Αριθμός 2025/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6357/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 698/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 9-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Όπως προκύπτει, από την .../10-7-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, εκδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, στον αναιρεσείοντα. Άρα, εφ' όσον αυτός δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 2420 παρ 2 ΚΠολΔ, κατά την πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, με την σειρά της, από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην (αρθρ. 576 παρ 2 ΚΠολΔ) η συζήτηση όμως να χωρήσει, ως να ήταν και αυτός παρών. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνο κατά των αποφάσεων, οι οποίες είναι τελεσίδικες, δηλαδή δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεσης. Οι προθεσμίες ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης, είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής. Άρα, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του Εφετείου καθίστανται τελεσίδικες, και έκτοτε είναι δυνατόν να ασκηθεί κατ' αυτών αναίρεση, μόνον εφ' όσον έπαυσαν να υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση τους, είτε διότι ο διάδικος που ερημοδικάστηκε παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκησή του(ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ1260/2010). Η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο ήδη, αναιρεσείων, δικάστηκε ερήμην στο δεύτερο βαθμό, και η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεσή του και όρισε σχετικό παράβολο για την τυχόν άσκηση, από μέρους του, αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας. Ήδη ο αναιρεσείων άσκησε απ' ευθείας την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπου, εκτός των άλλων αναφέρει: "Η αναίρεσή μου ασκείται νόμιμα και εμπρόθεσμα και μετά την πάροδο της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας ...", χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις. Όπως, όμως προκύπτει από την με αριθμό .../14-3-2012 έκθεση επίδοσης της πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας, την οποία, με επίκληση, προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα την 14-3-2012, ο οποίος, στη συνέχεια άσκησε εμπρόθεσμα την ένδικη αναίρεση (βλ από 30-3-2012 πράξη κατάθεσης της στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. 'Αρα, παραδεκτά ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ 1 και 528 ΚΠολΔ προκύπτει, πως είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση σε όλα τα πρωτοβάθμια δικαστήρια, ενώ στα δευτεροβάθμια δικαστήρια η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική, μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία η έφεση, κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, που λειτουργεί, ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγούμενα, κάποιος λόγος της έφεσης (ΑΠ1015/2005) και αναδικάζεται η υπόθεση στο Εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται, πλέον, προφορικά. Άρα, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ, και έτσι, δεν είναι επιτρεπτή η με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 158/2010, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 1368/2008). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αποφάσεων των δικαστηρίων του πρώτου και του δεύτερου βαθμού, ο ήδη αναιρεσείων : α) ως ανακόπτων (πρόκειται για ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση έγγραφα αναγνώρισης χρέους) δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό β)άσκησε έφεση, και ενώπιον του Εφετείου παραστάθηκε καταθέτοντας δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, δε το Εφετείο τον δίκασε, όπως προαναφέρθηκε, ερήμην. Σύμφωνα, άρα, με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά το νόμο ερμήνευσε και σύννομα τον δίκασε ερήμην. Άρα, είναι αβάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 579 αρ 6 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο "εσφαλμένως τον δίκασε ερήμην στην κατ' έφεση δίκη, καθόσον όλοι οι ισχυρισμοί του ...προέκυπταν από έγγραφα και δεν έχρηζαν προφορικής αναπτύξεως, δικονομικώς δε ήτο παρών ... και εφόσον είχε καταθέσει προτάσεις ....έδει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της εφέσεώς του". Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος, έχει τη γνώμη, ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος έπρεπε να γίνει δεκτός με τις ακόλουθες σκέψεις: Από το συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των προαναφερομένων δικονομικών διατάξεων και γενικών αρχών συνάγεται ότι, στην περίπτωση που ο δικασθείς ερήμην πρωτοβαθμίως εκκαλών καταθέτει στο εφετείο έγγραφες προτάσεις, υπεραμυνόμενος της εφέσεως του και αιτούμενος την αποδοχή της υποβάλλει δε και δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν προσέρχεται στο ακροατήριο, η δήλωση του έχει την έννοια, ότι αυτός δεν επιθυμεί να αναπτύξει προφορικώς τις απόψεις του, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ούτε να αντιλέξει σε ενδεχόμενη αγόρευση του αντιδίκου του, όχι δε ότι παραιτείται της εφέσεως και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση. Η αντίθετη εκδοχή οδηγεί στο άτοπο : αφ' ενός μεν να αποδίδεται στη βούληση του Νομοθέτου η θέσπιση αμάχητου τεκμηρίου περί του ότι η δήλωση του εκκαλούντος, ότι εμμένει στην βασιμότητα της έφεσής του και στο αίτημα του για αποδοχή της έχουν το ακριβώς αντίθετο από το δηλούμενο νόημα (ακόμα και αν η κατάθεση της δήλωσης του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ. προηγήθηκε των εγγράφων προτάσεων, αφ' ετέρου δε να εκλαμβάνεται το δικαίωμα του εκκαλούντος σε προφορική υποστήριξη των απόψεων του σε υποχρέωση αυτού, και μάλιστα τόσο θεμελιώδη υποχρέωση, ώστε σε περίπτωση παραβίασης της να θεωρείται ηττώμενος διάδικος χωρίς ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έχει χωρήσει στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς και διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ701/2011, ΑΠ121/2009, ΑΠ1821/2008). Έτσι, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος, αν η αγωγή ή η έφεση απορρίφτηκε λόγω ερημοδικίας (ΑΠ 1110/1989). Εδώ, ο αναιρεσείων προβάλλει, πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε επαρκώς, την ερημοδικία του. Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προσβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης προβάλλεται απαραδέκτως. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθρ 176, 183 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-3-2012 αίτηση του Ν. Δ. προς αναίρεση της με αριθμό 698/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ, σε βάρος του αναιρεσείοντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ