Αριθμός 123/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στους ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ζ. Π. του Π., κατοίκου ... και 3) Χ. Π. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στυλιανή Βαλάνη - Ντολοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Κύπρο και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μενέλαο Τζέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297 και 299ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρο 297ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά το ν. 4335/2015). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Οι ρυθμίσεις που αφορούν στην παραίτηση ή αποδοχή της αγωγής, εφαρμόζονται και στην παραίτηση ή αποδοχή που αφορούν άλλες διαδικαστικές πράξεις της διαγνωστικής ή εκτελεστικής διαδικασίας. Ενδεικτικά απαριθμεί ο νόμος στο άρθρο 299 ΚΠολΔ την ανταγωγή, την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, την προσεπίκληση, την ανακοίνωση, τα ένδικα μέσα, την ανακοπή κατά εξώδικων και δικαστικών πράξεων, την τριτανακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην … ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-1-2022,άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θωμάς Καναβέλης με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε του δικογράφου της προαναφερομένης πρόσθετης παρέμβασης. Πρέπει, συνεπώς, μετά τη γενομένη νομότυπη παραίτηση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Ύστερα από αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ειδικός διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη "....", εκδόθηκε, η υπ' αριθμό ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, για οφειλή των αναιρεσειόντων προς αυτήν, προερχόμενη από την υπ' αριθμό ... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες και συμπληρωματικές αυτής πράξεις, με την οποία διαταγή πληρωμής οι αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικής δαπάνης για τους λόγους και τις αιτίες που αναφέρονται σ' αυτή. Κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 71/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 49/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Περαιτέρω, στις 26 Μαρτίου 2013 οι έννομες σχέσεις που απορρέουν από την ως άνω υπ' αριθμό ... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε στην Καστοριά στις 22-2-2010 ανάμεσα στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", την πρώτη των αναιρεσειόντων, ως πιστούχο και τους άλλους δύο, ως εγγυητές, και τις πρόσθετες και συμπληρωματικές αυτής πράξεις, μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο, στα πλαίσια της οποίας μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της προαναφερόμενης τράπεζας με την επωνυμία ...", δι' εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, όπως αυτά (τα δικαιώματα και υποχρεώσεις) ρητά εξειδικεύονται στην ως άνω σύμβαση. Η μεταβίβαση αυτή εγκρίθηκε με το υπ' αριθμό ... διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό ... φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υπ' αριθ. ... απόφαση της Επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, έτσι ώστε η εν λόγω "...." να έχει υπεισέλθει σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προαναφερόμενης τράπεζας με την επωνυμία "...", που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ` αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, που απορρέουν, όπως αναφέρθηκε, από την υπ` αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία η δικαιοπάροχός της κατήρτισε με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", και με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ` αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 994/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Με το δεύτερο λόγο εφέσεως εκτίθεται ότι ο όρος 2.1 με βάση τον οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής συμβατικά μετακυλύει την εισφορά του ν. 128/1975 τυγχάνει άκυρος αποκλεισμένης της δυνατότητας αυτής έστω και ως συμφωνίας των μερών ως σύμβασης ελευθερώσεως (δυναμένης να δοθεί μόνο από τρίτο πρόσωπο και όχι τον δανειοδοτούμενο) αλλά και ως καταχρηστικός όρος συναλλαγής. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος διότι, συμβατικά δύναται και στο δανειολήπτη να μετακυληθεί η σχετική εισφορά". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 128/1975, αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς του νόμου αυτού, αλλά και την κεφαλαιοποίηση των τόκων και τον ανατοκισμό αυτής, και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, περί της ακυρότητας του όρου μετακύλισης της εισφοράς ως καταχρηστικού, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται απ' αυτήν η από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους, εφόσον δε η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ο σχετικός δε όρος (ΓΟΣ) της επίδικης δανειακής σύμβασης, ελεγχόμενος μόνο από άποψη διαφάνειας, κρίνεται ως έγκυρος και διαφανής, ενόψει του ότι στη σύμβαση, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση των δανειοληπτών και με την εισφορά του ν. 128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, με συνέπεια οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης να έχουν ικανοποιηθεί. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης του προαναφερόμενου δεύτερου λόγου έφεσης, με τον οποίο προέβαλαν, ότι παρανόμως η αναιρεσίβλητη μετακύλισε σ' αυτούς την εισφορά του ν. 128/1975, είναι αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην ανακοπή (ή σε επί μέρους λόγο αυτής) των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 631/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022). Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014). Με την ανακοπή αυτή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002). Ειδικότερα επί διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002). Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (AΠ 1346/2022, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 368/2019).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο εφέσεως εκτίθεται ότι τα αποσπάσματα κίνησης των επίδικων λογαριασμών βάσει των οποίων εξεδόθη η διαταγή πληρωμής περιέχουν προφανώς κονδύλια που αφορούν την εισφορά του ν. 128/1975 συγκαλυμμένα στις κινήσεις που επιγράφονται "χρέωση τόκων" και "τόκοι" που κεφαλαιοποιήθηκαν, γεγονός που εκ της πολυπλοκότητάς του λογιστικά δεν καθιστά δυνατό το διαχωρισμό τους, καθιστούν δε ακυρωτέα τη διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος καθόσον δεν περιέχει αναλυτική ενός εκάστου κονδυλίου περιγραφή εκ των οποίων η έννοια τόκος δεν συνιστά τέτοια αλλά περιέχει και ποια ποσοστά παρανόμου επιβαρύνσεως αλλά και γιατί τυχόν κεφαλαιοποίηση της εισφοράς του ν. 128/1975 τυγχάνει παράνομη, διότι στην περίπτωση σχετικής συμφωνίας το γεγονός τυγχάνει νόμιμο...Με τον τρίτο λόγο εφέσεως που συνέχεται μερικώς με τον πρώτο εκτίθεται ότι με τον όρο 2.1 της σύμβασης ορίστηκε "ότι το δάνειο θα εκτοκίζεται για τα πρώτα 7 χρόνια με επιτόκιο που θα αποτελείται από το άθροισμα των κατωτέρω: α) του σταθερού επιτοκίου της τράπεζας για χορηγήσεις παγίων (σήμερα 7,45%), β) του περιθωρίου επιτοκίου το οποίο συνομολογείται σε 1 σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου, των τυχόν επιβαλλόμενων εκάστοτε. εκ του νόμου ισχυουσών εισφορών (σήμερα εισφορά ν. 128/1975 εκ 0,60/...." αλλά επίσης και στην 22-12-2011 πρόσθετη πράξη ο τόκος της οφειλής αποτελείται και από την εισφορά του ν. 128/75. Εξ αυτών δε των παρανόμων ανατοκισμών, μάλιστα ανά τρίμηνο κεφαλαιοποιουμένων, καθιστά άκυρη την αίτηση και τη διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αόριστος ως μη βάλων κατά συγκεκριμένων κονδυλίων αλλά τυγχάνει γενικόλογος. Με τον τέταρτο λόγο εφέσεως εκτίθεται ότι σύμφωνα με την κύρια σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις στους επίδικους λογαριασμούς χρεοπιστώθηκαν κονδύλια τόκων υπολογισθέντων με χρόνο των 360 ημερών έναντι των 365 ημερών και οι προσκομιζόμενες υπό της δανείστριας καρτέλες δεν απεικονίζουν αναλυτικά τις χρεοπιστώσεις που περιέχουν τον άνω παράνομο υπολογισμό ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα υπό των δανεισθέντων-εγγυητών να αντικρουσθεί η παρατυπία. Και ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν εκτίθεται κατά ποιο τρόπο επιβαρύνθηκαν ουσιωδώς και κατά ποια έκταση οι όροι αυτοί συνετέλεσαν στη μη κανονική εκπλήρωση των συμβατικών των εκκαλούντων υποχρεώσεων και στη διαμόρφωση του τελικώς οφειλομένου ποσού, ούτε αν η ύπαρξη των όρων αυτών συνετέλεσε εν προκειμένω στην έκδοση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής εξ αυτής, οδηγώντας τους τελευταίους σε δυσμενή θέση όπου δεν θα περιήρχοντο εάν εξέλιπον οι σχετικοί όροι". Με τον έκτο λόγο εφέσεως εκτίθεται ότι στη σύμβαση ορίστηκε ότι ο οφειλέτης έχει σταθερό ή και κυμαινόμενο επιτόκιο και κατηργήθη το δικαίωμα αυτό και ορίζει αυτόματη αναπροσαρμογή του πίνακα δόσεων χωρίς ειδοποίηση του οφειλέτη, ότι χρησιμοποίησε παράνομο και καταχρηστικό επιτόκιο (8,35%) ενώ αυτό ήταν (νόμιμο-συμβατικό επιτόκιο) 6,75% από 13-5-2009 έως 12-4-2011 και διαρκώς μειούμενο στις δε 21-9-2014 σε 5,30% το συμβατικό και 7,30% το επιτόκιο υπερημερίας και ότι η καθ' ής χρησιμοποίησε ένα συμβατικό επιτόκιο πολύ ανώτερο από το νόμιμο επιτρεπτό συμβατικό επιτόκιο της Τράπεζας Ελλάδος. Για το λόγο αυτό ισχύουν όσα και για τον τέταρτο, ήτοι δεν υφίσταται ο αναγκαίος προσδιορισμός ποσού επιβάρυνσης ή επιτασσόμενη απαίτηση εξαιτίας του υπολογισμού αυτών των επιτοκίων, ούτε το νόμιμο ύψος της οφειλής όπως θα ήταν χωρίς τις φερόμενες ως παράνομες επιβαρύνσεις και απορριπτέος ως αόριστος. Με τον έβδομο λόγο εφέσεως εκτίθεται ότι ενώ κατά νόμο (2601/1998) οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο κεφάλαιο κατ' ελάχιστο ανά εξάμηνο (ανατοκίζονται) είτε για συμβάσεις δανείου είτε αλληλόχρεου λογαριασμού, η καθ' ής προέβη σε τριμηνιαίο ανατοκισμό παρά το νόμο. Η γενική αυτή αναφορά χωρίς την ανάπτυξη των φερομένων ως παρανόμως τοκισθέντων κεφαλαίων δεν μπορεί να άρει την αοριστία του λόγου τούτου". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστους τους ανωτέρω πρώτο, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομο λόγους της εφέσεώς τους, που αποτελούν αντίστοιχους λόγους της ανακοπής τους, απαιτώντας για τη θεμελίωση αυτών την εκ μέρους τους αναφορά συγκεκριμένων κονδυλίων, ως προς τα οποία, όπως ισχυρίζονται, η αναιρεσίβλητη επαύξησε παρανόμως την οφειλή τους. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ανωτέρω τρίτος και έκτος λόγοι έφεσης αφορούν στον υπολογισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο συμφωνηθέν επιτόκιο της ένδικης σύμβασης πίστωσης και στον ανατοκισμό αυτής, σύμφωνα δε με τις σκέψεις που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την εξέταση και απόρριψη του δευτέρου λόγου αναίρεσης, η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, ως εκ τούτου, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Επομένως, οι ανωτέρω δύο λόγοι έφεσης δεν ήταν νόμιμοι. Συνεπώς, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την κατά τα προεκτεθέντα απόρριψη των λόγων αυτών ως αορίστων, αφού έτσι η θέση τους καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης των ανωτέρω λόγων έφεσης ως μη νομίμων από την απόρριψη αυτών ως αορίστων και, ως εκ τούτου, ο παραπάνω πρώτος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο συναφής δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος, με τους οποίους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε του πιο πάνω λόγους έφεσης ως αορίστους, είναι απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αορίστους όλους τους ανωτέρω, πρώτο, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομο λόγους έφεσης, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, όπως όφειλαν, τα επί μέρους κονδύλια των τόκων που χρεώθηκαν από τον υπολογισμό της εισφοράς και τον παράνομο, όπως ισχυρίζονται, ανατοκισμό αυτής, των τόκων που χρεώθηκαν από τον παράνομο ανά τρίμηνο ανατοκισμό και τον ανατοκισμό προμηθειών και εξόδων, ούτε προσδιορίζουν το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν με τον υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών σε σχέση με τον υπολογισμό με βάση έτος 365 ημερών, ώστε τα εν λόγω κονδύλια να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της και, συνεπώς, για το ορισμένο των λόγων αυτών όφειλαν οι αναιρεσείοντες να είχαν επικαλεσθεί τα κονδύλια που χρεώθηκαν στο συνολικά οφειλόμενο ποσό λόγω των παράνομων επιβαρύνσεων. Επομένως, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, απέρριψε ως αόριστους τους παραπάνω λόγους έφεσης, με τους οποίους επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους σχετικούς λόγους της ανακοπής τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται, προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν. Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από τον νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 134..., ΑΠ 34..., ΑΠ 1825/2012). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα ούτε και καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντιστοίχου κονδυλίου της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων και επομένως και των εγγυητών της πίστωσης, αλλά παρέχουν σ' αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό. Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1305/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση, και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι μη νομίμως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εφόσον η απαίτηση της αναιρεσίβλητης με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη, συνεπεία των εκτιθέμενων στους λόγους ανακοπής παράνομων επιβαρύνσεων. Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνον το γεγονός της ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παρανόμων χρεώσεων, δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντιστοίχου ποσού της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, ενώ δεν αρκεί και η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με τους πιο πάνω λόγους ανακοπής τους, αμφισβήτησαν αορίστως το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια του λογαριασμού, που περιέχονταν στα προσκομισθέντα προς απόδειξη αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, ήτοι δεν προσδιορίζουν τα συγκεκριμένα ποσά της εισφοράς του ν. 128/1975, που, κατά την άποψή τους, ανατοκίσθηκαν παράνομα, ούτε τη συνολική επιβάρυνσή τους από τον ανατοκισμό αυτών και των εξόδων ή τον υπολογισμό των τόκων με έτος 360 ημερών κλπ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε εκκαθαρισμένη την απαίτηση και δεν ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα και δεν υπέπεσε στην από τον αρ. αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΘΕΩΡΕΙ ως μη ασκηθείσα την από 12-1-2022 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...". ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-3-2020 αίτηση 1)της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", 2) του Ζ. Π. και 3) του Χ. Π. για αναίρεση της υπ` αριθ. 49/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ