Αριθμός 2257/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ & ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ" που εδρεύει στη Λιβαδειά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Τσάγκα και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Γ., έως και 22) Α. Κ. του Γ., κατοίκων ... . Ο υπό στοιχείο 18 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 3/9/2012 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 46/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς ως προς τον 18ο των αναιρεσιβλήτων. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/9/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης της ΔΕΥΑ Λιβαδειάς, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2012 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το αναιρεσείον, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που έγινε στο ακροατήριο, πριν τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζήτησης, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης του έναντι του εκ των αναιρεσιβλήτων και απολειπομένου Σ. Π.. Πρέπει, επομένως και κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ. Δικ., να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε αυτή (αίτηση) έναντι του εν λόγω αναιρεσιβλήτου. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου^ αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ" αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1069/1980 "Για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας ...", δύνανται να συνιστώνται κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ... ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ή Δήμους και Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Εξάλλου, με το όρθρο 5 παρ. 3 του ν. 2685/1999 διατηρήθηκαν σε ισχύ ειδικές διατάξεις με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακινήσεως σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εντός έδρας και ορίστηκε επιπλέον, ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού τα εν λόγω έξοδα μπορούν να αναπροσαρμόζονται και να επεκτείνονται από 1ης Ιανουαρίου 1998 σε υπαλλήλους του ιδίου Υπουργείου, που η φύση της εργασίας τους επιβάλλει συνεχείς μετακινήσεις εντός έδρας. Η εν λόγω παροχή, ως εφάπαξ αποζημίωση, ανερχόμενη σε 90.000 δρχ. για το έτος 1998 και σε 120000 δρχ. για το έτος 1999, καταβάλλεται στους υπαλλήλους των ΟΤΑ για την κάλυψη των δαπανών κινήσεως στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσεως της απασχολήσεως τους, ήδη από 1-4-1998, σύμφωνα την υπ' αριθμ. 2040222/4110/0022/19-6-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών. Αναπροσαρμόστηκε δε ακολούθως διαδοχικά με τις υπ" αριθ. 21548/0022/99, 2/83422/0032, 2/71516/0022, 1607/0022, 2/6771/0022, 2/3557/0022, και 2/50023/0022/3-10-2006 Κοινές Αποφάσεις των ιδίων πιο πάνω Υπουργών, σε 300.000 δρχ, από 1-7-1999, σε 396.000 δρχ. από 1-3-2000, σε 480.000 δρχ. από 1-1-2002, σε 112 ευρώ από 1-1-2002, σε 206 ευρώ απτ 1-1-2004, σε 238 ευρώ από 1-1-2005 έως 30-6-2005, σε 270 ευρώ από 1-7-2005 και σε 325 ευρώ από 1-7-2006 αντίστοιχα. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 70/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, δέχτηκε τα εξής: "Το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είναι δημοτική επιχείρηση, που έχει συσταθεί με την υπ' αριθ. 295/18-12.1980 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Λιβαδειάς, η οποία εγκρίθηκε με το υπ' αριθ. 937/19-8-1981 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 236/1981 τεύχος Α) για την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικών με την ύδρευση και αποχέτευση της Λιβαδειάς και αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ανωτέρω διατάγματος, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με κοινωφελή χαρακτήρα. Η Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λιβαδειάς (ΔΕΥΑΛ), που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1069/1980, δεν είναι ιδιωτική, αλλά επιχείρηση που ανήκει στο Δήμο Λιβαδειάς, κοινωφελούς χαρακτήρα και από ουσιαστικής απόψεως ανήκει στο δημόσιο τομέα. Οι ενάγοντες εργάζονται στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημερομηνία πρόσληψης τους και συνεχίζουν να εργάζονται μέχρι σήμερα και ειδικότερα: Ο πρώτος ενάγων εργάζεται ως οδηγός -χειριστής αποφρακτικού από 13.05.2002, ο δεύτερος ενάγων ως υδραυλικός από 08.07.1985" ο τρίτος ενάγων ως υπομηχανικός από 01.01.1996,0 τέταρτος ενάγων ως πολιτικός μηχανικός από 14.11.1996, η πέμπτη ενάγουσα ως τεχνικός -γραφέας από 10.5.1990, ο έκτος ενάγων ως αποθηκάριος από 11.07.1985, ο έβδομος ενάγων ως υδραυλικός από 11.07.1985, ο όγδοος ενάγων ως υδραυλικός από 21.06.1993, ο ένατος ενάγων ως ηλεκτρολόγος από 4-5-1987" ο δέκατος ενάγων ως οδηγός από 1.2.2001, ο ενδέκατος ενάγων ως εργάτης από 14.2.1989, ο δωδέκατος ενάγων ως εργοδηγός -χειριστής αποφρακτικού από 7.1.1985" ο δέκατος τρίτος ενάγων ως υπομηχανικός από 24-3-1997, ο δέκατος τέταρτος ενάγων ως ηλεκτρολόγος από 1.11.1994, ο δέκατος πέμπτος ενάγων ως υπάλληλος γραφείου από 17.12.1984, ο δέκατος έκτος ενάγων ως καταμετρητής από 16.12.2002, ο δέκατος έβδομος ενάγων ως υδραυλικός από 3.11.2003, ο δέκατος όγδοος ενάγων ως εργάτης από 12.1.2004, ο δέκατος ένατος ενάγων ως εργάτης από 13.6.2006, ο εικοστός ενάγων ως εργάτης από 4.5.2007, ο εικοστός πρώτος ενάγων ως εργάτης ύδρευσης - αποχέτευσης από 21.1.2008 και ο εικοστός δεύτερος ενάγων ως εργάτης βιολογικού καθαρισμού από 21.7.2008. Οι αποδοχές των ανωτέρω εργαζομένων ρυθμίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συγκεκριμένα για τις αποδοχές του προσωπικού ισχύουν: 1) Οι εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις των ΟΤΑ και 2) Η απόφαση 12074/7-9-1998 του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1042/Β της 6.10.1998 με την οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 7-7-1998 ΣΣΕ για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης όλης της χώρας. Στα πλαίσια και σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων οι ενάγοντες προσέφεραν και προσφέρουν την εργασία τους στο εναγόμενο ΝΠΙΔ έως σήμερα και δικαιούνται να λάβουν από το τελευταίο την προβλεπόμενη στην υπ' αριθμ. 2/54621/0022/22.7.1999 ΚΥΑ/ΦΕΚ 1558/Β/3.8.1999, με την οποία τροποποιήθηκε η υπ' αριθμ. 2040222/4110/0022/ 19.6.1998 ΚΥΑ ετήσια κατ' αποκοπή αποζημίωση εξόδων κίνησης των υπαλλήλων των ΟΤΑ, που ενσωματώθηκε στη ΣΣΕ 5.1.2000 ΠΟΠ - ΟΤΑ (άρθρο 5), της οποίας η καταβολή γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής τμηματικό στο τέλος κάθε μηνός, που ενσωματώθηκε στη ΣΣΕ 21.12.2000 (άρθρο 5) και η οποία τροποποιήθηκε ως προς τα ποσά:1) με την υπ' αριθμ. 2/648/0022/30.12.1999 ΚΥΑ, 2) με την υπ' αριθμ 2/83422/0022/5.12.2000 ΚΥΑ (ΦΕΚ 1491/Β/7.12.2000), που ενσωματώθηκε στη ΣΣΕ 21.12.2000 ΠΟΠ - ΟΤΑ (άρθρο 5) και εν συνεχεία: 1) με την υπ' αριθμ. 2/71516/12.12.2001 ΚΥΑ, 2) με την υπ' αριθμ. 2/31607/0022/17.6.2002 ΚΥΑ, 3) με την υπ' αριθμ. 2/6771/0022/5.2.2004 ΚΥΑ, 4) με την υπ' αριθμ. 2/35576/0022/13.7.2005 ΚΥΑ και 5) με την υπ' αριθμ. 2/50025/0022/3.10.2006 ΚΥΑ και η οποία ανέρχεται από 1.1.2008 και έπειτα σε 365 ευρώ το μήνα. Με τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του όσα έγιναν ερμηνευτικά δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με την οποία η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων που υπάγονται στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς από τη χορήγηση της ένδικης παροχής, η οποία αποτελεί μια γενική προσαύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων, αφού στις αναφερόμενες ΚΥΑ αποφάσεις δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ.1, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της και υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΙΔ να καταβάλει: 1) σε καθένα από τους ενάγοντες με αριθμό 1 έως και 20, για το χρονικό διάστημα από , 1.1.2008 έως 31.5.2009" το ποσό των 6.205 ευρώ (ήτοι 17 μήνες χ 365. ευρώ/μήνα = 6.205 ευρώ, 2) στον με αριθμό 21 ενάγοντα α) για το χρονικό διάστημα από 21.1.2008 έως 31.12.2008, το ποσό των 4.270,50 ευρώ (ήτοι 351 ημέρες χ 365 ευρώ/μήνα = 4.270,50 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2009, το ποσό των 1.825 ευρώ (ήτοι 5 μήνες χ 365 ευρώ/μήνα = 1.825 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 6.095 ευρώ (4.270 συν 1.825 = 6.095), 3) στον με αριθμό 22 ενάγοντα α) για το χρονικό διάστημα από 21.7.2008 έως 31.12.2008, το ποσό των 1.946,66 ευρώ (ήτοι 160 ημέρες χ 365 ευρώ/μήνα = 1.946,66 ευρώ), β) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2009, το ποσό των 1.825 ευρώ (ήτοι 5 μήνες χ 365 ευρώ/μήνα = 1825 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 3.771,66 ευρώ (1946,66 συν 1.825 = 3.771,66), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Με τις παραδοχές αυτές το πολυμελές πρωτοδικείο, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, με βάση την από το άρθρο 4 του Συντάγματος προβλεπόμενη αρχή της ισότητας και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, τα ως άνω χρηματικά ποσά. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο, ακολούθως, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), παραβίασε τη διάταξη 4 του Συντάγματος, καθώς και αυτές των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση, καθόσον αφορά την επίδικη παροχή, δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή (βλ. σχετ. Α.Π. 903/2013, 13/2013 και 1585/2010). Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του άνω δικαστηρίου η σχετική από τον αριθμό 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την ένδικη αίτηση, καθόσον αφορά τον εκ των αναιρεσιβλήτων Π. Σ. του Χ.. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 46/2012 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ