Αριθμός 261/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Α. του Ι., 2. Ι. Α. του Ν. κατοίκων αμφοτέρων ... και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1 Δ. Π. του Χ. , 2. Δ. Α. Χ. , κατοίκων ... , 3.Δ. Δ. Π. , κατοίκου ... , 4. Α. Δ. Π. και 5. Ι. Δ. Π. , κατοίκων ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αναστασία Νταραντάνη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 2382Α 76/2009, 2395Α 77/2009 αγωγές καθώς και τις 2574Α84/2009 και 570Α 21/2010 παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη διαδίκων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2012 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 6ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό τις υπ'αριθ. … /24-5-02012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή, πράξη, ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη, στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πέντε πρώτους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την παρουσία των πιο πάνω πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων. Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη, εκείνη αποτέλεσε, ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 93/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 16 Νοεμβρίου του έτους 2007 και περί ώρα 17.45', ο Ν. Α. (1ος εναγόμενος Α' και Β' αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος Δ' αγωγής) οδηγούσε τον με αριθμό κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) με ρυμουλκούμενη σπαρτική μηχανή, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου της Α' και Β' αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγομένου Δ' αγωγής, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ" (3ης εναγομένης Α' και Β' αγωγής, παρεμπιπτόντως ενάγουσας Γ' αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγομένης Δ' αγωγής), και κινούνταν επί της Επαρχιακής Οδού Φτελιάς –Καλαμπακίου με κατεύθυνση από Φτελιά προς Καλαμπόκι. Την ίδια ώρα κινούνταν πίσω του και με την ίδια κατεύθυνση ο Χ. Π. (μη διάδικος, οικείος των εναγόντων Β' αγωγής), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ" (9η εναγομένη Α' και 6η παρεμπιπτόντως εναγομένη Γ' αγωγής). Επίσης, την ίδια ώρα κινούνταν στην ίδια ως άνω οδό, με αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με τα ως άνω οχήματα, ήτοι από Καλαμπάκι προς Φτελιά, ο Π. Κ. (μη διάδικος, οικείος των εναγόντων Α' αγωγής), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του. Το επίδικο ατύχημα συνέβη στο 2ο χλμ. της προαναφερθείσας οδού, όπου αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά ρεύμα κυκλοφορίας, υφίσταται δε διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή στο κέντρο και κατά μήκος του οδοστρώματος, η οποία χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,00 μ., η οδός είναι ευθεία, άσφαλτος, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 90 χλμ. την ώρα για τα οχήματα, η κατάσταση δε της οδού, εκείνη την ώρα, ήταν ξηρά (καλοκαιρία), επικρατούσε σκοτάδι (ήταν νύκτα, καθότι ο ήλιος την ημέρα εκείνη έδυσε στις 17.13' και ήδη είχε παρέλθει μισή ώρα - άρθρο 2 Κ.Ο.Κ) και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η δε κυκλοφορία των αυτοκινήτων ήταν αρκετή (βλ. την από 16-11-2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Α.Τ Δοξάτου Δράμας). Ο Ν. Α. οδηγώντας τον ως άνω γεωργικό ελκυστήρα με ρυμουλκούμενη σπαρτική μηχανή στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την οδήγηση του οχήματος του και δεν απέφυγε συμπεριφορά η οποία ήταν ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να προκαλέσει παρενόχληση στους όπισθεν αυτού κινούμενους, χρήστες της οδού (άρθρο 12 παρ.1 Κ.Ο.Κ.), αφού είχε αναμμένους δύο λευκούς προβολείς στο πίσω - πάνω μέρος του αμαξώματος του γεωργικού ελκυστήρα, οι οποίοι χρησιμοποιούνται μόνο κατά την εκτέλεση μηχανοαγροτικών εργασιών, απαγορευμένης της χρήσεως αυτών κατά την κίνηση τους στις οδούς (άρθρο 78 παρ.2 Κ.Ο.Κ.), διότι προκαλούν θάμπωση στους όπισθεν κινούμενους οδηγούς και δημιουργούν την εντύπωση ότι το όχημα, που τους φέρει, έχει διαφορετική επί του οδοστρώματος θέση, από εκείνη στην οποία πράγματι βρίσκεται, ενώ επιπλέον δεν είχε προσαρμόσει, ως όφειλε, ερυθρά φώτα θέσης και ισόπλευρους ανακλαστήρες τριγωνικού σχήματος στο πίσω μέρος της ρυμουλκούμενης από τον γεωργικό ελκυστήρα σπαρτικής μηχανής (άρθρα 35 παρ.1, 72 παρ. 1,2 και 73 παρ.1 Κ.Ο.Κ.), προκειμένου να διακρίνεται το πλάτος αυτής, η οποία, μάλιστα, ήταν κατά πενήντα εκατοστά του μέτρου πλατύτερη από το επιτρεπόμενο πλάτος των 2,50 μέτρων, ήτοι είχε πλάτος 3,00 μέτρα (άρθρα 53 παρ.1 του Κ.Ο.Κ. σε συνδ. με Π.Δ.77/1998-ΦΕΚ.Α'71). Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του Ν. Α. ήταν, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο δεν υπήρχε φυσικός και τεχνητός φωτισμός, το μεν ρυμουλκούμενο απ' αυτόν σπαρτικό μηχάνημα, λόγω της παντελούς ελλείψεως φώτων και ανακλαστήρων, να μην είναι ορατό από τους οδηγούς που το ακολουθούσαν, ο δε ελκυστήρας, του οποίου, σημειωτέον, οι οπίσθιοι λευκοί προβολείς αυτού έφεγγαν σε οριζόντια θέση, μόνο θάμπωση και σύγχυση ως προς την ακριβή θέση και κίνηση αυτού δημιουργούσαν. Έτσι ο Χ. Π. , ο οποίος επίσης οδηγούσε αμελώς το ως άνω όχημα του, ήτοι με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη (90 χλμ./ω) ταχύτητα (άρθρο 20 του Κ.Ο.Κ.) και δεν ρύθμισε την ταχύτητα αυτού ενόψει των ως άνω συνθηκών (σκοτάδι και επαρχιακή οδός με αρκετή κίνηση) που επικρατούσαν (άρθρο 19 παρ. 1,2 Κ.Ο.Κ), δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον προπορευόμενο αυτού γεωργικό ελκυστήρα, που οδηγούσε ο Ν. Α. με τη ρυμουλκούμενη σπαρτική μηχανή καθώς και τις ακριβείς διαστάσεις της, τα οποία αντιλήφθηκε σε απόσταση 40 μ. περίπου, όσο δηλαδή το βεληνεκές των μεσαίων φώτων (διασταυρώσεως), που προφανώς έφερε τη στιγμή εκείνη, λόγω της διασταυρώσεως του με αντιθέτως κινούμενη οχήματα και παρότι τροχοπέδησε το όχημα που οδηγούσε (βλ. στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας ίχνη τροχοπεδήσεως αυτού μήκους 16,30 μ.) ενεργώντας ταυτόχρονα, την τελευταία στιγμή, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, συγκρούστηκε με τον δεξιό εμπρόσθιο τροχό του επί του αριστερού οπίσθιου τροχού της ρυμουλκούμενης σπαρτικής μηχανής, σπάζοντας, μάλιστα, το μηχανισμό έλξης (κοτσαδόρο) του γεωργικού ελκυστήρα και στη συνέχεια υψώθηκε με κλίση προς τα αριστερά του στον αέρα, αναποδογύρισε στον αέρα, έτσι ώστε ο ουρανός του συγκεκριμένου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου να κοιτάει προς το οδόστρωμα και οι ρόδες του προς τον ουρανό και διαγράφοντας μια λοξή πορεία προς τα αριστερά του, επέπεσε με σφοδρότητα στον ουρανό του κινούμενου, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε, σύννομα, ο Π. Κ. , στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του. Μετά δε την πρόσκρουση αυτή το όχημα του Χ. Π. κατέληξε στο οδόστρωμα και συγκρούστηκε πάλι με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ... (μη διάδικος). Μετά και τη νέα αυτή σύγκρουση το αυτοκίνητο του Χ. Π. ακινητοποιήθηκε. Η τελική του θέση στο οδόστρωμα ήταν ακριβώς στο μέσο αυτού και σχεδόν κάθετα ως προς αυτό, διαγώνια προς τα αριστερά της αρχικής του προσκρούσεως στη σπαρτική μηχανή. Η ταχύτητα του οχήματος του Χ. Π. υπολογίζεται ότι ανερχόταν στα 100 - 110 χλμ/ω, αυτή δε προκύπτει τόσο από την σφοδρότητα της προσκρούσεως αυτού επί της ρυμουλκούμενης από τον ελκυστήρα σπαρτικής μηχανής, εκτινάξεως και διαδοχικής εν συνεχεία προσκρούσεως αυτού επί του οχήματος που οδηγούσε ο Π. Κ. και εν συνεχεία επ' αυτού που οδηγούσε ο ... , όσο και από το σύνολο των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων στο Ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίοι (όλοι) κάνουν λόγο για αυξημένη, ενόψει των συνθηκών, ταχύτητα του οχήματος του Χ. Π. . Η προπεριγραφείσα σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστούν θανάσιμα ο Π. Κ. , 45 ετών, και ο Χ. Π. , 22 ετών. Στην πρόκληση του ατυχήματος, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν φέρει καμία ευθύνη ο Π. Κ. , ενώ είναι συνυπαίτιοι ο Ν. Α. κατά ποσοστό 70% και ο αποβιώσας Χ. Π. κατά ποσοστό 30%. Εφόσον το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την υπαιτιότητα, έκρινε ότι ο μεν Ν. Α. βαρύνεται με ποσοστό συνυπαιτιότητας 40% ο δε Χ. Π. με ποσοστό συνυπαιτιότητας 60%, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι σχετικοί με την υπαιτιότητα λόγοι εφέσεως των διαδίκων και συγκεκριμένα ο πρώτος λόγος της Γ' εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι ο αντίδικος τους οδηγός (Ν. Α. ) βαρύνεται με ποσοστό συνυπαιτιότητας 40% ενώ είναι αποκλειστικά υπαίτιος άλλως συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95%, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος, απορριπτόμενων αντίστοιχα ως αβάσιμων των σχετικών με την υπαιτιότητα λόγων των εφέσεων των αντιδίκων τους, ήτοι του τρίτου και του τέταρτου (που συνέχεται) λόγων της Β' εφέσεως και του πρώτου λόγου της αντεφέσεως στην Γ' έφεση." Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή που είχαν ασκήσει οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι, αφού κρίθηκε τότε (στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ότι οι εμπλακέντες οδηγοί Ν. Α. (πρώτος αναιρεσείων) και Χ. Π. συγγενής των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων βαρύνονται με συνυπαιτιότητα 40% και 60% αντίστοιχα, κρίνοντας τελικά το Εφετείο συνυπαίτιους τους ίδιους οδηγούς αλλά κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297,298, 330 και 914 του ΑΚ, 12 παρ.1, 18 παρ.1, 19 παρ.1, 2,3,7,20,21 παρ.1, 35 παρ.1, 53 παρ.1, 72 παρ.1, 2, 73 παρ.1 και 78 παρ.2 του ΚΟΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την διαγνωσθείσα συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών Ν. Α. και Χ. Π. η οποία αιτιωδώς και ανεξάρτητα από την επί μέρους υπαιτιότητα καθενός των δύο οδηγών, οδήγησε κατ' αιτιώδη συνάφεια στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και στα προαναφερθέντα αποτελέσματά του πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης και της κύριας αγωγής και παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων με βάση τα προαναφερθέντα ποσοστά συνυπαιτιότητας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα , όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330,914, 932 του ΑΚ, και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του ΚΟΚ στους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η προαναφερθείσα συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων οδηγών στο ένδικο ατύχημα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του. Ειδικότερα: 1) Η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο οδηγός Δ. Π. θαμβώθηκε από τους δύο λευκούς προβολείς του προπορευομένου γεωργικού ελκυστήρα που ήταν τοποθετημένοι στο πίσω μέρος του ελκυστήρα και σε λειτουργία και δεν αντιλήφθηκε εύλογα έγκαιρα και μέχρι την απόσταση των 40 μέτρων τον προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα συντελούσης και της έλλειψης ερυθρών φώτων θέσης και ισόπλευρων αντανακλαστήρων στο πίσω μέρος της ρυμουλκούμενης από τον ελκυστήρα σπαρτικής μηχανής δεν αντιφάσκει με την εν συνεχεία παραδοχή ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ο Δ. Π. τον προπορευόμενο ελκυστήρα όταν πλησίασε σε απόσταση 40 μέτρων, με τη βοήθεια των μεσαίων φώτων του οχήματός του που χρησιμοποιούσε λόγω της διασταυρώσεώς του με αντιθέτως κινούμενα οχήματα.- 2) Η παραδοχή ότι λόγω της θάμβωσης από τους αναμμένους λευκούς προβολείς του γεωργικού ελκυστήρα, δεν ήταν ορατός αυτός από τον ακολουθούντα οδηγό Χ. Π. σε απόσταση μεγαλύτερη των 40 μέτρων που φώτιζε το βεληνεκές των μεσαίων φώτων του, δεν αντιφάσκει με την εν συνεχεία παραδοχή ότι ήταν τα δύο οχήματα πλησίασαν σε απόσταση 40 μέτρων αντιλήφθηκε τότε για πρώτη φορά ο Χ. Π. τον προηγούμενο γεωργικό ελκυστήρα με το βεληνεκές των μεσαίων φώτων του οχήματός του, 3) η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι με βάση την έκθεση αυτοψίας η κυκλοφορία των αυτοκινήτων ήταν αρκετή, δικαιολογεί την εν συνεχεία παραδοχή ότι ο οδηγός του ακολουθούντος οχήματος Χ. Π. είχε προφανώς αναμμένα τα μεσαία φώτα του αυτοκινήτου του λόγω της διασταυρώσεώς του με αντιθέτως κινούμενα οχήματα, ενώ από τη χρήση της λήξης "προφανώς" δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια, αφού ο αντίστοιχος όρος, που εμφανίζει βεβαιότητα συνδέεται με τη διαπίστωση της αποδεικτικής διαδικασίας ότι η κυκλοφορία των αυτοκινήτων ήταν αρκετή. Εξ άλλου, η ίδια παραδοχή της προσβαλλόμενης για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα δεν οδηγεί εκ των πραγμάτων σε αντίφαση με την παραδοχή ότι ο οδηγός Χ. Π. είχε θαμπωθεί από τους αναμμένους λευκούς προβολείς του ελκυστήρα. Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η σπαρτική μηχανή που ρυμουλκούσε ο γεωργικός ελκυστήρας ήταν κατά 50 εκ. πλατύτερη από το επιτρεπόμενο πλάτος των 2.5 μ. σε συνδυασμό με τη μη προσαρμογή επί της σπαρτικής μηχανής ερυθρών φώτων θέσης και ανακλαστήρων, αιτιολογεί επαρκώς από άποψη αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ελκυόταν την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του Χ. Π. με το δεξιό τροχό του στον οπίσθιο αριστερό τροχό της σπαρτικής μηχανής κατά τον πραγματοποιούμενο αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά του οδήγησε αιτιωδώς στις εν συνεχεία διαδοχικές συγκρούσεις. Εξ άλλου, οι ίδιο λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση: α) με το ότι οι αναμμένοι προβολείς λευκού φωτός στο πίσω μέρος του ελκυστήρα δεν μπορούσαν να οδηγήσουν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα, β) ο οδηγός Χ. Π. παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΟΚ και γ) ότι η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του Χ. Π. επί της σπαρτικής μηχανής οδήγησε στα ίδια αποτελέσματα στα οποία θα οδηγούσε ο αποφευκτικός ελιγμός του Χ. Π. , είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής , σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ'ακόλουθα σε σχέση με τη βασιμότητα του ερευνώμενου αναιρετικού εδώ λόγου: Με τον πρώτο λόγο της από 10-10-2010 έφεσής τους οι αναιρεσείοντες παραπονέθηκαν ότι εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε την Β' κύρια αγωγή (των οικείων του αποβιώσαντος Χ. Π. ) και ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την Δ' παρεμπίπτουσα αγωγή των ιδίων εναντίον τους ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, ήτοι λόγω του ότι, κατά τα ισχυριζόμενα απ' αυτούς, περιείχαν αντιφατικούς ισχυρισμούς και συγκεκριμένα τα κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με τους προβολείς του γεωργικού ελκυστήρα αν ήταν αναμμένοι πριν ή τους άναψε ο οδηγός αυτού μετά το ατύχημα και αν ο αποβιώσας οδηγός του άλλου οχήματος, Χ. Π. , προσπάθησε ή όχι να προσπεράσει τον προηγούμενο, αναφερόταν με διάφορο τρόπο στην κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγή τους. Το Εφετείο απέρριψε τον προαναφερθέντα λόγο εφέσεως, ήδη δε η απορριπτική αυτή κρίση προσβάλλεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο επί της βασιμότατος του οποίου προκύπτουν τα ακόλουθα: Αρχικά με την από 15-7-2009 αγωγή τους που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 13-11-2009 οι κληρονόμοι του θανατωθέντος οδηγού κατά το ίδιο τροχαίο ατύχημα Π. Κ. άσκησαν κατά των αντιδίκων τους στην παρούσα αναιρετική δίκη τις αξιώσεις τους από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή εκείνη για την υπαιτιότητα του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα Ν. Α είχε αναμμένους τους προβολείς στο πίσω μέρος του αμαξώματος του γεωργικού ελκυστήρα και δεν είχε προσαρμόσει όπως είχε υποχρέωση στο πίσω μέρος της σπαρτικής μηχανής ερυθρά φώτα θέσης. Στο μεταξύ οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του οδηγού Χ. Π. άσκησαν την από 13-11-2009 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων που επικαλέσθηκαν ως στοιχεία υπαιτιότητας του πρώτου απ'αυτούς οδηγού του ελκυστήρα ότι δεν είχε προσαρμόσει στη ρυμουλκούμενη σπαρτική μηχανή ερυθρά φώτα θέσης και ερυθρούς ανακλαστήρες. Στη συνέχεια, και μετά την επίδοση στους αναιρεσίβλητους της από 15-7-2009 αγωγής των κληρονόμων του Π. Κ. οι αναιρεσίβλητοι ενσωμάτωσαν το δικόγραφο της αγωγής εκείνης στην από 15-3-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή τους, την οποία εύλογα πλέον στήριξαν στα ιστορούμενα στην ενσωματωμένη στη κύρια αγωγή περιστατικά υπαιτιότητας του οδηγού του ελκυστήρα δηλαδή όχι μόνο στην έλλειψη ερυθρών φώτων θέσης στη σπαρτική μηχανή του ελκυστήρα αλλά και στην ύπαρξη των δύο προβολέων λευκού φωτός που ήταν αναμμένοι προς την κατεύθυνση των ακολουθούντων οχημάτων. Με τα περιστατικά αυτά δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε αντιφατικότητα ή ασάφεια μεταξύ των περιστατικών που στηρίζουν την προηγηθείσα κύρια αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την επακολουθήσασα παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή τους, η οποία ως εκ του χαρακτήρα της ήταν εξαρτώμενη από την παραδοχή της ενσωματωμένης κυρίας αγωγής των κληρονόμων του Π. Κ. , τα δε πραγματικά περιστατικά που τελικά δέχθηκε η προσβαλλόμενη προβλήθηκαν συνδυαστικά τόσο από τη κύρια αγωγή, όσο και τη παρεμπίπτουσα, αλλά και την ερευνηθείσα τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κύρια αγωγή των κληρονόμων του Π. Κ. . Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα. Εξ άλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απάντησε και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, και επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζονται υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Μετά από αυτά πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της έκτης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-4-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αριθ. 93/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της έκτης αναιρεσίβλητης εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα `σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ