ΑΡΙΘΜΟΣ 515/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Τ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρινέττα Γούναρη και 2. Χ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5446/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Σεπτεμβρίου 2012 και 27 Ιουλίου 2012 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρος των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 6-9-2012 και 27-7-2012 αιτήσεις των Τ. Κ. του Π. και Χ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., για αναίρεση της 5446/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 302 παρ.1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως, η αμέλεια δε συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Ειδικότερα, η καταδικαστική για ανθρωποκτονία από αμέλεια απόφαση για να έχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει πέραν των άλλων να εκτίθεται σε αυτή με σαφήνεια: α) ποιο από τα δύο είδη αμέλειας δέχτηκε το δικαστήριο ότι βαρύνει τον υπαίτιο (άνευ συνειδήσεως ή ενσυνείδητη) και β) να αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πράξης ή παράλειψης του υπαιτίου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 5446/2012 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Στην προκειμένη περίπτωση στις 27/5/2005 και περί ώρα 21.00' περίπου ο Α. Κ. του Μ., ηλικίας 80 ετών περίπου, αναχώρησε για την οικία του από καφενείο, το οποίο βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... και το οποίο αυτός συνήθιζε να επισκέπτεται. Κατά την αναχώρησή του σκόνταψε σε τεμάχια μαρμάρου, τα οποία είχαν τοποθετηθεί κάθετα μέσα σε χαντάκι μήκους 20 μέτρων περίπου, πλάτους 40 εκατοστών περίπου και βάθους 40 εκατοστών περίπου και τα οποία προεξείχαν της επιφάνειας του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να υποστεί υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού ισχίου. Λόγω του σοβαρού τραυματισμού του ο ανωτέρω μεταφέρθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς", όπου υποβλήθηκε στις 31/5/2005 σε χειρουργική επέμβαση και στις 22/6/2005 απεβίωσε από καρδιοαναπνευστική ανακοπή ως επακόλουθο του ανωτέρω σοβαρού τραυματισμού του σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του. Το προαναφερόμενο χαντάκι είχε διανοιχθεί κατά την εκτέλεση έργων αντικατάστασης σχάρας ομβρίων υδάτων επί των οδών ..., ... και ... από συνεργείο της διεύθυνσης Οδοποιίας του Δήμου Αθηναίων. Διευθυντής της ανωτέρω Διεύθυνσης ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος και υπεύθυνος του συνεργείου ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τραυματισμός του ανωτέρω και ο επακολουθήσας θάνατος του ήταν αποτέλεσμα συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος κατηγορούμενος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την ιδιότητά του να λάβει τα προβλεπόμενα από το νόμο (άρθρο 9 παρ.1 και 2 εδ.α' και β' Ν. 2696/1999-Κ.Ο.Κ.) και απαιτούμενα στη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρα ασφαλείας προς αποφυγή ατυχημάτων και ειδικότερα, να τοποθετήσει σε κατάλληλες θέσεις όλες τις πινακίδες σήμανσης (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές) και να επισημάνει το χώρο εκτέλεσης εργασιών με συνεχή ή διακεκομμένα εμπόδια, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος και κατά τη νύκτα με αντανακλαστικά στοιχεία και φώτα ερυθρού χρώματος για την προειδοποίηση αλλά και την παρεμπόδιση του κοινού να πλησιάσει, δεν έλαβε κανένα μέτρο, επιπλέον δε παρέλειψε να απομακρύνει τα τεμάχια μαρμάρου που υπήρχαν μέσα στο χαντάκι και προεξείχαν της επιφάνειας του οδοστρώματος. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την ιδιότητά του και από το νόμο (άρθρο 9 παρ.3 εδ.β' Ν. 2696/1999) να ελέγχει την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης και τη λήψη και τήρηση όλων εν γένει των μέτρων ασφαλείας προς αποφυγή ατυχήματος δεν το έπραξε. Αποτέλεσμα δε των παραλείψεων αυτών των κατηγορούμενων ήταν ο τραυματισμός και εντεύθεν ο θάνατος του Α. Κ.. Με τα δεδομένα αυτά, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Πρέπει όμως, να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί των". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό "Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Στην Αθήνα στις 27-5-2005, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την παράλειψή τους και επέφεραν το θάνατο άλλου, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, ενώ ήταν ο πρώτος διευθυντής της Διεύθυνσης Οδοποιίας του Δήμου Αθηναίων και ο δεύτερος υπεύθυνος του συνεργείου της ανωτέρω υπηρεσίας, που είχε αναλάβει την εκτέλεση έργων αντικατάστασης σχάρας όμβριων υδάτων επί των οδών ..., ... και ..., στην ..., ο δεύτερος κατηγορούμενος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την ιδιότητά του να λάβει τα προβλεπόμενα από το νόμο (άρθρο 9 παρ.1 και 2 εδ.α' και β' Ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ.) και απαιτούμενα στη συγκεκριμένα περίπτωση μέτρα ασφαλείας προς αποφυγή ατυχημάτων και ειδικότερα, να τοποθετήσει σε κατάλληλες θέσεις όλες τις πινακίδες σήμανσης (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές) και να επισημάνει το χώρο εκτέλεσης εργασιών με συνεχή ή διακεκομμένα εμπόδια, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος και κατά τη νύκτα με αντανακλαστικά στοιχεία και φώτα ερυθρού χρώματος για την προειδοποίηση αλλά και την παρεμπόδιση του κοινού να πλησιάσει, δεν έλαβε κανένα μέτρο, επιπλέον δε παρέλειψε να απομακρύνει τα τεμάχια μαρμάρου που υπήρχαν μέσα σε ανοικτό χαντάκι μήκους 20 μέτρων περίπου, πλάτους 40 εκατοστών περίπου και προεξείχαν της επιφάνειας του οδοστρώματος. Ο δε πρώτος κατηγορούμενος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την ιδιότητά του και από το νόμο (άρθρο 9 παρ.3 εδ.β' Ν. 2696/1999) να ελέγχει την τοποθέτηση των μέσων και τη λήψη και τήρηση όλων εν γένει των μέτρων ασφαλείας προς αποφυγή ατυχημάτων, δεν το έπραξε. Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών των κατηγορουμένων, ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του Α. Κ. του Μ., ηλικίας 80 ετών, ο οποίος κατά τη διέλευσή του από το ανωτέρω χαντάκι σκόνταψε στα υπάρχοντα τεμάχια μαρμάρου και υπέστη κάταγμα υποκεφαλικού αριστερού ισχίου, από τον τραυματισμό δε αυτό, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός του στις 22-6-2005". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια τα κατά το νόμο αναγκαία περιστατικά που συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του άνω εγκλήματος και δικαιολογούν την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, το είδος της αμέλειας των αναιρεσειόντων, η οποία προσδιορίζεται ως μη συνειδητή καθώς και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την ευθύνη τους για την πράξη αυτή με βάση τις άνω διατάξεις. Διαλαμβάνονται περαιτέρω τα απαραίτητα κατά το νόμο στοιχεία που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο της αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος, ο οποίος επήλθε εκ του άνω τραυματισμού του, ο οποίος υπήρξε κατά τις παραδοχές η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του, αποτόκου του βαρύτατου τραυματισμού του και της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας του. Περαιτέρω προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αμφοτέρων των αναιρεσειόντων να αποτρέψουν το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου και ο οποίος βάση έχει τη διάταξη του άρθρου 9 του ΚΟΚ που αφορά τη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση έργων επί της οδού προς αποφυγή ατυχημάτων ως και ότι ο πρώτος τούτων αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση υπό την άνω ιδιότητά του να ελέγχει την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης και τη λήψη και τήρηση όλων εν γένει των μέτρων ασφαλείας, ο δε δεύτερος αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση υπό την άνω ιδιότητά του να λάβει τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας και δη να τοποθετήσει σε κατάλληλες θέσεις όλες τις πινακίδες σήμανσης (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές) και να επισημάνει το χώρο εκτέλεσης των εργασιών με συνεχή ή διακεκομμένα εμπόδια, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος και κατά τη νύχτα με αντανακλαστικά στοιχεία και φώτα ερυθρού χρώματος για την προειδοποίηση, αλλά και την παρεμπόδιση του κοινού να πλησιάσει, σε τέτοιες πράξεις δεν προέβησαν με αποτέλεσμα εκ των παραλείψεων αυτών να επέλθει ο τραυματισμός του παθόντος και ο εντεύθεν θάνατός του. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν την εσφαλμένη κατά την άποψή τους εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες γιατί με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όθεν οι λόγοι αναιρέσεως, αμφοτέρων των αιτήσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν οι αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 6-9-2012 και 27-7-2012, αιτήσεις των Τ. Κ. του Π. και Χ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., για αναίρεση της 5446/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ