Αριθμός 440/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Χ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Δοξάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την εμπορική επωνυμία "Σ. Ε. Κ. Ε. (Σ.) Α. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 351/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 26-4-2021 και με αριθ. κατ. …7-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθ. 351/30-11- 2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε επί της από 16-12-2019 και με αριθ. κατ. …18-12-2019 έφεσης και του ασκηθέντος με το από 29-5-2020 και με αριθ. κατ. …30-6-2020 δικόγραφο πρόσθετου λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 134/6-11-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε επί της από 17-7-2018 και με αριθ. κατ. Μ.Ειδ. …26-7-2018 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης και με την ιδιότητά του αυτή, αρχικά με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και στη συνέχεια, από 1-3-2005, με σύμβαση έμμισθης εντολής, που κατήρτισε (αμφότερες) με την εναγομένη ανώνυμη εταιρία αγοράς και πώλησης καπνών, παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, ως νομικός σύμβουλος, αμειβόμενος, στα πλαίσια της τελευταίας, ως άνω σύμβασης, με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ότι, αν και ανταποκρινόταν με επιτυχία στα καθήκοντά του, η εναγομένη, με εξώδικη δήλωση, που του επιδόθηκε στις 10-5-2018, κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής που τους συνέδεε, αναφέροντας στο έγγραφο της καταγγελίας τα ακόλουθα: "Με την παρούσα σας ενημερώνουμε ότι, κατά την από 27-4-2018 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, αποφασίσθηκε η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που ίσχυε μεταξύ μας, λόγω της εκ μέρους σας πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων σας και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς σας ως νομικός σύμβουλος της εταιρίας". Ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι άκυρη: α) διότι στο έγγραφο αυτής δεν γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο λόγο καταγγελίας της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, β) επικουρικά διότι ο επικαλούμενος αυτός λόγος καταγγελίας είναι αναληθής και γ) επικουρικά διότι η καταγγελία ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων, που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική, καθόσον οφείλεται στην εμπάθεια του ουσιαστικού εκπροσώπου της εναγομένης προς το πρόσωπο του, όπως εξειδικεύεται στην αγωγή. Ζήτησε δε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής και να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-5-2018 έως τη συζήτηση της αγωγής, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του τελευταίου αυτού αιτήματος, το ποσό των 41.531,03 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη συμπεριφορά της νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με δήλωση δε του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για επίδομα Χριστουγέννων 2018, επίδομα Πάσχα 2019 και επίδομα αδείας 2019, τα αναφερόμενα ποσά. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την, ως άνω, με αριθ. 134/6-11-2019 οριστική απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και, κατά τα λοιπά αιτήματά της, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την, ως άνω, από 16-12-2019 και με αριθ. κατ. …18-12-2019 έφεση και τον από 29-5-2020 και με αριθ. κατ. …30-6-2020 πρόσθετο λόγο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε: α) ότι η αγωγή, κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω αοριστίας, άλλως λόγω αναλήθειας του επικαλούμενου λόγου καταγγελίας είναι μη νόμιμη, β) ότι το αίτημα καταβολής των παραπάνω επιδομάτων (εορτών και αδείας), που υποβλήθηκε για πρώτη φορά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι απαράδεκτο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τα παραπάνω κεφάλαια της αγωγής, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και του πρόσθετου λόγου, δίκασε και απέρριψε, με τις παραπάνω αιτιολογίες, τα αντίστοιχα αγωγικά αιτήματα. Κατά τα λοιπά, έκρινε ότι είναι νόμιμη, αλλά απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το δεύτερη επικουρική βάση αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, ως καταχρηστικής, καθώς και κατά το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 12/2022). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 2 ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α'27-9-2013), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταγγελίας της ένδικης σύμβασης (10-5-2018), ορίζεται ότι: "Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί το δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα, δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης (ΑΠ 140/2020, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 798/2013) και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Η σύμβαση αυτή λύεται (εκτός άλλων και) με καταγγελία του εντολέα, που συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία. Όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξάρτητα προς το αν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται ή όχι στον κανονισμό αυτό), η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης. Σπουδαίο λόγο συνιστούν διάφορα περιστατικά ή ακόμη και ένα μεμονωμένο γεγονός, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του δικηγόρου, η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από τον εντολέα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία υπαιτιότητας του δικηγόρου. Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν, λόγω έλλειψης πνεύματος συνεργασίας, ή κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του δικηγόρου έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης, κατ' αντικειμενική κρίση, να αποβαίνει αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής για τον εντολέα (Ολ ΑΠ 21/2004, ΑΠ 919/2022, ΑΠ 1448/2019, ΑΠ 139/2019). Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας, που έγινε από τον εντολέα χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ και ο εντολέας που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση έμμισθης εντολής και έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου περιέρχεται σε υπερημερία, ως εργοδότης. Αντίθετα, η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που δεν έγινε υπό καθεστώς μονιμότητας, διατηρεί τον αναιτιώδη χαρακτήρα της (ΑΠ 140/2020). Η υποχρέωση δε για αναφορά στο έγγραφο της καταγγελίας σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου του λόγου αυτής, που απαιτείται από το άρθρο 46 παρ. 2 ν. 4194/2013 δεν καθιστά την καταγγελία αιτιώδη. Επομένως, δεν απαιτείται να γίνεται στο έγγραφο αυτής πλήρης και αναλυτική παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο λόγο καταγγελίας, ούτε εξαρτάται το κύρος αυτής από την ουσιαστική βασιμότητα του επικαλούμενου λόγου, αφού με τον τρόπο αυτό αναιρείται κατ' ουσίαν το αναιτιώδες της καταγγελίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή αντίκειται στη φύση της έννομης σχέσης παροχής νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με πάγια περιοδική αντιμισθία, ως σχέσης απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Τέλος, η αναιτιώδης καταγγελία υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Όταν η υπέρβαση των ορίων αυτών είναι προφανής, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη και, κατά συνέπεια άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, και, κατ' αναλογία, της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, καθίσταται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος της μονομερούς λύσης της σύμβασης. Αυτό συμβαίνει και σε περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε λόγους εχθρότητας, εμπάθειας ή εκδίκησης του εντολέα, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σ' αυτόν συμπεριφοράς του δικηγόρου, ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, όταν οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν εμπάθεια ή κακοβουλία (ΑΠ 91(?/2022). Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εντολέας ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, διότι στην περίπτωση αυτή η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων δικηγόρος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 140/2020, ΑΠ 139/2019, ΑΠ 245/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, επειδή δεν αναφέρονται στο έγγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο καταγγελίας (κύρια βάση) και επειδή ο επικαλούμενος αυτός λόγος είναι αναληθής (πρώτη επικουρική βάση), παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 46 παρ. 2 ν. 4194/2013. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις αναγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση του, ως άνω, περιεχομένου της αγωγής και των συγκροτούντων τη μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού νομικών σκέψεων, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής που τον συνδέει με την εναγομένη είναι άκυρη, διότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της καταγγελίας τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την επικαλούμενη από την εναγομένη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και την αντισυμβατική συμπεριφορά του, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι [ ... ] η καταγγελία της έμμισθης καταγγελίας δικηγόρου, υπό το καθεστώς του άρθρου 46 παρ. 2 ν. 4194/2013, που είναι εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου που έλαβε αυτή χώρα, είναι αναιτιώδης και δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά των επιμέρους περιστατικών που στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως, αρκεί στο έγγραφο της καταγγελίας να μνημονεύεται ο λόγος για τον οποίο ο εντολέας καταγγέλλει τη σύμβαση, οι μνημονευόμενοι δε στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγοι συνιστούν επαρκή αναφορά, που καλύπτει την επιταγή του νόμου, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ανάλυση αυτών, διότι σε αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης καθίσταται αιτιώδης. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα και η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής ο λόγος που επικαλείται η εναγομένη για την καταγγελία της συμβάσεως, αφού ο ίδιος ανταπεξήλθε επιτυχώς τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, χειριζόμενος δύσκολες και σημαντικής αξίας υποθέσεις, διότι στην περίπτωση της αναιτιώδους καταγγελίας, η τυχόν αναλήθεια του επικαλούμενου από τον εντολέα λόγου για τη λύση της συμβάσεως, ελέγχεται μόνο με τη συνδρομή του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και τα υπόλοιπα στοιχεία της διατάξεως αυτής, ενώ μόνο η αναλήθεια του επικαλούμενου λόγου, ακόμη και στην περίπτωση που αποδειχθεί, δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της και της σχέσεως εμπιστοσύνης που διέπει το είδος αυτό της συμβάσεως". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 2 ν. 4194/2013, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής για παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, χωρίς να ισχύει στο προσωπικό που απασχολείται στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, είναι αναιτιώδης, με συνέπεια να αρκεί για το κύρος αυτής (καταγγελίας) η αναφορά στο σχετικό έγγραφο του επικαλούμενου, ως άνω, λόγου, της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, και να μην απαιτείται, αφενός μεν η αναλυτική παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν το λόγο καταγγελίας, αφετέρου δε η ουσιαστική βασιμότητα αυτού. Ο αναιρεσείων δε, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν επικαλείται ότι πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τον ισχυρισμό ότι συντρέχει η, ως άνω, προϋπόθεση, δηλαδή ότι στο προσωπικό που απασχολείται στην αναιρεσίβλητη ισχύει κανονισμός εργασίας, που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, ώστε να καταστεί η καταγγελία της ένδικης σύμβασης αιτιώδης, απαιτουμένης, στην περίπτωση αυτή, για το κύρος της, της συνδρομής συγκεκριμένου λόγου και μάλιστα σπουδαίου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι, με το να απορρίψει σιωπηρά τον παραδεκτά ασκηθέντα από αυτόν πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονείτο διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς αυτός να έχει λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το λόγο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, αφού η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, αφενός μεν δεν κατέθεσε τις προτάσεις πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά μετά το πέρας της εξέτασης των μαρτύρων, αφετέρου δε, δεν γνωστοποίησε τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, καταχωρούμενη στα πρακτικά: α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας και της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων (αριθ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ), β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (αριθ. 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ). Μετά την απόρριψη του, ως άνω, πρώτου λόγου αναίρεσης, ως εκ του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει συνολικά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά την επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης, λόγω μη αναφοράς των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο λόγο καταγγελίας και λόγω της αναλήθειας αυτού, είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ο, ως άνω, τρίτος λόγος αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, αφού με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις, που συνδέονται με το λόγο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης. Με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής του περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, ως καταχρηστικής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την, ως άνω, δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: " Ο ενάγων είναι δικηγόρος από το έτος 1995, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης και προήχθη στο Εφετείο το έτος 2000 και στον Άρειο Πάγο το έτος 2017. Η εναγόμενη ανώνυμη συνεταιριστική εταιρία συστάθηκε το έτος 1947 και έχει σκοπό την αγορά και μεταπώληση καπνών σε φύλλα έπειτα από επεξεργασία ή όχι στο εσωτερικό και εξωτερικό, τη βιομηχανοποίηση των καπνών, την εισαγωγή από το εξωτερικό, εμπορία και διάθεση καπνών κλπ. Αρχικά είχε ορισθεί ως έδρα της ο Δήμος …, εν συνεχεία το έτος 1990 μετέφερε την έδρα της στο Δήμο … και το έτος 2007 η έδρα της μεταφέρθηκε στο …. Το έτος 2000 ο ενάγων άρχισε να παρέχει στην εναγομένη τις νομικές του υπηρεσίες, με συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Στις 28-2-2005 καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ των διαδίκων, ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη προσέλαβε από 1-3-2005 τον ενάγοντα ως νομικό σύμβουλο αυτής, με πάγια μηνιαία αμοιβή. Ειδικότερα, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις επί των εκάστοτε τιθέμενων υπ' όψιν του υποθέσεων και να επιχειρεί όλες τις ενδεικνυόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την προάσπιση των συμφερόντων της εταιρίας, ήτοι τη σύνταξη και υπογραφή δικογράφων, την παράσταση ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, τη σύνταξη των κάθε είδους συμβάσεων της εταιρίας με τρίτους, την παράσταση κατά την υπογραφή συμβολαίων ενώπιον συμβολαιογράφων κλπ. Επίσης ανέλαβε την υποχρέωση να βρίσκεται σε καθημερινή βάση στα γραφεία της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον επί τετράωρο κατά τις εργάσιμες ημέρες. Η εναγομένη, ως εντολέας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του παγία μηνιαίως καταβαλλόμενη αμοιβή, ανερχόμενη στο ποσό των 1606 ευρώ (βασικός μισθός 1151 ευρώ + επίδομα οικογενειακό 71 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 208 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ). Η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε για αόριστο χρόνο και συμφωνήθηκε ότι οι πραγματοποιούμενες δικαστικές και εξώδικες δαπάνες θα βαρύνουν την εναγομένη και θα αποδίδονται στον ενάγοντα βάσει υποβαλλομένων αναλυτικών λογαριασμών πραγματοποιούμενων εξόδων. Έκτοτε ο ενάγων άρχισε να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγομένη, με την άσκηση αγωγών και προσφυγών, παράσταση σε πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια, σύνταξη σχεδίων συμβάσεων, παροχή γνωμοδοτήσεων κ.ά. όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει ενδεικτικώς για το είδος των εργασιών που παρείχε. Οι υποθέσεις που χειριζόταν ήταν συνήθως μεγάλου οικονομικού αντικειμένου και ιδιαίτερα εξειδικευμένες. Επίσης παρίστατο στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. Από το έτος 2007 που η εναγομένη μετέφερε την έδρα της στην …, ο ενάγων έπαυσε να παραβρίσκεται καθημερινώς στα γραφεία της εναγομένης, αλλά παρείχε τις Υπηρεσίες του κατ' αρχήν από το δικηγορικό γραφείο που διατηρεί στη …, επί της οδού … αριθμός .., μαζί με τη σύζυγο του, επίσης δικηγόρο, που εξετάστηκε ως μάρτυρας αποδείξεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικοινωνούσε ωστόσο καθημερινώς με τον εκάστοτε αρμόδιο εκπρόσωπο της εναγομένης για όποιο ζήτημα ανέκοπτε, μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μετέβαινε δε στην … κάθε φορά που ήταν αναγκαίο ή του εζητείτο και εξακολουθούσε να παρίσταται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. Η τροποποίηση αυτή του τόπου παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος έγινε εν τοις πράγμασι και την αποδέχθηκαν αμφότεροι, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι η σύμβαση εξακολούθησε μέχρι την καταγγελία της τον Μάιο του 2018, ενώ η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα έξοδα διαμονής και μετακινήσεως και αμοιβή για εκτός έδρας εργασία. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος από το ποσό των 1.755,38 ευρώ που ήταν τον Μάρτιο του 2016, αυξήθηκαν με το με αριθμό …31-3-2016 Πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος και εισήγηση του Γενικού Διευθυντή Α. Κ. και ανήλθαν, μαζί με τις προσαυξήσεις, τον Απρίλιο του 2016 στο ποσό των 2.249,10 ευρώ, από τον Μάιο του 2016 στο ποσό των 2.196,38 ευρώ, από τον Ιανουάριο του 2017 στο ποσό των 2.521,18 ευρώ και από τον Ιανουάριο του 2018 στο ποσό των 2.532,38 ευρώ. Επιπρόσθετα ο ενάγων εξακολουθούσε να λαμβάνει ημερήσια αποζημίωση για την εκτός έδρας εργασία του και να εισπράττει το ποσό που αντιστοιχούσε στα έξοδα διαμονής και μετακινήσεως. Η συνεργασία του ενάγοντος με την εναγομένη υπήρξε αρμονική μέχρι και τον Μάιο του 2017. Τις βραδινές ώρες της 2ας Ιουνίου 2017, ημέρα Παρασκευή, συνελήφθη ένας εργαζόμενος της εναγόμενης, κατηγορούμενος για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, κλοπή και λαθρεμπορία καπνού και η υπόθεση την επομένη ημέρα έγινε γνωστή σε τοπικό επίπεδο, αλλά και σε πανελλαδικό, μέσω του διαδικτύου. Ειδικότερα ο ανωτέρω εργαζόμενος κατηγορείτο, μεταξύ άλλων, ότι είχε κλέψει από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης 335 χιλιόγραμμα καπνού, τα οποία κατασχέθηκαν στην οικία του και τα κατείχε χωρίς να καταβληθούν στο Δημόσιοι οι αναλογούντες φόροι και δασμοί, με σκοπό να τα διακινήσει σε τρίτους. Η εναγόμενη, ως παθούσα του αδικήματος, που είχε ήδη ξεκινήσει εκστρατεία κατά της παράνομης διακινήσεως και πωλήσεως καπνού, θορυβήθηκε και ζήτησε αυθημερόν τη συμβουλή του ενάγοντος για τον χειρισμό της υποθέσεως και το περιεχόμενο της μαρτυρικής καταθέσεως του εκπροσώπου της εταιρίας. Ο ενάγων παρείχε τις συμβουλές του τηλεφωνικά από την Παρασκευή 2 Ιουνίου μέχρι και την Δευτέρα 5 Ιουνίου, αργία του Αγίου Πνεύματος, συνομιλώντας τόσο με τον Διευθυντή της εναγομένης Ε. Κ., όσο και με τον Γενικό Διευθυντή Α. Κ. και υπέδειξε επιπρόσθετα την άμεση καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του συλληφθέντος, ενώ στις 6 Ιουνίου μετέβη στην … και προέβη σε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εκ μέρους της εναγομένης. Περί τις 10 Ιουνίου 2017 ο ενάγων άρχισε να δέχεται πίεση από τον Α. Κ. να ασκήσει αγωγή σε βάρος του εργαζομένου, με αντικείμενο τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η εναγόμενη στη φήμη και στην αξιοπιστία της, λόγω της ως άνω αξιόποινης συμπεριφοράς του εργαζομένου της, γεγονός στο οποίο αντέλεξε, αφενός διότι κατά την κρίση του δεν είθισται σε περιπτώσεις κλοπών από εργαζόμενους ο εργοδότης να ασκεί αγωγή για ηθική βλάβη και αφετέρου διότι δεν είχε ακόμη λάβει αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας, για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή. Την ίδια χρονική περίοδο ανέκυψε κάποιο ζήτημα με σχέδιο συμβάσεως που ετοίμασε ο ενάγων και αφορούσε εργαζόμενη της θυγατρικής επιχειρήσεως της εναγομένης στην …, διότι ο ενάγων ζήτησε να εκφράσει άποψη και ο Αλβανός δικηγόρος που απασχολούσε η εναγομένη, με πάγια αντιμισθία, λόγω του εφαρμοστέου αλβανικού δικαίου. Η στάση του ενάγοντος στα ανωτέρω ζητήματα προκάλεσε την οργή του Γενικού Διευθυντή Α. Κ., ο οποίος τηλεφώνησε στον ενάγοντα και κατά τη διάρκεια της κλήσεως τον εξύβρισε και τον απείλησε με απόλυση. Ο ενάγων απέστειλε στον Γενικό Διευθυντή την από 15-6- 2017 επιστολή διαμαρτυρίας, την οποία κοινοποίησε και στον Πρόεδρο της εναγομένης. Στην επιστολή ο ενάγων ανέφερε ότι υπέστη ψυχολογική βία και εξυβριστική συμπεριφορά από τον αποδέκτη Γενικό Διευθυντή, ο οποίος, με αφορμή το ζήτημα της συμβάσεως, στις αρχές Ιουνίου, του δήλωσε ότι δεν θα είναι σε λίγο δικηγόρος της εταιρίας και με αφορμή το ζήτημα ασκήσεως αγωγής σε βάρος του εργαζόμενου στις 14-6-2017, τον απείλησε ότι θα τον απολύσει. Σε σχέση με τη σύμβαση διευκρίνισε ότι δεν είχαν τεθεί υπ' όψιν του οι ειδικοί όροι της, των οποίων έλαβε γνώση μεταγενέστερα και συμπλήρωσε σχετικά τη σύμβαση, αιτούμενος να την επισκοπήσει και ο Αλβανός δικηγόρος της εναγομένης, που επιμελείτο τις υποθέσεις της θυγατρικής της στην Αλβανία. Σε σχέση με την υπόθεση του εργαζόμενου παρέθεσε όλες τις ενέργειες, δικαστικές και εξώδικες, στις οποίες είχε προβεί στις 2, 3 και 6 Ιουνίου και τις υποδείξεις που έκανε προς τα όργανα της εταιρίας για τον χειρισμό της και ενημέρωσε ότι στις αρχές της εβδομάδας περατώθηκε η ανάκριση, οπότε και παρέλαβε τη δικογραφία, με αποτέλεσμα να μην είχε καθυστερήσει την άσκηση της αγωγής. Τέλος στην επιστολή ισχυρίστηκε ότι έγινε αποδέκτης άδικων και αδικαιολόγητων συμπεριφορών και απειλήθηκε με απόλυση από την εταιρία, μολονότι ο ίδιος χειρίζεται τις σοβαρότερες υποθέσεις, ενώ υπάρχουν άλλοι δύο δικηγόροι στην εταιρία που λαμβάνουν πάγια αμοιβή, οι οποίοι δεν τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως από αυτήν, διότι ο ένας είναι άγνωστο εάν χειρίζεται υποθέσεις της και η έτερη δικηγόρος έχει επιβοηθητικό ρόλο, κατά τα λοιπά δε δήλωσε ότι συνεχίζει την εργασία του στην εναγομένη. Ο ενάγων συνέταξε την αγωγή της εναγομένης κατά του εργαζόμενου της, που απευθυνόταν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και την κατέθεσε αυτοπροσώπως στις 26-6-2017, με αριθμό καταθέσεως …2017 και στη συνέχεια η εναγομένη με τη με αριθμό καταθέσεως …31-2017 δήλωση, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής και άσκησε νέα, την οποία συνέταξε και κατέθεσε ο ενάγων στις 2-11-2017, με αριθμό καταθέσεως Μ.Τ …17. Για τη διαδικασία καταθέσεως των προτάσεων, τις επιδόσεις και την απόδειξη ο ενάγων συνεργάστηκε με τη δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης Α. Γ., η οποία συνεργαζόταν με την εναγομένη. Σχετικά με τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απέστειλε στην ανωτέρω δικηγόρο το σχετικό υλικό προς κατάθεση στην λήξη των εκ του νόμου προβλεπόμενων προθεσμιών και συγκεκριμένα: α) απέστειλε τις προτάσεις στις 9-2-2018 ημέρα Παρασκευή και ώρα 14.42' μετά το πέρας του ωραρίου της γραμματείας του δικαστηρίου, ενώ η προθεσμία έληγε τη Δευτέρα 12-2-2018, β) απέστειλε το κείμενο της ένορκης βεβαιώσεως του μάρτυρα την Κυριακή 4-2-2018 ώρα 11.52' και η ένορκη βεβαίωση είχε οριστεί στις 25-2-2018 και γ) απέστειλε το κείμενο της προσθήκης των προτάσεων στις 24-2-2018 ώρα 17.00' και η προθεσμία έληγε στις 26-2-2018 ώρα 12.00'. Η ανωτέρω καθυστερημένη αποστολή των κειμένων που επεξεργάστηκε ο ενάγων προκάλεσε τη διαμαρτυρία της δικηγόρου Α. Γ., η οποία απέστειλε σχετική επιστολή στην εναγομένη, επισημαίνοντας τον κίνδυνο απώλειας κάποιας προθεσμίας αλλά και τη δυσχέρεια που προκαλούσε στην ίδια να ανταποκριθεί έγκαιρα στο καθήκον της, λόγω και των λοιπών επαγγελματικών και προσωπικών υποχρεώσεών της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2017 εκδόθηκε η με αριθμό 4951/22-9-2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, επί προσφυγής που άσκησε η εναγομένη το έτος 2014 για ακύρωση φύλλου ελέγχου και καταλογισμό φόρου. Στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης που συνεδρίασε στις 13-10-2017 ο Γενικός Διευθυντής ζήτησε από τον ενάγοντα, που παρέστη στη συνεδρίαση, ενημέρωση για την απόφαση και την υπόθεση που αφορά και αυτός δήλωσε τα εξής: "Η. Σ. Α. κατά τη χρονική περίοδο 1993 έως και 2002 σχημάτισε προβλέψεις για εκτάκτους κινδύνους ποσού 2.793.837,12 ευρώ, τις οποίες αναμόρφωσε φορολογικά και πλήρωσε τον αναλογούντα φόρο στις χρήσεις σχηματισμού τους. Ωστόσο μετά τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου από το Δ. Ε. Κ. (Δ.) …, η φορολογούσα αρχή, στις χρήσεις 2003-2004, δεν αποδέχθηκε την αρνητική φορολογική αναμόρφωση ποσού περίπου 2.000.000 ευρώ, που αφορούσε το έσοδο από την τακτοποίηση μέρους των ήδη φορολογημένων προβλέψεων, για τις οποίες γίνεται λόγος παραπάνω, με την προσχηματική αιτιολογία ότι δήθεν δεν τέθηκαν υπόψη του ελέγχου στοιχεία ή ότι δεν αναφέρονταν ότι είχαν δηλωθεί ως διαφορές στις προηγούμενες εκθέσεις των διενεργηθέντων φορολογικών ελέγχων, παρότι υπήρχε σε όλες τις εκθέσεις ρητή αναφορά για τη διενεργηθείσα από την εταιρία φορολογική αναμόρφωση και την καταβολή του σχετικού φόρου. Φυσικά η Σ. είχε θέσει υπόψη του ελεγκτή και όλες τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος, τις οποίες όμως αυτός δεν έλαβε υπόψη, προβάλλοντας το παράδοξο επιχείρημα (σκεπτικό) ότι αφορούσαν ελεγμένες χρήσεις και συνεπώς είχαν υποπέσει σε παραγραφή. Η προαναφερόμενη διαφορά του προηγούμενου φορολογικού ελέγχου, είχε ως αποτέλεσμα να μειώσει αυτός ισόποσα τη μεταφερόμενη φορολογική ζημιά της εταιρίας στη χρήση 2004, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο με αριθμό …2010 φύλλο ελέγχου του Δ. Θ. και για το λόγο αυτό η Σ. προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζητώντας κατ' ουσία να αναγνωρισθεί ότι ο χειρισμός των προβλέψεων είναι ορθός, ώστε κατ' ακολουθία να τροποποιηθεί το προσβαλλόμενο φύλλο ελέγχου και να προσδιορισθεί η ζημία της εταιρίας στη χρήση 2004, σε άλλα 2.000.000 ευρώ επιπλέον, ήτοι από 1.437.447,84 σε 3.968.497,12 ευρώ. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1937/2015 μη οριστική απόφαση (προδικαστική) από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε τη φορολογούσα αρχή (ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης) να διεξάγει επανέλεγχο και αυτή με αιτιολογημένη απόφαση να απαντήσει στις αιτιάσεις μας και αν τελικά ο φορολογικός χειρισμός της Σ. είναι ορθός. Πράγματι με τη με αριθμό …2015 έκθεση επανελέγχου η ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης δικαίωσε απόλυτα τη Σ.. Ακολούθως, μετά την επανάληψη της συζήτησης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, στο οποίο είχε κοινοποιηθεί η έκθεση επανελέγχου, εκδόθηκε η με αριθ. 1147/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία αφού δέχθηκε την προσφυγή της Σ., μεταρρύθμισε το προσβαλλόμενο με αριθμό …2010 φύλλο ελέγχου του Δ. Θ. και τελικά προσδιόρισε τη ζημία της Σ. στη χρήση 2004 στο ποσό των 3.482.783,56 ευρώ δηλαδή κατ' ουσία αναγνώρισε στη Σ. επιπλέον ζημία 2.000.000 ευρώ περίπου για την υπόλοιπη αυτή χρήση (2004). Μάλιστα δυνάμει και σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στις 3-5-2017 η ΔΟΥ Ξάνθης προέβη σε διόρθωση του επίμαχου με αριθ. …2010 φύλλου ελέγχου του Δ. και έχει προσαρμόσει το ύψος της ζημίας για τη χρήση 2004 στο ποσό των 3.482.738,56 ευρώ. Εν τω μεταξύ το έτος 2014 διενεργήθηκε νέος φορολογικός έλεγχος από το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΕΠ) που αφορούσε τις επόμενες χρήσεις, ήτοι 2005 έως 2011 και η φορολογούσα αρχή που διεξήγαγε τον επίμαχο έλεγχο εξέλαβε ως δεδομένα ορθή (όπως όφειλε) την αμέσως προηγούμενη έκθεση ελέγχου, που αναφέρεται στη χρήση 2004 και η οποία δεν αναγνώριζε τις ζημίες αυτές, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, για την οποία χρήση όμως ήδη είχε προσφύγει η Σ., ως προείπα, δικαστικώς στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, γεγονός που τέθηκε υπόψη του ελεγκτή που διενήργησε τον υπό κρίση επίμαχο φορολογικό έλεγχο. Σημειώνω ότι όταν έγινε ο δεύτερος αυτός έλεγχος του ΚΕΜΕΕΠ δεν είχε καν συζητηθεί η 1η προσφυγή της Σ. στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο τις αποφάσεις που μνημονεύω ανωτέρω. Σύμφωνα λοιπόν με την από 22-7-2014 έκθεση πλήρους τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του ΚΕΜΕΕΠ δεν αναγνωρίσθηκε στη Σ. σε όλες τις ελεγχόμενες χρήσεις η μεταφερόμενη φορολογική ζημία της χρήσης 2004 και τελικώς με τη με αριθμό …22-07-2014 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος καταλογίστηκε σε βάρος της ποσό φόρου από 1.021.462,47 ευρώ. Η Σ. άσκησε προσφυγή και αυτή τη φορά νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιου για την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, παραπονούμενη για την κατά παράβαση του νόμου αναπροσαρμογή εκ μέρους της φορολογικής αρχής της μεταφερόμενης φορολογικής ζημίας, που είχε δηλώσει και που αφορά στη χρήση 2004, την οποία ζημία η προσβαλλόμενη έκθεση ελέγχου του ΚΕΜΕΕΠ δεν αποδέχθηκε, διότι εξέλαβε ως δεδομένα ορθή την προηγούμενη έκθεση ελέγχου που αναφέρεται στη χρήση 2004, για την οποία χρήση όμως η Σ. είχε ήδη προσφύγει δικαστικώς στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, γεγονός που τέθηκε υπόψη του ελεγκτή που διενήργησε τον υπό κρίση επίμαχο φορολογικό έλεγχο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η άσκηση της προσφυγής στο Διοικητικό Εφετείο επιβαλλόταν προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να γίνουν οριστικές οι προσβαλλόμενες πράξεις και επειδή αυτή είχε ως εκ του νόμου αποτέλεσμα την αναστολή πληρωμής του ημίσεως του οφειλόμενου ποσού, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι βεβαιώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 σε βάρος της εταιρίας. Επειδή η βεβαίωση του οφειλόμενου ποσού έγινε πριν την άσκηση της προσφυγής της Σ. (διότι η προθεσμία άσκησης αυτής δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί), η εταιρία για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα λειτουργούσε και ελάμβανε φορολογική ενημερότητα με προσωρινή διαταγή του κ. Δικαστού του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της 2ης αυτής προσφυγής εκδόθηκε η με αριθ. 4951/22-9-2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, η οποία απορρίπτει τον λόγο που προβάλλαμε. Η απόφαση αυτή δεν έχει καθαρογραφεί και δεν έχει θεωρηθεί ακόμη. Ωστόσο έχει περιέλθει σε γνώση μας το περιεχόμενο της, καθόσον έμπειρη συνάδερφος προσήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και ανάγνωσε το χειρόγραφο της κ. Δικαστού. Στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, στην οποία παρατίθεται η αιτιολογία απόρριψης της προσφυγής της Σ. (σημ: εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαμε να προβάλλουμε κανέναν άλλο λόγο προσφυγής) γίνεται ρητή αναφορά στη με αριθμό 460/2000 απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία, από τις κείμενες διατάξεις του νόμου, όπως αυτές ίσχυαν κατά την ένδικη χρήση, η μεταφορά ζημίας προς συμψηφισμό στα επόμενα οικονομικά έτη ενεργείται με βάση τον κατά το χρόνο της μεταφοράς υπάρχοντα νόμιμο τίτλο περί της ζημίας αυτής (αυτού δηλ. που αφορά το έτος κατά το οποίο προέκυψε ζημία), τέτοιοι δεν μπορεί να είναι, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η φορολογική υπόθεση είτε η υποβληθείσα και μη ελεγχθείσα ακόμη φορολογική δήλωση είτε το φύλλο ελέγχου, είτε δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα από τους τίτλους αυτούς ληπτέος κάθε φορά υπόψη είναι ο τελευταίος υπάρχων κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων του έτους της μεταφοράς και δεν είναι πάντως επιτρεπτός ο κατά παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση έλεγχος της νομιμότητας του τίτλου αυτού κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων των επομένων ετών, στα οποία επιδιώκεται η μεταφορά της ζημίας. Εάν δε, συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ, μετά την τελεσίδικη κρίση της διαφοράς της αναγομένης στο έτος της μεταφοράς επακολουθήσει ως προς το θέμα της ζημίας πράξη, η οποία να έγινε οριστική ή αμετάκλητη δικαστική απόφαση τροποποιήσεως ή ανατροπής του τίτλου του έτους κατά το οποίο προέκυψε η ζημία, ο οποίος ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο του έτους της μεταφοράς, στην περίπτωση αυτή στη φορολογική αρχή απόκειται να προσαρμόσει προς τα νέα δεδομένα περί της ζημίας την εγγραφή την αναγόμενη στο έτος της μεταφοράς, με συμπληρωματική πράξη, κατά της οποίας μπορούν να ασκηθούν τα νόμιμα ένδικα μέσα. Από την επισκόπηση της με αριθ. 460/2000 απόφασης του ΣτΕ, την οποία επικαλείται η προσφάτως εκδοθείσα από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με αριθμό 4951/2017 απόφαση προκύπτουν τα εξής: 1) ότι κατ' αρχήν ορθά το ΚΕΜΜΕΠ έλαβε υπόψη του τον τελευταίο τίτλο (φύλλο ελέγχου) του 2004 του προηγούμενη ελεγκτή, 2) ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε παρεμπιπτόντως, να εκφέρει κρίση περί του τίτλου αυτού, για τον οποίο έχει ήδη εκφέρει κρίση το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η οποία μάλιστα έχει καταστεί αμετάκλητη γεγονός που τέθηκε υπόψη του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, 3) ότι από τη στιγμή που έχει συντελεσθεί ως προς το θέμα της ζημίας η πράξη, η οποία έγινε οριστική (ήτοι η διόρθωση του με αριθμό …2010 φύλλου ελέγχου από τη ΔΟΥ Ξάνθης) και υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση (η με αριθμό 1147/2017 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) τροποποιήσεως ή ανατροπής του τίτλου του έτους κατά το οποίο προέκυψε η ζημία (2004), ο οποίος ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο του έτους της μεταφοράς (2005), στην περίπτωση αυτή στη φορολογική αρχή, δηλαδή στο ΚΕΜΕΕΠ απόκειται να προσαρμόσει προς τα νέα δεδομένα περί της ζημίας την εγγραφή, την αναγόμενη στο έτος της μεταφοράς (2005), με συμπληρωματική πράξη, 4) ότι η απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου, μολονότι ως προς το διατακτικό της είναι απορριπτική, επί της ουσίας ανοίγει τον δρόμο για την οριστική διευθέτηση της υπόθεσης υπέρ των συμφερόντων της εταιρίας, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι έχει καταβάλει το 1/2 του ποσού του φόρου και περαιτέρω κατά των νομίμων εκπροσώπων της έχει ασκηθεί και ποινική δίωξη και η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης έχει επανειλημμένα αναβληθεί, προκειμένου να διευθετηθεί επί της ουσίας η διαφορά, 5) ότι η Σ. από κάθε άποψη, σε κάθε επίπεδο, δηλαδή λογιστικό, φοροτεχνικό και νομικό, έπραξε τα δέοντα κατά τον χειρισμό της υπόθεσης αυτής, από το αρχικό της στάδιο και μέχρι σήμερα και επ' αυτού δεν μπορεί να υπάρχει καμία αντίθετη και τεκμηριωμένη κρίση και άποψη, γεγονός που αποδέχεται κατ' αρχήν το ΚΕΜΕΕΠ, δηλαδή ο ελεγκτής της Σ., ο επόπτης του και η Προϊσταμένη του Δικαστικού. Σημειώνω ότι όλα τα ανωτέρω τα λέγω υπό την επιφύλαξη ότι δεν έχουμε λάβει επίσημα την απόφαση στα χέρια μας, θεωρώ όμως ότι οι πιθανότητες να προκύψει κάτι άλλο είναι απειροελάχιστες έως μηδαμινές, σύμφωνα με όσα μου μετέφερε η έμπειρη συνάδερφος, η οποία είναι η μόνη που ανέγνωσε το κείμενο της αποφάσεως. Ήδη με τον κ. Γενικό επισκεφτήκαμε το ΚΕΜΕΕΠ, όπου τόσο ο Ελεγκτής και ο Επόπτης, οι επιφορτισμένοι με τον συγκεκριμένο έλεγχο, όσο και η Προϊσταμένη Δικαστικού υπερθεματίζουν υπέρ των απόψεών μας. Στους ανωτέρω τέθηκε υπόψη η απόφαση με αριθμό 460/2000 του ΣτΕ και μετά από δικές μας ενέργειες έχουν ήδη λάβει τόσο από εμάς όσο και υπηρεσιακά από τη ΔΟΥ Ξάνθης, αντίγραφο της με αριθμό 1147/2017 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά του σχετικού πιστοποιητικού της Γραμματείας του Δικαστηρίου αυτού ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, καθώς και το διορθωμένο με αριθμό …2010 φύλλο ελέγχου, που αφορούσε στη χρήση 2004 και σύμφωνα με τη δήλωση τους, αναμένουν την επίδοση της με αριθμό 4951/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου για τις περαιτέρω ενέργειές τους. Θεωρώ ότι στην παρούσα φάση, μετά την επίδοση της απόφασης αυτής, είναι ορθό να επισκεφθούμε εκ νέου το ΚΕΜΕΕΠ και να επιμείνουμε στην ταχεία προσαρμογή πράξεών του στα νέα δεδομένα, ως έχει υποχρέωση αυτό να πράξει άλλωστε σύμφωνα με όσα εξέθεσα ανωτέρω. Τούτο λέγω επειδή και η ίδια η Προϊσταμένη Δικαστικού, σε νεότερη τηλεφωνική επικοινωνία, μου είπε ότι κατά την άποψή της και μετά από την επισκόπηση της απόφασης με αριθμό 460/2000 του ΣτΕ που της έθεσα υπόψη (και η οποία παρατίθεται αυτούσια ως προς το επίμαχο σημείο στη μείζονα σκέψη της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών), για το υπό κρίση ζήτημα δεν μπορεί να υπάρχει άλλη ερμηνεία". Από τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον ενάγοντα στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, προκύπτει ότι το έτος 2010 διενεργήθηκε σε βάρος της εναγομένης φορολογικός έλεγχος για τα έτη 2003 και 2004 από το Δ. Ε. Κ. (Δ.), το οποίο δεν αποδέχθηκε για τη χρήση του 2004 μέρος της δηλωθείσας ζημίας ύψους 2.045.290,72 ευρώ και προσδιόρισε τα έσοδα της εταιρίας προσθέτοντας το ποσό αυτό. Η εναγομένη, με τον νομικό της σύμβουλο ενάγοντα, άσκησε την από 17- 5-2010 προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με τη με αριθμό 1147/2017 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στις 4-2-2017. Το έτος 2014 διενεργήθηκε νέος φορολογικός έλεγχος σε βάρος της εναγομένης από το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΕΠ), για τα οικονομικά έτη 2005 έως και 2009, ο οποίος δέχθηκε ως ζημία της εταιρίας το αρχικώς προσδιορισθέν από τον έλεγχο του 2010 και όχι αυτό που ισχυριζόταν η εταιρία και δέχθηκε το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με αποτέλεσμα να καταλογίσει επιπλέον φόρο ύψους 1.021.462,47 ευρώ και επί της πράξεως αυτής ασκήθηκε η νέα από 9-12-2014 προσφυγή της εναγομένης, με επιμέλεια του ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4951/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να ελέγξει παρεμπιπτόντως το αρχικό φύλλο ελέγχου για το ύψος της ζημίας, αλλά μόνο τη νομιμότητα μεταφοράς της ζημίας όταν συντελέστηκε και κατά τον χρόνο αυτό δεν είχε ακυρωθεί το αρχικό φύλλο ελέγχου και για τον λόγο αυτό απέρριψε την προσφυγή. Η συγκεκριμένη υπόθεση ήταν ιδιαιτέρως σημαντική για την εναγομένη, αφενός λόγω του ύψους του επιβληθέντος φόρου σε βάρος της και αφετέρου διότι σε βάρος κάποιων εκ των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή. Η εναγομένη υπέβαλε τη συνταχθείσα από τον ενάγοντα, από 5-11-2017 αίτησή της προς το ΚΕΜΕΕΠ, με την οποία ζητούσε τη συμμόρφωση της διοικήσεως στη με αριθμό 1147/2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου και τη διόρθωση των νέων φύλλων ελέγχου, ενώ στις 14-11-2017 ο ενάγων μετέβη στην Αθήνα για να συναντηθεί με τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΚΕΜΕΕΠ σχετικά με την υπόθεση. Το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης Κ. Π., δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, είχε αποστείλει στις 27-10-2017, πριν από την κατάθεση της αιτήσεως στο ΚΕΜΕΕΠ, επιστολή προς την εναγομένη, με αποδέκτες τον Πρόεδρο και τον Γενικό Διευθυντή αυτής, εκθέτοντας τις απόψεις του σχετικά με τον τρόπο περαιτέρω χειρισμού της υποθέσεως και συγκεκριμένα πρότεινε: 1) να γίνει αίτηση προς το ΚΕΜΕΕΠ να συμμορφωθεί με την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να προβεί στην ανάκληση όλων των προσβαλλόμενων πράξεων διορθώνοντας τον φόρο εισοδήματος, 2) σε περίπτωση που η διοίκηση καθυστερούσε, να ζητήσει η εναγομένη δικαστική προστασία από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια συμμορφώσεως της διοίκησης και ειδικότερα να υποβληθεί αίτηση προς το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκειμένου το ΚΕΜΕΕΠ να ανακαλέσει όλες τις προσβαλλόμενες πράξεις του σε συμμόρφωση με τη με αριθμό 1147/2017 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη. Επικουρικά δε, και για πληρέστερη διασφάλιση των συμφερόντων της εταιρίας, σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της αιτήσεως ανακλήσεως προς το ΚΕΜΕΕΠ ή εκδοθεί σχετικά αρνητική ρητή πράξη, τότε να ασκηθεί κατά αυτής η προβλεπόμενη από τον ΚΦΔ ενδικοφανής προσφυγή προς τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ και εν συνεχεία κατά της τυχόν ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως της τελευταίας αρχής, φορολογική προσφυγή του ΚΔΔ. Τέλος πρότεινε να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο ασκήσεως αναιρέσεως κατά της με αριθμό 4951/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ενώπιον του ΣτΕ, με βασικό λόγο το ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, χωρίς μεν να ελέγξει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη και το ύψος της ζημίας που μεταφέρθηκε στα επόμενα οικονομικά έτη, όφειλε σε κάθε περίπτωση να λάβει υπόψη του το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ως προς τη γενόμενη μεταφορά οικονομικών αποτελεσμάτων εχώρησε δια της υπ' αριθ. 1147/2017 οριστικής και ήδη αμετάκλητης αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία ήταν αμέσως εκτελεστή και το μεταρρυθμιστικό της αποτέλεσμα ίσχυε erga omnes από την έκδοσή της κατά το άρθρο 196 ΚΔΔ) ανατροπή του τίτλου, βάσει του οποίου εκδόθηκαν οι αποφάσεις του ΚΕΜΕΕΠ, ενώ το Διοικητικό Εφετείο κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 Συντάγματος στέρησε από την εταιρία από τη δυνατότητα να λάβει αποτελεσματική, πλήρη και ταχεία δικαστική προστασία, ιδίως για ένα ζήτημα με εκκαθαρισμένο το πραγματικό και νομικό μέρος αυτού. Μαζί με την επιστολή ο προαναφερόμενος δικηγόρος απέστειλε την αίτηση που είχε συντάξει ο ενάγων προς το ΚΕΜΕΕΠ διορθωμένη, προκειμένου να καταστεί περισσότερο σαφής. Η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στην εναγομένη στις 6-11-2017 και η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως συμπληρώθηκε στις 6-1-2018, ωστόσο παρήλθε άπρακτη. Ειδικότερα ο ενάγων θεωρούσε ότι η τυχόν ασκηθείσα αναίρεση ήταν απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ 3 Π.Δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3900/2010, διότι αναίρεση επιτρέπεται όταν δεν υπάρχει σχετική νομολογία του ΣτΕ ή υπάρχει αντίθετη νομολογία του ΣτΕ, ενώ στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε νομολογία του ΣτΕ που το Διοικητικό Εφετείο επικαλέστηκε και εφάρμοσε. Ωστόσο η εναγομένη δεν ενημερώθηκε ειδικώς για το ζήτημα της αναιρέσεως από τον ενάγοντα, ώστε να κρίνει εάν θα ασκηθεί ακόμη και υπό τις προϋποθέσεις αυτές το ένδικο μέσο. Μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ακολούθησε η έκδοση της με αριθμό …23-1-2018 ατομικής ειδοποιήσεως χρεών σε βάρος της εναγομένης. Ο προαναφερόμενος δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ. Κ. Π. απέστειλε την από 24-1-2018 επιστολή προς τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης, όπου εξέθετε τις ενέργειες που έκρινε ότι έπρεπε να ακολουθήσουν πλέον σχετικά με το ίδιο ζήτημα και ειδικότερα πρότεινε: 1) να γίνει αίτημα δικαστικής προστασίας προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στα πλαίσια συμμορφώσεως της διοίκησης, με τη δυνατότητα επιδικάσεως αποζημιώσεως και αναζητήσεως προσωπικών ευθυνών και δη άμεσα να υποβληθεί αίτηση προς το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου το ΚΕΜΕΕΠ να ανακαλέσει όλες τις προσβαλλόμενες πράξεις του, σε συμμόρφωση με τη με αριθμό 1147/2017 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, 2) να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, εντός 30 ημερών, ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών του Υπουργείου Οικονομικών, κατά της με αριθμό …19-1-2018 αρνητικής απαντήσεως της Διοίκησης (επί της από 5- 11-2017 αιτήσεως) να ανακαλέσει τις προσβαλλόμενες πράξεις, 3) να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή εντός 30 ημερών ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών του Υπουργείου Οικονομικών κατά της σιωπηρής απορρίψεως της Διοίκησης να ανακαλέσει τις προσβαλλόμενες πράξεις (μετά την άπρακτη παρέλευση του τριμήνου), 4) να ασκηθούν φορολογικές προσφυγές εντός 30 ημερών κατά των αρνητικών απαντήσεων (ρητών η σιωπηρών) επί των προαναφερόμενων ενδικοφανών προσφυγών, 5) να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για αναζήτηση ευθυνών επί παρανόμου μη συμμορφώσεως (περί αρνήσεως ανακλήσεως των προσβαλλόμενων πράξεων σε συμμόρφωση με την αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου), να αναζητηθούν ποινικές ευθύνες για παράβαση καθήκοντος και συνακόλουθα πειθαρχικές ευθύνες, 6) σε περίπτωση λήψεως νέου φύλλου βεβαιώσεως από τη φορολογική αρχή ΚΕΜΕΕΠ, τότε η νομική υπηρεσία της εταιρίας έπρεπε να προβεί άμεσα σε ανακοπή και αναστολή αυτών. Στις 3 Φεβρουαρίου 2018 συνήλθε το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, με την παρουσία και του Γενικού Διευθυντή Α. Κ., των Διευθυντών Ε.. Κ. και Ν.. Θ. και του ενάγοντος. Ο Γενικός Διευθυντής αιτήθηκε τη μαγνητοφώνηση της συνεδριάσεως αλλά ο ενάγων τον ενημέρωσε ότι παρέλειψε να φέρει το μαγνητόφωνο. Ακολούθως ο Γενικός Διευθυντής ανέφερε ότι κατά την άποψή του έγιναν πέντε λάθος χειρισμοί στη συγκεκριμένη υπόθεση από τον ενάγοντα και ειδικότερα: α) ότι είτε δε θα έπρεπε να δικαστεί η υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών είτε θα έπρεπε αυτή να αναβληθεί, μέχρι να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν ευνοϊκή για την εταιρία, β) ο ενάγων, ως νομικός σύμβουλος της εταιρίας, έπρεπε να κοινοποιήσει την απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στο ΚΕΜΕΕΠ και τα τροποποιημένα φύλλα ελέγχου της Δ.Ο.Υ Ξάνθης, το οποίο δεν έπραξε, γ) ότι ο ίδιος προσωπικά είχε ρωτήσει τον ενάγοντα για το εάν θα έπρεπε μετά την επιστολή του ΚΕΜΕΕΠ στην ΑΑΔΕ να πραγματοποιήσουν συνάντηση μαζί της για να τους εξηγήσουν τη θέση της εταιρίας, ερώτημα στο οποίο ο ενάγων απάντησε κατηγορηματικά ότι δε θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η συνάντηση αυτή, διότι υπήρχε κίνδυνος να καταφέρουν αντίθετα αποτελέσματα για τα συμφέροντα της εταιρίας, ο ίδιος δε ακολούθησε την άποψη του ενάγοντος, με αποτέλεσμα η ΑΑΔΕ να στείλει αρνητική επιστολή προ το ΚΕΜΕΕΠ και να καταλογιστεί πρόστιμο, δ) ότι ο ενάγων δεν προσέφυγε στην Επιτροπή Συμμόρφωσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ε) ότι ο ενάγων άφησε να παρέλθουν άπρακτες οι σχετικές προθεσμίες και δεν προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο ενάγων απάντησε στη δεύτερη παρατήρηση ότι "Δεν είμαστε μπανανία" και ότι η Δ.Ο.Υ. Ξάνθης όφειλε να αποστείλει τα έγγραφα στο ΚΕΜΕΕΠ και στην τρίτη παρατήρηση ότι πραγματικά ο ίδιος συνέστησε να μην γίνει η συνάντηση, ο Γενικός Διευθυντής όμως όφειλε να πάρει την απόφαση και ο τελευταίος του ανταπάντησε ότι ο ίδιος δεν είναι νομικός και εάν όφειλε να λάβει θέση επί νομικών θεμάτων, τότε δεν χρειαζόταν νομικό σύμβουλο η εταιρία. Επίσης ο Γενικός Διευθυντής ανέφερε ότι στις 10-1-2018 η εταιρία έλαβε την απαντητική επιστολή του ΚΕΜΕΕΠ, επί του αιτήματος που είχε υποβάλει στις 6-11-2017, με το οποίο ζητούσε από αυτό να εφαρμόσει δύο αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, τη με αριθμό 1147/2017 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τη με αριθμό 4951/2017 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και συμμορφούμενο με αυτές τις αποφάσεις να προβεί άμεσα στη διόρθωση των πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου που έχει εκδώσει και να επιστραφεί κάθε ποσό φόρου που είχε καταβάλει η εταιρία εξαιτίας των πράξεων αυτών. Στην απάντησή του δε το ΚΕΜΕΕΠ αναφέρει ότι αυτό δεν προβλέπεται από τη με αριθμό 4951/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και δεν μπορεί να προβεί σε διόρθωση των ανωτέρω πράξεων, επικαλούμενο σχετική οδηγία που του απέστειλε η Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης, μετά από σχετικό ερώτημα που απεύθυνε σε αυτήν. Ο Γενικός Διευθυντής της εναγομένης επεσήμανε ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν ήταν θετική για την εταιρία, αφενός διότι δεν θα της επιστραφεί το ποσό φόρου ύψους 500.000 ευρώ που έχει καταβάλει και αφετέρου έχει βεβαιωθεί και το υπόλοιπο του ποσού αυτού περίπου 800.000 ευρώ, για το οποίο πρέπει να προσφύγουν στα δικαστήρια για να μην αναγκαστούν να το καταβάλουν άμεσα. Ανέφερε δε ότι σε συνεννόηση με τον ενάγοντα απευθύνθηκαν σε δικηγορικό γραφείο της Αθήνας του καθηγητή του φορολογικού δικαίου κ. Φ., προκειμένου να συνδράμει με τις εξειδικευμένες του γνώσεις στη διευθέτηση της υποθέσεως και ήδη χειρίζεται την υπόθεση για λογαριασμό του ανωτέρω γραφείου ο δικηγόρος Αθηνών Π.. Στη συνέχεια τον λόγο έλαβε ο ενάγων, ο οποίος ανέφερε ότι μετά την ταμειακή βεβαίωση του ποσού του φόρου που έγινε από το ΚΕΜΕΕΠ, η εταιρία άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ανακοπή και αίτηση αναστολής, με αίτημα προσωρινής διαταγής, δικόγραφα που επιμελήθηκε ο ίδιος σε συνεργασία με τον δικηγόρο Π. και την προηγούμενη ημέρα συζητήθηκε η προσωρινή διαταγή, η οποία έγινε δεκτή και ως εκ τούτου μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναστολής, που θα συζητείτο σύντομα, υπήρχε προσωρινή δικαστική προστασία και η εταιρία δεν κινδύνευε με τη λήψη αναγκαστικών μέτρων εις βάρος της. Επίσης ανέφερε ότι πήρε την πρωτοβουλία και επικοινώνησε με την υπάλληλο της Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων κ. Μ., που ήταν επιφορτισμένη με την υπόθεση της εταιρίας, η οποία αφού κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα εξέλαβε ενδεχομένως, τον διαβεβαίωσε ότι, σε συνεννόηση με τον Διευθυντή της, θα εισάγει το θέμα προς εξέταση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Επίσης είπε ότι δεν είναι ευθύνη της εταιρίας ότι το Δημόσιο δε θέλει να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις και ότι το δικαστήριο δεν χρειάστηκε παρά μόνο δύο λεπτά να ακούσει την υπόθεση, για να κάνει δεκτό το αίτημα προσωρινής διαταγής της εταιρίας. Επίσης ανέφερε ότι επί της αρνητικής απαντήσεως της διοίκησης θα ασκηθεί και ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, με την προσδοκία να επιλυθεί το ζήτημα που προέκυψε. Μετά τον ενάγοντα τον λόγο έλαβε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Κ.. Π., ο οποίος ανέφερε ότι κατά την άποψή του είχαν υπερεκτιμήσει την έκβαση της υποθέσεως στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, όπου θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να έχει αναβληθεί η υπόθεση μέχρι να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δικαίωνε την εταιρία, έτσι ώστε η κρίση του τελευταίου δικαστηρίου να αποτελεί δεδικασμένο, από το οποίο δεν θα μπορούσε να αποκλίνει το Διοικητικό Εφετείο και όχι παρεμπίπτουσα κρίση, στην οποία δε δικαιούτο να προβεί. Ακολούθως έλαβε το λόγο ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας Κ. Λ., ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν τα καταλαβαίνει αυτά και το μόνο που γνωρίζει είναι ότι έχασαν την υπόθεση και ότι θα έχει πρόβλημα με την περιουσία του και το σπίτι του, εξέφρασε δε το φόβο του μήπως έρθει αντιμέτωπος και με ποινές φυλακίσεως. Στο σημείο αυτό παρενέβη ο ενάγων, ο οποίος είπε στον Κ.. Λ. ότι δεν μπορεί να εκφέρει άποψη, διότι δεν έχει γνώσεις Νομικής. Μετά την παρέμβαση αυτή, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δ.Σ., δημιουργήθηκε ένταση στη συνεδρίαση και ο Γενικός Διευθυντής Α.. Κ. ζήτησε την παρέμβαση του Προέδρου Π.. Τ. και την αποπομπή του ενάγοντος από την αίθουσα. Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. πήρε τον λόγο και ζήτησε από τον ενάγοντα άμεσα να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του και στη συνέχεια ανάφερε ότι ο ενάγων τους διαβεβαίωνε σε κάθε συζήτηση ότι η υπόθεση θα έβγαινε υπέρ της εταιρίας τους, όμως δυστυχώς την έχασαν και όπως ανέφερε και ο Κ..Λ. κινδυνεύουν και τα δικά του περιουσιακά στοιχεία και ότι εδώ και καιρό δεν μπορεί να εκδώσει φορολογική ενημερότητα και ότι φοβάται και ο ίδιος για ποινές φυλακίσεως. Ακολούθως έλαβε το λόγο το μέλος του Δ.Σ. Χ..Α., ο οποίος ανέφερε ότι αναμφίβολα στη συγκεκριμένη υπόθεση έγιναν ατυχείς χειρισμοί από την πλευρά του ενάγοντος, πλην όμως όφειλαν να προστατέψουν τα συμφέροντα της εταιρίας, το κύρος της, αλλά και την προσωπική περιουσιακή κατάσταση του προέδρου της εταιρίας και του διευθύνοντος συμβούλου της, οι οποίοι διώκονται και ως εκ τούτου πρότεινε να προχωρήσει η εταιρία σε ρύθμιση του υπολοίπου ποσού της φορολογικής διαφοράς με το Δημόσιο και να ξεκινήσει μετά την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων η σταδιακή καταβολή αυτών. Ανέφερε δε τέλος ότι το λυπηρό ήταν ότι έχασαν τη δυνατότητα προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ ταυτόχρονα επεσήμανε ότι η εταιρία θα πρέπει να εξαντλήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, προκειμένου να επιδιώξει την έκδοση νέας αποφάσεως από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, καθώς επίσης και από την Επιτροπή Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Μετά την προαναφερόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Χ. Κ. και ο Διευθύνων Σύμβουλος Λ. Κ. απέστειλαν προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Π. Τ., την από 5-2-2018 επιστολή τους, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …5-2-2018, στην οποία ανέφεραν ότι κατά την ως άνω συνεδρίαση δέχθηκαν απρόκλητη, φραστική επίθεση από τον ενάγοντα, που τους πρόσβαλε ευθέως και με σκαιώδη τρόπο και η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από τη συζήτηση που προηγήθηκε και αφορούσε σε λάθη και παραλείψεις του τελευταίου, εξέφρασαν δε την άποψη ότι ο νομικός σύμβουλος της εταιρίας και οι λοιποί δικηγόροι αυτής θα πρέπει να προσκαλούνται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μόνο για τα θέματα που τους αφορούν. Στις 20 Φεβρουαρίου 2018 η εναγόμενη, με το με αριθμό πρωτοκόλλου …20-2-2018 έγγραφο της, το οποίο υπέγραφε ο Γενικός Διευθυντής Α.. Κ., ζήτησε από τον ενάγοντα να την ενημερώσει εγγράφως για τις εκκρεμείς δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις της εταιρίας, που χειριζόταν ο ίδιος και εντός πέντε ημερών να μεριμνήσει ώστε να συγκεντρωθούν όλοι οι φάκελοι των δικαστικών και εξωδικαστικών υποθέσεων της εταιρίας, που χειρίστηκε ή χειρίζεται και να παραδοθούν στην έδρα την εταιρίας στην … προκειμένου να οργανωθεί νομικό αρχείο. Ο ενάγων απάντησε με την από 23-2-2018 επιστολή του, όπου παρέθετε λεπτομερώς τις υποθέσεις που ήταν εκκρεμείς και το στάδιο αυτών και εν συνεχεία ζητούσε να ενημερωθεί για ποιον λόγο ζητήθηκε να γίνει νομικό αρχείο στην …, δεδομένου του ότι τόπος παροχής των νομικών υπηρεσιών του δεν ήταν η …, αλλά η …, όπου ο ίδιος παρείχε την εργασία του αδιαλείπτως από το έτος 2000 και για τον λόγο αυτό έκρινε ότι δεν ήταν ορθό να παραδοθούν οι φάκελοι, αλλά σε εύλογο χρόνο με δική του ευθύνη και επιμέλεια να γίνουν αντίγραφα αυτών και να αποσταλούν στην έδρα της εταιρίας για να γίνει το νομικό αρχείο αυτής. Εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι η οργάνωση του αρχείου δεν συνδέεται με την υποβάθμιση του ρόλου του και της θέσεως που κατέχει στην εταιρία. Τέλος, ζητούσε να ενημερωθούν οι δικηγόροι Ε. Σ. και Α. Γ., των Δικηγορικών Συλλόγων Ροδόπης και Ξάνθης αντίστοιχα, οι οποίοι αμείβονταν σταθερά και πάγια από την εταιρία, δυνάμει σχετικών συμβάσεων που είχαν υπογράψει με τη διοίκησή της, να αποστείλουν αντίστοιχα τους φακέλους με τις υποθέσεις που χειρίζονταν, προκειμένου ο ίδιος να μπορεί να επιμεληθεί συνολικά για την οργάνωση του αρχείου που αποφάσισε η εταιρία, ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι έκρινε σκόπιμο και οι τελευταίοι να ενημερώσουν την εταιρία εγγράφως για τις υποθέσεις που χειρίζονται. Απέστειλε δε την ως άνω επιστολή του και στον Πρόεδρο της εταιρίας για να ενημερώσει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Ακολούθησε η με αριθμό πρωτοκόλλου …27-2-2018 επιστολή του Προέδρου του Δ.Σ. στην οποία ο αποστολέας ανέφερε ότι η εταιρία εμφανίζει αυξανόμενο αριθμό εταιρικών και εμπορικών ζητημάτων, που καθιστούν αναγκαία την πληρέστερη οργάνωση των παρεχόμενων νομικών υπηρεσιών της και ότι θα ήταν ευκταίο να υλοποιείται ο πρώτος όρος της συμβάσεώς τους (παροχή υπηρεσιών στην έδρα της εταιρίας), λόγω του αυξανόμενου ρυθμού καθημερινών εκκρεμοτήτων και να φυλάσσονται οι φάκελοι υποθέσεων που διαχειρίζεται ο ίδιος στην έδρα της εταιρίας, πράγμα που ποτέ δεν έχει πράξει, ούτε έχει παραδώσει, αρχειοθετήσει κλπ στην έδρα της εταιρίας σχετικά έγγραφα όπως ευνόητα έχει υποχρέωση. Επίσης του επεσήμανε ότι η τακτική της εταιρίας και της διεύθυνσής της προς τους λοιπούς νομικούς και άλλους συνεργάτες της ιεραρχικά δεν τον αφορά, αφού δεν είναι προϊστάμενος αυτών και τέλος του ζήτησε να εκτελέσει άμεσα την εντολή περί οργανώσεως και παραδόσεως των πρωτότυπων φακέλων και εγγράφων των υποθέσεων της εταιρίας στα γραφεία της στην … και τον ενημέρωσε ότι η χρήση εγγράφων για εκκρεμείς δίκες θα γίνεται εκ των πρωτοτύπων τηρούμενων στην εταιρία, κατόπιν συνεννοήσεως με τη γραμματεία. Στο ανωτέρω έγγραφο ο ενάγων απάντησε με την από 16-3-2018 επιστολή του, που απηύθυνε προς τον Γενικό Διευθυντή Α.. Κ. και κοινοποίησε στον Πρόεδρο του ΔΣ Π.. Τ., σχετικά με τη βίαιη αλλαγή συμπεριφοράς της εταιρίας προς το πρόσωπο του και τη μεταξύ τους συνεργασία. Στην επιστολή επεσήμανε την καθημερινή ενασχόληση με τις υποθέσεις της εταιρίας, τη συνεχή επικοινωνία του με τους εκπροσώπους αυτής, την επιμέλεια του για την πρόσκληση και συνεδρίαση του Δ.Σ και της Γενικής Συνελεύσεως, στα οποία παρίστατο πάντοτε και την εκτός έδρας εργασία του. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι από τις αρχές Φεβρουαρίου 2018 παρατηρεί αλλαγή συμπεριφοράς προς το πρόσωπο του, καθώς δεν κλήθηκε να παρασταθεί στο τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, ούτε στη Γενική Συνέλευση αυτής, που έλαβαν χώρα στις 3-3-2018, ενώ παράλληλα δεν του ανατέθηκε έκτοτε κάποια νομική εργασία, αδικαιολόγητα, μετά την επιτυχημένη πολυετή μεταξύ τους συνεργασία. Τέλος, έθεσε τις υπηρεσίες του στη διάθεση της εταιρίας και ζήτησε να του γνωστοποιήσει η τελευταία την αιτία της αλλαγής της συμπεριφοράς της, καθώς και τις προθέσεις της αναφορικά με τη συνέχιση της συνεργασίας τους. Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου …19-3-2018 επιστολή της εναγομένης, που υπέγραφε ο Γενικός Διευθυντής Α..Κ., ο ενάγων κλήθηκε στην … στις 23-3-2018, προκειμένου να συζητηθούν τα θέματα της επιστολής του. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο ενάγων μετέβη στην … και εκεί ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο Γενικός Διευθυντής του ανακοίνωσαν ότι απόφαση επί των θεμάτων που έθεσε με την ανωτέρω επιστολή του θα λάβει το Διοικητικό Συμβούλιο. Όπως προκύπτει από το με αριθμό …27-4-2018 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, στη συνεδρίαση της 27-4-2018 παραστάθηκαν δέκα από τα έντεκα μέλη αυτού: οι Π. Τ., Πρόεδρος, Κ. Χ., Αντιπρόεδρος, Κ. Λ., Διευθύνων Σύμβουλος, Κ. Π., Θ. Γ., Π. Π., Χ. Α., Ι. Κ., Α. Δ. και Κ. Π., Σύμβουλοι, ενώ ήταν επίσης παρόντες ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας Α. Κ. και οι Διευθυντές Ε. Κ., Σ. Ε. και Ν. Θ.. Ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας ανέφερε ότι στην εναγόμενη απασχολείται με σύμβαση έμμισθης εντολής ο ενάγων, ο οποίος προσελήφθη την εποχή που η έδρα της εταιρίας και ο κύκλος εργασιών της αναπτυσσόταν από την …, όπου διατηρεί και ο ενάγων την επαγγελματική του έδρα, αλλά σήμερα δεν ισχύει αυτό και η εταιρία χρειάζεται σχεδόν σε καθημερινή βάση την υποστήριξη σε νομικά θέματα, στα γραφεία της στην …, όπου εδρεύει η Διοίκησή της και εργάζονται τα στελέχη της, ενώ λόγω του μεγάλου κύκλου εργασιών της προκύπτουν πολλά και ποικίλα νομικά θέματα και προβλήματα που χρήζουν εξειδικευμένων νομικών γνώσεων, τις οποίες ένας μόνο δικηγόρος δεν μπορεί να καλύπτει. Ανέφερε επίσης ότι υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που η νομική κάλυψη, την οποία παρείχε στην εταιρία ο ενάγων, δεν ήταν επαρκής, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η εναγομένη δεν αποτελεί γι' αυτόν πρώτη προτεραιότητα, γεγονός που δημιούργησε σοβαρά κενά στην εύρυθμη λειτουργία της και ανέφερε ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι: α) η φορολογική υπόθεση που απασχολεί την εταιρία, για την οποία, παρά το μεγάλο οικονομικό της διακύβευμα, αφού αφορά φορολογικό πρόστιμο ύψους μεγαλύτερου του 1.000.000 ευρώ, ο ενάγων έκρινε αυθαίρετα και χωρίς να ενημερώσει την εταιρία ότι δεν έπρεπε να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της με αριθμό 4951/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, β) η υπόθεση κλοπής ποσότητας καπνού από τις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της Σ., στην οποία η εταιρία ζήτησε από τον ενάγοντα να έρθει άμεσα στην … προκειμένου να τους κατευθύνει στον νομικό χειρισμό της υποθέσεως, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να έρθει, με αποτέλεσμα ο διευθυντής της Σ.. Μ. Κ. να καταθέσει το ίδιο βράδυ στις αστυνομικές αρχές χωρίς την καθοδήγηση του νομικού συμβούλου της εταιρίας. Ότι όταν την επόμενη ημέρα η εναγομένη έλαβε κλήση για κατάθεση, ο ενάγων εκλήθη εκ νέου να μεταβεί από τη … στην …, χωρίς και πάλι να έρθει, με αποτέλεσμα ο κ.Κ. να καταθέσει χωρίς την ουσιαστική καθοδήγηση του νομικού συμβούλου, που περιορίστηκε σε σύντομες από το τηλέφωνο κατευθύνσεις, παρά τη σοβαρότητα της καταστάσεως, ενώ η διοίκηση της εταιρίας αποφάσισε μόνη της εάν ήταν συμφέρον να πάρει πίσω τα κατασχεμένα από την αστυνομία καπνά, που παράνομα είχε αφαιρέσει ο κατηγορούμενος- υπάλληλος από την εταιρία. Ότι στις 6-6-2017, σε σύσκεψη που έγινε στα γραφεία της εναγομένης, παρουσία του ενάγοντος και του κ. Π., αποφασίστηκε η εναγομένη να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στην υπόθεση και άμεσα να κατατεθεί αγωγή κατά του κατηγορουμένου- εργαζομένου, την οποία ο ενάγων κατέθεσε κατόπιν ιδιαίτερης πιέσεως και κωλυσιεργίας, διότι επικαλείτο φόρτο εργασίας από υποθέσεις του γραφείου του, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος- εργαζόμενος να εγείρει αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω απολύσεως κατά της εναγομένης και τελικά, μετά από έντονες πιέσεις του Γενικού Διευθυντή της εταιρίας, ο ενάγων κατέθεσε τη σχετική αγωγή. Ανέφερε επίσης ότι το δικόγραφο προσθέτων λόγων (μάλλον εννοεί της προσθήκης των προτάσεων) που η εναγομένη έπρεπε να καταθέσει για την εκκρεμή αγωγή, εστάλη από τον ενάγοντα με αξιοσημείωτη ολιγωρία, γ) η τακτοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων της εναγομένης στη …, για την οποία ανέφερε ότι ο ενάγων καθυστέρησε αδικαιολόγητα τη σχετική διαδικασία με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η παροχή εμπράγματης ασφάλειας στην "A. B.", προκειμένου να αποδεσμευτούν εγκαίρως τα κεφάλαια της εναγομένης που είχαν κατατεθεί στη συγκεκριμένη τράπεζα και να χρησιμοποιηθούν αυτά για την επένδυση της εταιρίας στα …, δ) τα συμβόλαια κατασκευής νέου εργοστασίου στο …, για τα οποία ανάφερε ότι, παρά το γεγονός ότι η εταιρία διαθέτει στη F. σκοπιανό δικηγόρο, την 11-9-2017 υπέγραψε συμβόλαιο, το οποίο συνέταξε ο ενάγων μεταξύ της Σ.. P. και της κατασκευάστριας εταιρίας, χωρίς να έχει συμβουλευθεί προηγουμένως τον δικηγόρο Σκοπίων, όπως του είχε υποδείξει ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας, με αποτέλεσμα το συμβόλαιο που υπέγραψε να έχει κενά και να μην μπορεί να υλοποιηθεί. Επίσης ανέφερε ότι ο ενάγων, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 3-2-2018, επιτέθηκε φραστικά στα μέλη αυτού κ.κ Λ. και Χ., αντιδρώντας με ένταση σε συζήτηση που προηγήθηκε για τα λάθη και τις παραλείψεις του σε νομική υπόθεση που χειρίστηκε ο ίδιος, με αποκορύφωμα της απρεπούς και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του τις αιχμές του περί υποβολής εγκλήσεως για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ανέφερε επίσης ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με επιστολή τους στον Πρόεδρο κ. Τ. εξέφρασαν την έντονη διαμαρτυρία τους για την αδικαιολόγητη φραστική επίθεση που δέχτηκαν από τον ενάγοντα και ζήτησαν τη μη πρόσκλησή του στα διοικητικά συμβούλια της εταιρίας, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που άμεσα τον αφορούν. Θεώρησε επίσης ότι η εκ μέρους του ενάγοντος κοινοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εξώδικης διαμαρτυρίας προς την εταιρία, που δε συνάδει με το πνεύμα καλής συνεργασίας και συναίσθησης της ομαλής λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου και του ίδιου, επιρρωνύει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι έχουν διαρραγεί με οριστικό πλέον τρόπο οι μεταξύ τους επαγγελματικές αλλά και προσωπικές σχέσεις. Για τους ανωτέρω δε λόγους εισηγήθηκε: α) η εταιρία να απολαμβάνει νομικής συνδρομής από διάφορους νομικούς - δικηγόρους ανά περίπτωση συνεργαζόμενους με αυτήν, εξειδικευμένους στα θέματα που θα προκύπτουν και ανάλογα με τη σοβαρότητα αυτών και β) τη νόμιμη καταγγελία της έμμισθης εντολής του ενάγοντος με την εταιρία. Το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από διαλογική συζήτηση, αποφάσισε ομόφωνα να κάνει δεκτή την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή Α. Κ. και να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής του ενάγοντος, εξουσιοδότησε δε τον Γενικό Διευθυντή να υπογράψει την εξώδικη καταγγελία και να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία για τη λύση της συμβάσεως. Στις 8-5-2018 ο ενάγων επέδωσε με δικαστικό επιμελητή στην εναγομένη την από 7-5-2018 εξώδικη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι έλαβε χώρα συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της στις 27-4-2018, δεν του είχε κοινοποιηθεί μέχρι τότε απόφαση σχετικά με τα θέματα που είχε θέσει με την από 16-3-2018 επιστολή του, για τα οποία στις 22-3-2018 ενημερώθηκε από την εταιρία, κατόπιν αυτοπρόσωπης επικοινωνίας που είχε με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Γενικό Διευθυντή της, ότι θα λάβει απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο. Επίσης διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά της εναγομένης, που δεν του είχε αναθέσει από τον Φεβρουάριο 2018 κάποια νομική εργασία, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ιδίου, συμπεριφορά προσβλητική και απαξιωτική για το πρόσωπο του, μετά την πολυετή επιτυχημένη προσφορά των νομικών υπηρεσιών του σε αυτήν και κάλεσε την εταιρία να άρει άμεσα την ως άνω προσβολή, με την ανάθεση νομικών εργασιών και παράλληλα να τον ενημερώσει για την εξέλιξη όλων των δικαστικών και εξωδικαστικών υποθέσεων της εταιρίας, διαφορετικά θα ασκούσε δικαστικώς τα δικαιώματά του. Στις 10 Μαΐου 2018 η εναγόμενη επέδωσε στον ενάγοντα την από 10-5-2018 εξώδικη καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής, την οποία κοινοποίησε και στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, όπου ανέφερε ότι κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της στις 27-4-2018 αποφασίστηκε η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής, που ίσχυε μεταξύ τους, λόγω της εκ μέρους του πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ως νομικός σύμβουλος της εταιρίας και ότι η ίδια καταγγέλλει με άμεση ισχύ τη σύμβαση έμμισθης εντολής που τους συνέδεε και του προσφέρει ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 35.453,32 ευρώ. Ταυτόχρονα του εγχείρισε την από 10-5-2018, με αριθμό …, επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 35.453,32 ευρώ, προς πλήρη εξόφληση της αποζημιώσεως που εδικαιούτο. Τον κάλεσε επίσης, εντός τριών ημερών από τη λήψη της καταγγελίας, να παραδώσει το σύνολο των φακέλων των νομικών υποθέσεων της εταιρίας, καθώς και των εν γένει εγγράφων που βρίσκονται στα χέρια του και αφορούν την εταιρία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε καταρτίσει σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, εκτός από τον ενάγοντα και με τον Σ. Ε., δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, πρώην …, πρώην … και πολιτικό φίλο του Α. Κ., με διάρκεια από 1-2-2016 έως 31-1-2017 και συνολική αμοιβή 18.000 ευρώ, η οποία ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-2-2017 έως 31-1-2018, με συνολική αμοιβή 18.000 ευρώ. Ο ανωτέρω δικηγόρος δεν χειρίστηκε νομικές υποθέσεις της εναγομένης σε επίπεδο συμβάσεων ή δικαστηρίων, αλλά τη συνέδραμε με τις γνώσεις και γνωριμίες του σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, ενώ μετά την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος η σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και του προαναφερόμενου δικηγόρου δεν ανανεώθηκε από τυπική άποψη. Εξάλλου η εναγομένη για το διαδικαστικό σκέλος των υποθέσεών της στην … χρησιμοποιούσε τη δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης Α. Γ., πολιτική φίλη του Α. Κ.. Με την τελευταία η εναγομένη είχε καταρτίσει την από 1-1-2016 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, με ετήσια διάρκεια και ετήσια αμοιβή 10.80Θ ευρώ, την οποία δεν ανανέωσε. Ωστόσο εξακολουθούσε να τις αναθέτει εργασίες, οι οποίες όμως ήταν πάντοτε εν γνώσει του ενάγοντος και με την εποπτεία του τελευταίου, ο οποίος ήταν ο μοναδικός κατ' ουσίαν νομικός σύμβουλος της εναγομένης. Τέλος το μέλος του Δ.Σ. της εναγομένης Κ.. Π., που διατηρεί δικηγορικό γραφείο στις … και στη …, πρότεινε στην εναγομένη να συνεργαστούν για την προαναφερόμενη φορολογική υπόθεση, ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι μετά την αποχώρηση του ενάγοντος είναι ο νέος νομικός σύμβουλος της. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, που καταρτίστηκε το έτος 2005, λειτούργησε ομαλά μέχρι τον Μάιο του 2017. Ο ενάγων, φέροντας το βάρος, ως μοναδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης εταιρίας, η οποία συστάθηκε το έτος 1947 και είχε μεγάλο κύκλο εργασιών (όπως προκύπτει από τα δικόγραφα που αφορούν τη φορολογική της υπόθεση) και παρουσία στο εξωτερικό, ανταποκρίθηκε επάξια στα καθήκοντά του, χειριζόμενος πολλές και δυσχερείς υποθέσεις της εναγομένης, η οποία, εκτιμώντας την ποιότητα και ποσότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, προέβη το έτος 2016 σε σημαντική αύξηση των αποδοχών του και σε νέα αύξηση το έτος 2017. Επιπρόσθετα, παρότι συμφωνήθηκε ο ενάγων να παρέχει τις υπηρεσίες του στην έδρα της εναγομένης, που τότε ήταν ο …, διατηρήθηκε ενεργή η σύμβαση και μετά τη μεταφορά της έδρας στην …, οπότε ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του κυρίως από τη …, όπου ευρίσκετο το δικηγορικό του γραφείο, γεγονός που υποδηλώνει την εκτίμηση της εναγομένης προς το πρόσωπο του, αφού δεν τον αντικατέστησε με δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης. Οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων διαρρήχθηκαν για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2017, εξαιτίας της υποθέσεως κλοπής καπνών από κάποιον εργαζόμενο της εταιρίας, οπότε ο Γενικός Διευθυντής Α. Κ., που έχει ευρεία εξουσία εκπροσωπήσεως, ήρθε σε ρήξη με τον ενάγοντα, κατ' αρχάς διότι ήθελε να μεταβεί ο ενάγων άμεσα στην …, για να κατευθύνει την εταιρία πριν από τη λήψη μαρτυρικής καταθέσεως και όχι να περιοριστεί σε χορήγηση οδηγιών από το τηλέφωνο, κυρίως όμως διότι απαιτούσε την άμεση άσκηση αγωγής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος του εργαζόμενου. Και ενώ ο ενάγων έδωσε επαρκείς τηλεφωνικές οδηγίες για τη μαρτυρική κατάθεση και μετέβη στην … στις 6-6-2017 για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής και δεν ολιγώρησε ως προς την άσκηση της αγωγής για αδικοπραξία, αφού ήταν αναγκαίο να λάβει πρώτα την ποινική δικογραφία, γεγονός που απαιτούσε το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, ο Γενικός Διευθυντής του καταλόγισε καθυστέρηση, η οποία έκρινε ότι ήταν σε βάρος της εταιρίας και τον απείλησε εμμέσως με απόλυση, λόγω και του ζητήματος που προέκυψε την ίδια περίοδο με την υπογραφή της συμβάσεως που αφορούσε τη θυγατρική της εταιρίας στην …, η οποία όμως δεν προκάλεσε περαιτέρω προβλήματα. Έκτοτε διαμορφώθηκε αρνητικό κλίμα σε βάρος του ενάγοντος, το οποίο εντάθηκε λόγω της διαμαρτυρίας της δικηγόρου Α. Γ. για τον χρόνο αποστολής των δικογράφων και της ένορκης βεβαιώσεως για την υπόθεση της κλοπής, που όταν στα όρια λήξεως των σχετικών προθεσμιών. Ωστόσο η μεγάλη και οριστική ρήξη στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων επήλθε με τον χειρισμό της φορολογικής υποθέσεως, όπως εκτέθηκε αναλυτικώς ανωτέρω, η οποία είχε δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της εταιρίας, με την επιβολή προστίμου και σε βάρος των εκπροσώπων της, με την άσκηση ποινικής διώξεως. Λόγω και των επιστολών που απέστειλε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και δικηγόρος Κ.. Π., δημιουργήθηκε η πεποίθηση σε όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ότι ο ενάγων έσφαλε ως προς τον τρόπο χειρισμού της υποθέσεως, διότι έπρεπε, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το αρχικό φύλλο ελέγχου, να επιδιώξει την αναβολή της συζητήσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών για τα μεταγενέστερα φύλλα ελέγχου, ώστε να επιτύχει, μέσω της δεσμεύσεως του δεδικασμένου, την ακύρωση και των μεταγενέστερων φύλλων ελέγχου, μετά δε την έκδοση της αποφάσεως του τελευταίου δικαστηρίου, που απέρριψε την προσφυγή της εταιρίας, να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του ΣτΕ. Επιπρόσθετα έκριναν ότι ο ενάγων έπρεπε να καταθέσει εγκαίρως αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου η Διοίκηση να συμμορφωθεί με την ευνοϊκή για την εταιρία απόφαση και να ενεργήσει σύμφωνα με αυτήν, αλλά η αίτηση συντάχθηκε από άλλον δικηγόρο και κατατέθηκε μόλις στις 4-4-2018, μετά την έκδοση ατομικής ειδοποιήσεως, έγινε δε δεκτή με τη με αριθμό …2019 απόφαση του ανωτέρω οργάνου. Ο ενάγων όμως, από τις αρχές Οκτωβρίου 2017, που έλαβε γνώση της απορριπτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 2018, περιορίστηκε στην κατάθεση αιτήσεως στο ΚΕΜΕΕΠ για την ανάκληση των πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και σε μία μετάβαση στην Αθήνα, για να παρασταθεί στην ως άνω υπηρεσία, ενώ περί τα τέλη Ιανουαρίου 2018, μετά την έκδοση ατομικής ειδοποιήσεως σε βάρος της εναγομένης, προέβη σε άσκηση ανακοπής και αιτήσεως αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής σε συνεργασία με εξειδικευμένο στο φορολογικό δίκαιο δικηγορικό γραφείο της Αθήνας. Το κλίμα δε που διαμορφώθηκε στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που έλαβε χώρα την 3-2- 2018, μεταξύ αφενός του ενάγοντος και αφετέρου του Γενικού Διευθυντή και ορισμένων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, υποδηλώνει ότι απωλέστηκε οριστικώς η σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε στις σχέσεις των διαδίκων, όχι μόνο σε σχέση με τον ορθό χειρισμό της συγκεκριμένης υποθέσεως, που ήταν πολύ σημαντική για την εναγομένη και τους εκπροσώπους της, που διώκονταν ποινικά, αλλά γενικώς στη συνεργασία τους. Μετά τη συνεδρίαση αυτή δεν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, απεναντίας επιδεινώθηκαν με την ανταλλαγή επιστολών και εν συνεχεία εξωδίκων και η εναγομένη δεν ανέθεσε πλέον υποθέσεις στον ενάγοντα, αλλά συνεργάστηκε με άλλους δικηγόρους, ανά υπόθεση. Από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η απόλυσή του οφείλεται σε εμπάθεια του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης προς το πρόσωπο του, διότι προέκυψε ότι η στάση του ενάγοντος και ο χειρισμός των ανωτέρω θεμάτων προκάλεσε δυσαρέσκεια και σε άλλα μέση της Διοικήσεως, την οποία εξέφρασαν και στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 3-2-2018 και εγγράφως μετά τη συνεδρίαση, η δε απόφαση για την απόλυση του ενάγοντος ελήφθη στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 27- 4-2018 ομόφωνα. Δεν αποδείχθηκε επίσης βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του είχε ως βασικό λόγο τη βούληση του Γενικού Διευθυντή της εταιρίας να προσλάβει άλλους δικηγόρους, με τους οποίους διατηρούσε προσωπικές σχέσεις και πολιτική φιλία στη θέση του ίδιου, αφού όπως προεκτέθηκε και αποδείχθηκε δεν έλαβε χώρα πρόσληψη άλλου δικηγόρου στη θέση του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ως προς τη γνησιότητά του, ότι λήφθηκε απόφαση κατά τη συνεδρίαση της 27-4-2018 για την απόλυση του ενάγοντος, ο δε ισχυρισμός του τελευταίου ότι δεν λήφθηκε τέτοια απόφαση διότι δεν ενημερώθηκε άμεσα το τμήμα προσωπικού της εταιρίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της εναγομένης είναι καταχρηστική και υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια και ως εκ τούτου άκυρη, διότι η εμπιστοσύνη της εναγομένης- εντολέα προς τον ενάγοντα- δικηγόρο κλονίστηκε τόσο σοβαρά, ώστε η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να παρίσταται αδύνατη κατ' αντικειμενική κρίση, αφού στην έννομη σχέση μεταξύ δικηγόρου και εντολέα προέχει ο προσωπικός και εμπιστευτικός χαρακτήρας αυτής, που εν προκειμένω έπαυσε να υφίσταται. Εφόσον είναι έγκυρη η καταγγελία, με τον τρόπο που έγινε και με όσα προηγήθηκαν, δεν συνιστά αυτή προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Ούτε επήλθε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος επειδή μεσολάβησε διάστημα περίπου τριών μηνών από τότε που έπαυσε η εναγομένη να του αναθέτει υποθέσεις μέχρι την καταγγελία, διότι δεν είναι δυνατή σε ένα νομικό πρόσωπο, που εκπροσωπείται κατ' αρχήν από συλλογικά όργανα να καταγγείλει άμεσα τη σύμβαση του μοναδικού νομικού συμβούλου αυτής, με τον οποίο συνδέεται με πολύχρονη συνεργασία. Επομένως η επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 281 ΑΚ και το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα από ουσιαστική άποψη". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού, υπό τις, ως άνω, αναιρετικά ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές του, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής δεν υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης- αναιρεσίβλητης και δεν οφείλεται, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων- αναιρεσείων σε εμπάθεια του εκπροσώπου αυτής, ούτε στη βούληση του τελευταίου να προσλάβει άλλους δικηγόρους, αλλά οφείλεται στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς τον ενάγοντα, που, ενόψει του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της συνδέουσας αυτούς έννομης σχέσης, καθιστά αδύνατη τη συνέχιση αυτής, κατ' αντικειμενική κρίση. Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθκαν, η, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αναλήθεια του επικαλούμενου λόγου καταγγελίας (πλημμελής άσκηση των καθηκόντων του και αντισυμβατική συμπεριφορά) δεν αρκεί για να θεωρηθεί η καταγγελία καταχρηστική. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς αναφερόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α' και 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 4334/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής και της έφεσης, προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη (ΑΠ 17/2021) Ετσι λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα (ΑΠ 666/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα τα με αριθ. …3-2-2018 και …27-4-2018 πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εναγομένης, τις από 10-7-2019 και από 10-5-2018 βεβαιώσεις αυτής, καθώς και την από 5-2-2018 επιστολή του Αντιπροέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, δηλαδή έγγραφα που δεν επιτρέπει ο νόμος, αφού εκδόθηκαν από την ίδια την αναιρεσίβλητη, επιπλέον δε οι, ως άνω, επιστολή και βεβαιώσεις δεν φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως και έγγραφα που προσκομίζονται από τον εκδότη τους υπέρ αυτού, όπως τα προαναφερόμενα, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν αποκλείεται η εμμάρτυρη απόδειξη. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-4-2021 και με αριθ. κατ. …7-5-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 351/30-11-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ