως απαράδεκτος, διότι με αυτά πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου εκείνου και σε κάθε περίπτωση και ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της εφετειακής απόφασης προκύπτει η ως προς άπαντα τα ζητήματα αυτά ύπαρξη πλήρων, σαφών και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογιών. Ειδικότερα δε από την επισκόπηση της πληττόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετά τις παραδοχές της ότι ο ήδη αναιρεσείων Ν. Κ. οδηγούσε επί της ΕΟ Λάρισας - Βόλου, με κατεύθυνση προς Βόλο, το άνευ αριθμού κυκλοφορίας μηχάνημα έργων (γεωτρύπανο), εργοστασίου κατασκευής MERCEDES 2623, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία του, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια χειριστή μηχανήματος έργων και χωρίς να έχει ασφαλισμένο τούτο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του, δέχθηκε επί των ανωτέρω ζητημάτων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, και τα ακόλουθα: "Όταν ο Ν. Κ. έφθασε στην 23 + 000 χιλιομετρική θέση της άνω οδού, προτιθέμενος να πραγματοποιήσει στροφή προς τα δεξιά και να εισέλθει σε παρακείμενο της οδού χώρο στάθμευσης μηχανημάτων έργου, ιδιοκτησίας του, κινήθηκε προηγουμένως προς τα αριστερά, επιχειρώντας στροφή ανοικτή με ελιγμό από αριστερά προς τα δεξιά, προκειμένου να εισέλθει ευχερέστερα στο χώρο στάθμευσης, λόγω του μεγάλου όγκου του οχήματος που οδηγούσε και της στενότητας του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του προς Βόλο. Κατά την προσπάθειά του, όμως, να εκτελέσει τον άνω ελιγμό προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς Λάρισα και κατέλαβε με το όχημά του τμήμα αυτού, πλάτους περί το 1,5μ. από τη διαχωριστική των δύο ρευμάτων της οδού γραμμή, τη στιγμή που το αυτοκίνητο του ενάγοντος (σημείωση: εννοεί τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Χ. Ζ.) βρισκόταν σε απόσταση μόλις 20μ. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στον άξονα της πορείας του ενάγοντος και να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα στο ρεύμα κυκλοφορίας τούτο, ήτοι το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς Λάρισα ... Πιο συγκεκριμένα, ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος την αιφνίδια είσοδο του μηχανήματος έργων του εναγομένου στο ρεύμα πορείας του επιχείρησε να το αποφύγει, πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα δεξιά. Δεν κατέστη, όμως, τούτο εφικτό, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του μηχανήματος έργων του άνω εναγομένου και στη συνέχεια να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά σε παρακείμενο της οδού αγρό, όπου κατέληξε εκτρεπόμενο της πορείας του και το μηχάνημα έργων, λόγω θραύσης από τη σύγκρουση του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού και του αριστερού άξονα διευθύνσεώς του. Κατόπιν τούτων, αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως ήταν ο πρώτος των εναγομένων, καθόσον ο ενάγων ουδόλως συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος διότι εκινείτο, όπως προεκτέθηκε, κανονικά και με επιτρεπόμενη ταχύτητα 60 - 70 χ/ω, την οποία δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση να μειώσει, δεν μπόρεσε δε να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του οχήματος του εναγομένου στον άξονα της πορείας του". Ουδεμία λοιπόν ασάφεια, έλλειψη ή αντίφαση υπάρχει ως προς τα προαναφερόμενα ζητήματα σ' αυτή (εφετειακή απόφαση) και έτσι καθίσταται εφικτός ο από το Δικαστήριο τούτο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Για τούτο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος κατ' ουσία.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 8, 106, 335 και 338 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τα δύο πρώτα σκέλη του τρίτου λόγου της αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος, με το πρώτο σκέλος του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε για να αποδείξει την βασιμότητα του πρωτοδίκως και κατ' έφεση προταθέντος ισχυρισμού του για αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος πρώτου αναιρεσίβλητου και ειδικότερα α) την υπ' αριθμ. 2143/6.10.2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος του τραυματισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου και β) τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος από τις οποίες προκύπτει ότι τα λάδια και τα υγρά φρένων του οχήματός του (αναιρεσείοντος) είχαν εκχυθεί στο ρεύμα πορείας του οχήματός του (από Λάρισα προς Βόλο) και όχι στο ρεύμα πορείας του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου (από Βόλο προς Λάρισα), και με το δεύτερο σκέλος του ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα α) την σφοδρότητα της σύγκρουσης των οχημάτων εξαιτίας της οποίας το όχημα του αναιρεσείοντος, βάρους 30 τόνων, έχασε τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του και εξετράπη της πορείας του, καταλήγοντας εντός παρακειμένου αγρού, με πορεία εντελώς διαφορετική από εκείνη που είχε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, β) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να διέλθει με το όχημά του από το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος του προς Λάρισα ρεύματος πορείας το οποίο ακολουθούσε και να αποφύγει την σύγκρουση και γ) ότι με βάση τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης σχετικά με την ταχύτητα του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου και της απόστασης από την οποία αντιλήφθηκε αυτός το όχημα του αναιρεσείοντος, είχε στη διάθεσή του χρόνο ενός δευτερολέπτου και είκοσι δεκάτων του δευτερολέπτου για να αντιδράσει και να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, που θεμελιώνεται στο άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, που θεμελιώνεται στο άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συλλογισμούς και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, με το τρίτο σκέλος του ίδιου αυτού λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι α) απέρριψε τον ισχυρισμό του περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του "χωρίς να ερευνήσει και να συγκρίνει τα αποτελέσματα της σύγκρουσης στον συνεπιβαίνοντα στο ΕΙΧ αυτοκίνητο του ενάγοντος (σημ.: εννοεί τον συνεπιβάτη Ε. Μ., ο οποίος ρητά μνημονεύεται στην απόφαση) ο οποίος έκαμε χρήση της ζώνης ασφαλείας, με τα αποτελέσματα της σύγκρουσης στον ενάγοντα και χωρίς να σταθμίσει την σοβαρότητα της παράβασης του ενάγοντος που συνιστά αυτοτελή ένσταση συνυπαιτιότητός του και β) απέρριψε το αίτημά του περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης επί του πρώτου αναιρεσίβλητου προκειμένου να διακριβωθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του τελευταίου περί μονίμου αναπηρίας του, οφειλόμενης στο ένδικο ατύχημα. Ο ερευνόμενος αυτός λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, που τείνει να θεμελιωθεί ως προς την υπό στοιχείο α' αιτίαση επί του αριθμ. 8 εδάφ. β' και ως προς την υπό στοιχείο β' επί του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του. Ειδικότερα δε ως προς την πρώτη διότι η φερομένη ως παραλειφθείσα σύγκριση δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου αλλά επιχείρημα και συλλογισμό του αναιρεσείοντος υπέρ της αποδοχής της ένστασης συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσίβλητου στην έκταση της βλάβης της υγείας του (η οποία μάλιστα ένσταση έγινε δεκτή και κρίθηκε ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος συνυπαίτος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20%) και ως προς την δεύτερη διότι η διάταξη, ή η συμπλήρωση πραγματογνωμοσύνης, ή η επανάληψη αυτής, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.- Από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει, ότι, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ύψος της επιδικασθείσας στον πρώτο αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τόσο το συντρέχον πταίσμα του τελευταίου αυτού στην επέλευση του τραυματισμού του, όσο και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, την οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύει περαιτέρω, αρκούντως του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο μεν αναιρεσίβλητος είναι τεχνίτης οικοδομικών έργων, ασχολούμενος με επενδύσεις εσωτερικών και εξωτερικών χώρων κτιρίων, ο δε αναιρεσείων τουλάχιστον χειριστής βαρέως μηχανήματος (γεωτρύπανο). Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα παραπάνω γεγονότα που επηρεάζουν αυτό και ότι έτσι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 300 ΑΚ (άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά την κρίση του ότι το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα μηχάνημα έργων ήταν ανασφάλιστο, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι τα βαρέα μηχανήματα ασφαλίζονται μόνο για μικρό χρονικό διάστημα και μόνο για τις αναγκαίες μετακινήσεις τους, καθόσον κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, εκτελώντας έργο, είναι καθηλωμένα και σταθμευμένα στο χώρο εργασίας τους. Ο λόγος αυτός, θεμελιούμενος επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, το μεν διότι για την συγκρότηση της έννοιας του υποκειμένου σε ασφάλιση αυτοκινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 489/1976, δεν έχει σημασία ούτε ο αριθμός των τροχών που διαθέτει (δίτροχο, τρίτροχο τετράτροχο κλπ), αλλά ούτε και ο προορισμός του (ταξί, λεωφορείο, φορτηγό, γεωργικό μηχάνημα, μηχάνημα έργων), το δε διότι και το μηχάνημα έργων κυκλοφορεί και κατά την κυκλοφορία του αρχίζει για τους τρίτους η δυνατότητα πρόκλησης ζημιών.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτά ειδικότερα καθορίζονται στο διατακτικό, οι οποίοι έχουν καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), σημειουμένου ότι όσον αφορά το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο παραστάθηκε α) ως καλύπτον ανασφάλιστο όχημα και β) ως υπεισελθόν στη δικονομική θέση των αρχικών διαδίκων ασφαλιστικών εταιριών με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Α.Ε." και " ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α." (GENERAL UNION), των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, μία υπέρ αυτού θα επιδικασθεί δικαστική δαπάνη για όλες τις προαναφερόμενες ιδιότητές του υπό τις οποίες παραστάθηκε, ως εκπροσωπηθέντος υπό ενός και του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου, καταθέσαντος ενιαίες προτάσεις.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, υπό τις εις το σκεπτικό διακρίσεις, την από 10.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 34/2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας (ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων).- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει για τον καθένα από αυτούς στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ).- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ